| Επίκουρος ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Στις επιστολές προς το επιστήθιο φίλο του Μενοικέα, ο Επίκουρος μιλά, με γλώσσα απλή, για την ζωή και την ευδαιμονία. Οι επιστολές τους αποτελούν την επιτομή της Ηθικής του και περιλαμβάνονται στο 10ο βιβλίο του έργου «Βίοι φιλοσόφων» του Διογένη Λαέρτιου. |
|---|
ΕπίκουροςΟ Επίκουρος στέλνει χαιρετισμούς στον Μενοικέα.Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργεί να φιλοσοφεί ούτε και ότανφτάσει στα γηρατειά να λυπάται τον κόπο να φιλοσοφεί. Γιατίκανείς δεν είναι άωρος ούτε πάρωρος για εκείνο που κάνει τηνψυχή να υγιαίνει. Όποιος λέει ότι ακόμη δεν είναι καιρός ή ότιπέρασε ο καιρός για να φιλοσοφεί, μοιάζει μ' αυτόν που λέει πωςδεν ήρθε ή ότι πέρασε ο καιρός για την ευδαιμονία. Επομένωςπρέπει να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος. Ο νέος για να είναινέος μαζί και γέρος λόγω της αφοβίας για εκείνα που θα έρθουν, ογέρος για να παραμένει νέος με την ανάμνηση των αγαθών πουχάρηκε. Πρέπει, λοιπόν, να μελετήσουμε όσα κάνουν τηνευδαιμονία, γιατί όταν αυτή την έχουμε, τα έχουμε όλα, όταν πάλιτη στερηθούμε, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε. Όσα συνεχώς σου παράγγελνα αυτά και να τα κάνεις και να ταμελετάς, θεωρώντας τα στοιχεία της σωστής ζωής. Πρώτα πρώτατον θεό να τον θεωρείς όν, άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τονπαρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράσταση του θεού, και να μηντου φορτώνεις τίποτα ξένο προς την αφθαρσία του και αταίριαστοστη μακαριότητά του. Αντίθετα να φρονείς γι' αυτόν κάθε τι πουμπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του. Διότιοι θεοί υπάρχουν, εφ' όσον η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναιολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται οπερισσότερος κόσμος. Διότι δεν κρατά ακέραιη την αρχικήπαράσταση για τους θεούς. Ασεβής δεν είναι εκείνος που δενπαραδέχεται τους θεούς πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδειστους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Ό,τι φρονούν οι πολλοί γιατους θεούς δεν είναι γνώση αλλά προλήψεις, από όπου, στουςκακούς προκαλούνται από τους θεούς οι μεγαλύτερες βλάβες καιοι ωφέλειες στους καλούς. Γιατί επειδή οι άνθρωποι είναιεξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές αποδέχονται όλους τουςόμοιους και θεωρούν ξένο κάθε τι που δεν είναι τέτοιο. Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα πως ο θάνατος δεν είναι τίποταγια εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση,ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι' αυτό η σωστήγνώση πως ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για εμάς, κάνει ναχαρούμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι επειδή μας φορτώνειατελείωτα χρόνια, αλλά επειδή μας αφαιρεί τον κόπο τηςαθανασίας. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα φοβερό στη ζωή τουανθρώπου αν έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτα φοβερό γι'αυτόν που παύει να ζει. Επομένως, ανόητος είναι εκείνος ο οποίοςλέει ότι φοβάται το θάνατο όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρειόταν θα έρθει αλλά γιατί τον στενοχωρεί το ότι θα έρθει. Γιατίεκείνο που δεν μας ενοχλεί όταν είναι μπροστά μας, άδικα μαςστενοχωρεί όταν το περιμένουμε. Το πιο φρικιαστικό, λοιπόν, απότα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για εμάς, γιατί ακριβώς, ότανεμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει. Όταν όμως ο θάνατοςείναι παρών τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Επομένως, ούτε με τουςζωντανούς έχει σχέση ούτε με τους πεθαμένους, γιατί ακριβώςγια τους ζωντανούς δεν υπάρχει (ο θάνατος), οι δε πεθαμένοι δενυπάρχουν (όταν έλθει). Ο πολύς όμως κόσμος άλλοτε αποφεύγειτον θάνατο σα μέγιστο κακό, κι άλλοτε τον επιδιώκει σανανάπαυση των δυσκολιών της ζωής. Ο σοφός όμως ούτεεγκαταλείπει τη ζωή, ούτε φοβάται το να μη ζει, γιατί δεν θεωρείκακό το να μη ζει ούτε του είναι πόθος το να ζει. Γιατί όπωςφαγητό δεν διαλέγει το περισσότερο, αλλά το πιο νόστιμο, έτσι καιστη ζωή δεν ζητάει τον περισσότερο χρόνο, αλλά τον πιοευχάριστο. Αυτός δε που παραγγέλει στον νέο να ζει καλά, ενώτον γέροντα να έχει καλά γεράματα είναι ανόητος, όχι μόνο γιατί ηζωή έχει τις χάρες της αλλά και γιατί αυτές είναι η μελέτη του ναζει κανείς καλά και να πεθαίνει καλά. Αλλά πολύ χειρότερος είναικαι εκείνος που λέει: καλό είναι να μην γεννηθεί ο άνθρωπος, αφού όμωςγεννήθηκε να περάσει τις πύλες του Άδη όσο μπορεί γρηγορότερα.Γιατί αν αυτό το λέει επειδή το πιστεύει, πως λοιπόν δεν φεύγειαπό τη ζωή; γιατί αυτό του είναι εύκολο, εάν βέβαια το έχει πάρειαπόφαση. Εάν όμως το λέει κοροϊδεύοντας, είναι απερίσκεπτος σεπράγματα που δεν επιδέχονται αστεία. Πρέπει επίσης ναθυμόμαστε ότι το μέλλον ούτε είναι εξ ολοκλήρου δικό μας, ούτεδεν είναι. Ώστε να μην περιμένουμε ότι σίγουρα θα είναι δικό μας,ούτε εξ ολοκλήρου να απελπιζόμαστε ότι δεν θα είναι. Θα πρέπει να αναλογιστούμε και ότι από τις επιθυμίες, άλλες είναιφυσικές και άλλες μάταιες και από τις φυσικές άλλες είναιαναγκαίες και άλλες μονάχα φυσικές. Από τις αναγκαίεςεπιθυμίες, άλλες είναι απαραίτητες για την ευδαιμονία, άλλες γιατην ανάπαυση του σώματος και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η χωρίςπλάνη μελέτη αυτών μας οδηγεί στο να ανάγουμε κάθε προτίμησηκαι κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και στην αταραξία τηςψυχής, εφ' όσον αυτός είναι ο σκοπός της μακάριας ζωής. Γιατίόλα γι' αυτό τα κάνουμε, για να μην πονάμε και για να μηνταραζόμαστε. Άπαξ και τούτο διασφαλιστεί για εμάς, γαληνεύει ηβαρυχειμωνιά της ψυχής, διότι ο άνθρωπος δεν έχει πια ανάγκηνα τρέξει να κυνηγήσει κάτι για να συμπληρώσει την ευεξία τηςψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο χρειαζόμαστε την ηδονή,όταν υποφέρουμε από τη στέρησή της. Όταν όμως δενυποφέρουμε, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή. Και για τούτο θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος τηςμακάριας ζωής. Γιατί αυτήν αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθόσύμφυτο μ' εμάς, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση καιαποφυγή και σ' αυτήν καταλήγουμε, έχοντας το συναίσθημα σανκανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό. Και επειδή αυτή είναι τοπρώτο και έμφυτο αγαθό, γι' αυτό και δεν επιδιώκουμε κάθεηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταναπό αυτές μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Κατά τον ίδιοτρόπο, πολλούς πόνους τους θεωρούμε ανώτερους από πολλέςηδονές, εφ' όσον ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή, όταν υπομείνουμεπολύ χρόνο τους πόνους. Κάθε ηδονή, λοιπόν, επειδή έχεισυγγενική φύση με εμάς είναι καλό, δεν προτιμάται όμως κάθεηδονή. Όπως ακριβώς κάθε πόνος είναι κακό, όμως από τη φύσητου δεν είναι αποφευκτός κάθε πόνος. Όλα όμως αυτάεπιβάλλεται να κριθούν με συγκριτική μεταξύ τους κλίμακα καιπροσεχτικό καταλογισμό του τι είναι από τα συμφέροντα και του τιδεν είναι. Γιατί μερικές φορές χρησιμοποιούμε το μεν αγαθό σανκακό, το δε κακό αντίθετα σαν καλό. Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε μεγάλο αγαθό όχι για ναχρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγααν δεν έχουμε πολλά, με πλήρη πεποίθηση ότι με μεγάληευχαρίστηση απολαμβάνουν την πολυτέλεια αυτοί που την έχουνελάχιστα ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό είναι ευκολοπόριστο, ενώτο περιττό δυσκολοπόριστο. Και τα λιτά γεύματα δίνουν την ίδιαευχαρίστηση με τα πολυτελή δείπνα εφ' όσον εξαλείφουν τελείωςόλο τον πόνο που προέρχεται από την έλλειψη. Και το ψωμί και τονερό προκαλούν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, εφ' όσον τα παίρνεικάποιος όταν τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει κανείς σε απλή καιόχι πολυτελή διατροφή και στην υγεία του είναι ωφέλιμο και στιςαναγκαίες του βίου ενασχολήσεις ακούραστο τον κάνει και όταν,λοιπόν, κατά διαστήματα καταλήγουμε σε πολυδάπανες δίαιτες, τιςαπολαμβάνουμε καλύτερα και απέναντι στις μεταπτώσεις τηςτύχης μας κάνει άφοβους. Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναισκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτέςτων απολαύσεων, όπως μερικοί που αγνοούν ή δεν παραδέχονταιή (είναι) κακώς πληροφορημένοι θεωρούν, αλλά το να μην πονάεικανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται στην ψυχή. Γιατί δεν είναι ταμεθύσια και οι αδιάκοπες διασκεδάσεις ούτε οι απολαύσειςαγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων όσα προσφέρειένα πολυτελές τραπέζι, εκείνα που γεννούν την ευχάριστη ζωή,αλλά ο νηφάλιος λογισμός που ερευνά στο βάθος τις αιτίες γιακάθε προτίμηση ή αποφυγή, και που διώχνει τις δοξασίες από τιςοποίες μεγάλη ταραχή κυριεύει τις ψυχές. Αρχή όλων αυτών και το μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση. Γι' αυτόκαι πολυτιμότερο από τη φιλοσοφία είναι η φρόνηση, διότι απ'αυτήν όλες οι υπόλοιπες αρετές έχουν βγει, και επειδή διδάσκειότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα, χωρίς να ζειφρόνιμα και ηθικά και δίκαια, ούτε είναι δυνατόν να ζει κανείςφρόνιμα και ηθικά και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα. Γιατί οιαρετές έχουν φυτρώσει από την ίδια ρίζα με την ευχάριστη ζωήκαι η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές. Γιατί ποιος νομίζεις ότι είναι ανώτερος από αυτόν που έχεισωστές απόψεις για τον θεό και ο οποίος έχει λυτρωθεί τελείωςαπό το φόβο του θανάτου και ο οποίος έχει συνειδητοποιήσει τοσκοπό που έθεσε η φύση και ο οποίος πιστεύει πόσο εύκολαμπορεί να αναζητηθεί και να επιτευχθεί το ύψιστο αγαθό και πόσοη διάρκεια ή η ένταση των δεινών είναι σύντομη; Την δε ειμαρμένητου προτείνουν μερικοί ως κυρίαρχο των πάντων, πόσο αυτόςκοροϊδεύει βεβαιώνοντας ότι μερικά κατ' ανάγκη συμβαίνουν, άλλακατά τύχη κι άλλα από εμάς, επειδή βλέπει ότι η μεν ανάγκη είναιανεύθυνη η δε τύχη άστατη, η δική μας όμως δραστηριότητα είναιελεύθερη, γι' αυτό από τη φύση του είναι να υπόκειται σε μομφή ήνα επαινείται, γιατί είναι προτιμότερο να ακολουθούμε το μύθο καιτους θεούς παρά να υποτασσόμαστε στην ειμαρμένη των φυσικώνφιλοσόφων. Γιατί ο μύθος για τους θεούς αφήνει να διαφαίνεταικάποια ελπίδα εξιλέωσης με τη μεσολάβηση της τιμής προς τουςθεούς. Η ειμαρμένη εμφανίζει την ανάγκη να μη γνωρίζειεξιλέωση. Την τύχη ούτε θεό την θεωρεί, όπως την θεωρούν οιπολλοί, γιατί από τον θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα, ούτε τηνθεωρεί αβέβαιη έστω αιτία, γιατί δεν πιστεύει ότι από αυτήπαρέχεται το αγαθό ή το κακό για την μακαριότητα τωνανθρώπων, παρ' όλο που δημιουργεί την αφετηρία για μεγάλααγαθά ή κακά. Πιστεύει, λοιπόν, ότι είναι καλύτερο να ατυχήσεικανείς μετά από σωστή σκέψη, παρά να ευτυχήσει παράλογα. Διότιείναι καλύτερο στις πράξεις των ανθρώπων εκείνο που σωστάεπιλέχθηκε να αποτύχει, παρά εκείνο που κακώς επιλέχθηκε ναπετύχει λόγω τύχης. Να μελετάς, λοιπόν, αυτά τα συγγενικά με αυτά, μέρα και νύχταμόνος σου ή μαζί με όμοιον με σένα και ποτέ ούτε στον ύπνο σουούτε στον ξύπνιο σου θα διαταραχθείς, θα ζήσεις δε σαν θεόςμεταξύ των ανθρώπων. Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό ζώοάνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά. |