Τζον Ντον

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Τζον Ντον

ποιήματα

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί

«Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί,
ακέριος μοναχός του. Κάθε άνθρωπος
είναι ένα κομμάτι ηπείρου, ένα μέρος στεριάς.
Αν η θάλασσα ξεπλύνει ένα σβόλο χώμα,
η Ευρώπη γίνεται μικρότερη.
Όπως κι αν ξεπλύνει ένα ακρωτήρι
ή ένα σπίτι φίλων σου ή δικό σου.
Κάθε ανθρώπου ο θάνατος λιγοστεύει εμένα τον ίδιο,
γιατί είμαι ένα με την Ανθρωπότητα.
Κι έτσι ποτέ σου μη στέλνεις να ρωτήσεις
για ποιον χτυπά η καμπάνα.
Χτυπάει για σένα».

'No Man is an Island'
No man is an island entire of itself; every man
is a piece of the continent, a part of the main;
if a clod be washed away by the sea, Europe
is the less, as well as if a promontory were, as
well as any manner of thy friends or of thine
own were; any man's death diminishes me,
because I am involved in mankind.
And therefore never send to know for whom
the bell tolls; it tolls for thee.

Θάνατε, περήφανος μην είσαι

Θάνατε, περήφανος μην είσαι, έστω και αν μερικοί σε αποκαλούν
Ισχυρό και τρομερό, γιατί δεν είσαι∙
Καθώς εκείνοι, που εσύ νομίζεις πως κατατροπώνεις
Δεν αποθνήσκουν, φτωχέ Θάνατε, ούτε τώρα μπορείς να με σκοτώσεις.
Από την ανάπαυση και τον ύπνο, που όμως δική σου εικόνα αποτελούν,
Πολλή ευχαρίστηση, ωστόσο από σένα πολλή περισσότερη πρέπει να τρέξει,
Και το ταχύτερο οι καλύτεροι μας άνδρες μαζί σου θα έρθουν,
Ανάπαυση για τα κόκαλά τους, και παράδοση των ψυχών τους.
Εσύ είσαι σκλάβος της Μοίρας, της Τύχης, των Βασιλέων,
και των απελπισμένων ανδρών,
Και μαζί με το δηλητήριο, τον πόλεμο και την αρρώστια κατοικείς,
Και το όπιο ή τα μάγια μπορούν επίσης και μας κάνουν να κοιμόμαστε
Πολύ καλύτερα από το δικό σου χτύπημα∙ γιατί επαίρεσαι λοιπόν;
Ένας σύντομος ύπνος παρέρχεται, αιώνιοι ξυπνάμε
Και ο Θάνατος δεν θα υπάρχει πια, Θάνατε, μέλλει να πεθάνεις.

Death, be not proud, though some have called thee
Mighty and dreadful, for thou art not so;
For those[,] whom thou think'st thou dost overthrow[,]
Die not, poor Death, nor yet canst thou kill me.
From rest and sleep, which but thy picture[s] be,
Much pleasure; then from thee much more must flow,
And soonest our best men with thee do go,
Rest of their bones, and soul's delivery.
Thou art slave to Fate, chance, kings, and desperate men,
And dost with poison, war, and sickness dwell,
And poppy[,] or charms can make us sleep as well[,]
And better than thy stroke; why swell'st thou then?
One short sleep past, we wake eternally[,]
And Death shall be no more; Death, thou shalt die.

from John Donne, Holy Sonnets X, “Death be not proud”, The Holy Sonnets, 1633

Η Επέτειος

Όλοι οι βασιλείς κι όλοι οι ευνοούμενοί,
με όλη την ομορφιά, την ευφυΐα, τη δόξα, την τιμή τους,
κι αυτός ο ήλιος που καθορίζει τις ώρες που διαβαίνουν,
είναι τώρα μεγαλύτερος κατά ένα χρόνο,
αφότου εσύ κι εγώ πρωτοείδαμε ο ένας τον άλλον:
Τα πάντα οδεύουν προς την καταστροφή
μόνο η αγάπη μας δεν έχει φθαρεί
ούτε χθες ούτε αύριο υπάρχει γι’ αυτή
Τρέχοντας, τρέχει, μα εμάς δε μας ξεχνά,
αληθινά την πρώτη, τελευταία, αιώνιά της μέρα κρατάει.

Δύο τάφοι θα σκεπάσουν το δικό σου και το δικό μου λείψανο
αν ένας έφτανε, ο θάνατος δεν θα ‘ταν χωρισμός.
Αλίμονο, όπως κι άλλοι πρίγκιπες, εμείς
(που πρίγκιπες ο ένας για τον άλλον είμαστε)
στο θάνατο τελικά θ’ αφήσουμε αυτά τ’ αυτιά, τα μάτια
που συχνά τρέφονταν με όρκους, και γλυκά αλμυρά δάκρυα•
αλλά οι ψυχές, όπου άλλο από αγάπη δεν κατοικεί
(όλες οι άλλες σκέψεις απλά και μόνον κατοικούν) θα τη βιώσουν
ή μάλλον εκεί ψηλά η αγάπη τους θα αυξηθεί,
όταν τα σώματα μέσα στους τάφους τους,
οι ψυχές απ’ τους τάφους τους θ’ αποχωρήσουν.

Και τότε θα είμαστε πέρα για πέρα ευλογημένοι
αλλά όχι παραπάνω εμείς, απ’ ό,τι όλοι οι άλλοι
εδώ πάνω στη γη, είμαστε βασιλείς, και μόνο εμείς
μπορούμε να ‘μαστε, χωρίς υπηκόους, τέτοιοι Βασιλείς.
Ποιος είναι πιο ασφαλής από μας; δεν μπορεί κανείς εμάς
να μας προδώσει παρά μόνο ο ένας από τους δυό μας.
Από αληθινούς και ψεύτικους φόβους ας απέχουμε,
ας αγαπηθούμε μεγαλόψυχα, ας ζήσουμε, ας προσθέσουμε
χρόνια και χρόνια στα χρόνια, μέχρι να γιορτάσουμε
την τρίτη εικοσαετία μας:
τώρα τη δεύτερη της δυναστείας μας διανύουμε.

The Anniversary
All kings, and all their favourites,
All glory of honours, beauties, wits,
The sun it self, which makes times, as they pass,
Is elder by a year, now, than it was
When thou and I first one another saw:
All other things to their destruction draw,
Only our love hath no decay;
This, no to morrow hath, nor yesterday;
Running it never runs from us away,
But truly keeps his first, last, everlasting day.

Two graves must hide thine and my corse ;
If one might, death were no divorce.
Alas! as well as other princes, we,
(Who prince enough in one another bee)
Must leave at last in death, these eyes, and ears,
Oft fed with true oaths, and with sweet salt tears;
But souls where nothing dwells but love
(All other thoughts being inmates) then shall prove
This, or a love increased there above,
When bodies to their graves, souls from their graves remove.

And then we shall be thoroughly blest;
But we no more than all the rest.
Here upon earth we are kings, and none but we
Can be such kings, nor of such subjects be.
Who is so safe as we? where none can do
Treason to us, except one of us two.
True and false fears let us refrain,
Let us love nobly, and live, and add again
Years and years unto years, till we attain
To write threescore: this is the second of our reign.