Ντύλαν Τόμας

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ντύλαν Τόμας

Μην πηγαίνεις ήσυχα μες την καλή αυτή νύχτα

Μην πηγαίνεις ήσυχα μες την καλή αυτή νύχτα,
Τα γηρατειά πρέπει να καίνε
και να ουρλιάζουν στο τέλειωμα της μέρας,
Οργή, οργή ενάντια στο φως που ξεψυχάει.

Αν και γνωρίζουν οι σοφοί στο τέλος τους
πως το σκοτάδι είναι σωστό,
Γιατί τα λόγια τους δεν έχει πιρουνίσει
καμία αστραπή
Δεν πηγαίνουν ήσυχα μες στην καλή αυτή νύχτα.

Καλοί άνθρωποι, στον ύστερο κυματισμό,
θρηνούσαν πόσο λαμπερά
Οι ισχνές τους πράξεις θα χόρευαν
σε πράσινο όρμο,
Με οργή, οργή στο φως που ξεψυχάει.

Άγριοι άνθρωποι που πιάσαν και τραγούδησαν
τον ήλιο στο πέταγμά του
Και έμαθαν, πολύ αργά, πως καθ’ οδόν τον θρήνησαν,
Δεν πηγαίνουν ήσυχα μες στην καλή αυτή νύχτα.

Γενναίοι, ετοιμοθάνατοι,
βλέπουν με στεναγμό εκτυφλωτικό
Μάτια τυφλά θα μπορούσαν να λάμπουν
σαν μετεωρίτες και να είναι ευτυχή
Με οργή, οργή στο φως που ξεψυχάει.

Και εσύ πατέρα μου, εκεί στην κορύφωση της θλίψης
Δώσε μου κατάρα κι ευλογία
με τα οργισμένα δάκρυά σου, προσεύχομαι.
Μην πας με καλοσύνη, σ’ αυτή την καλή νύχτα.
Με οργή, οργή στο φως που ξεψυχάει.


Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία.
Γυμνός ο νεκρός θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν καθαριστούν τα κόκαλά τους
και τα καθαρισμένα κόκκαλα χαθούν
Θα χουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι

Και αν τρελαθούν θα είναι γνωστικοί,
Και αν βουλιάξουν στο πέλαγος θ’ αναδυθούν
Και αν χαθούν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θα ’χει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Κάτω από τις θαλάσσιες δίνες
Ψευδόμενοι επί μακρόν δεν θα πεθάνουν άνετα
Περιστρεφόμενοι σε τροχούς βασανιστηρίων
όταν οι τένοντες διαλύσουν
Δεμένοι στον τροχό, κι όμως δεν θα σπάσουν
Πίστη στα χέρια τους θα χωριστεί στα δύο
Κι οι μονόκεροι δαίμονες τους διαπερνούν
Χίλια κομμάτια θρύψαλα και δεν θα ραγίσουν
Κι ο θάνατος δεν θα χει πια εξουσία.

Κι ο θάνατος δεν θα χει πια εξουσία
Δεν θα φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ούτε κύματα θα σπάνε με ορμή στην ακτή τους
Εκεί που άνθιζε λουλούδι, λουλούδι δεν υπάρχει
Να υψώσει το κεφάλι του στης βροχής το ξέσπασμα
Αν και είναι τρελοί και πεθαμένοι σαν καρφιά
Αρχηγικοί χαρακτήρες σφυροκοπούν τις μαργαρίτες.
Ληστεύουν τον ήλιο μέχρι ο ήλιος να καταρρεύσει
Κι ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Do not go gentle into that good night

Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.

And death shall have no dominion

And death shall have no dominion.
Dead men naked they shall be one
With the man in the wind and the west moon;
When their bones are picked clean and the clean bones gone,
They shall have stars at elbow and foot;
Though they go mad they shall be sane,
Though they sink through the sea they shall rise again;
Though lovers be lost love shall not;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
Under the windings of the sea
They lying long shall not die windily;
Twisting on racks when sinews give way,
Strapped to a wheel, yet they shall not break;
Faith in their hands shall snap in two,
And the unicorn evils run them through;
Split all ends up they shan't crack;
And death shall have no dominion.

And death shall have no dominion.
No more may gulls cry at their ears
Or waves break loud on the seashores;
Where blew a flower may a flower no more
Lift its head to the blows of the rain;
Though they be mad and dead as nails,
Heads of the characters hammer through daisies;
Break in the sun till the sun breaks down,
And death shall have no dominion.