Άγγελος Τερζάκης
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
«Το βιβλίο αυτό εδώ προβάλλει αξιώσεις στην αυστηρότερη ιστορική αλήθεια,
όχι όμως και στην ιστορική πληρότητα. Δεν είναι σύνθεση επιστημονική.
Γραμμένο εξάλλου από άνθρωπο που είχε την τύχη να αναπνεύσει τον τραγικό αέρα του μετώπου,
αποκρούει με περιφρόνηση κάθε βέβηλη φαντασία, κάθε αδιάκριτη ανάμιξη του μυθιστορηματικού.
Η εκστρατεία του 1940-41 είναι από μόνη της πολύ πλούσια σε περιεχόμενο
για να χρειάζεται τη συμπλήρωση της σκηνοθεσίας. Ωστόσο, αυτή η εκστρατεία,
που όλοι τη λένε "το Έπος", έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο
θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο
ψυχολογικό και ιστορικό απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης,
αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων: η Κατοχή, η Αντίσταση,
το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου,
του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθαν να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας....
(Από τον πρόλογο του συγγραφέα)
|
Άγγελος Τερζάκης Ελληνική Εποποιΐα(1940-1941) από Έκδοση του 1964
Απόσπασμα από το πρώτο κεφάλαιο
Α. ΤΑ ΠΡΟΑΝΑΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ
Αν είναι αλήθεια πως ένα έθνος άξιο να ζήσει χαλυβδώνεται, ωριμάζει μέσα στον αγώνα, τότε και η
ιταλική επίθεση, η εισβολή στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1940, πρέπει να κριθεί με ειδικά κριτήρια.
Ας θεωρηθεί σαν ένα περιστατικό από εκείνα που, ενώ ξεκινάνε από μια πρόθεση ταπεινή και κακόβουλη,
μετουσιώνονται χάρη στο πνεύμα της Ιστορίας και γίνονται πηγές φρονήματος, ζωής.
Για τους Έλληνες των γενεών που έζησαν τις μεγάλες ημέρες του 1940-1941 ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος,
πραγματικά είναι κάτι σημαντικό και απροσδόκητο. Σημαντικό ήταν, αληθινά, περισσότερο από όσο μπορεί
να το θεωρήσει η απλή αναδρομή στη μνήμη. Απροσδόκητο όμως μόνο κατά το μέτρο της αξιοθρήνητης υποκρισίας
του αντιπάλου, που πέτυχε να συγκαλύψει τις προθέσεις του ως την τελευταία σχεδόν στιγμή. Γιατί έτσι κάποτε
ένας δυνατός μπορεί να ταπεινώνεται από τις ίδιες του τις μεθόδους και πράξεις. Μ έκπληξη διαπιστώνει
σήμερα ό ερευνητής της νεώτερης Ιστορίας ότι, από τις αρχές κιόλας του αιώνα μας, είχαν φανεί
οι εχθρικές προθέσεις που έτρεφε απέναντι στην Ελλάδα η Μεγάλη Δύναμη της Αδριατικής.
Η κατάληψη της Δωδεκανήσου με τρόπο παραπειστικό και πρόσχημα την προσωρινότητα, την απελευθέρωση,
ή βαθμιαία πολιτική διείσδυση της Ιταλίας στην Αλβανία, προγεφύρωμα για μελλοντική δράση της στη Βαλκανική,
η διεκδίκηση της Σμύρνης χωρίς κανένα δικαίωμα, ο βομβαρδισμός της ανοχύρωτης Κέρκυρας
γι' αντίποινα ενός εγκλήματος που είχαν διαπράξει οι ίδιοι οι Ιταλοί, δεν είναι παρά μόνον οι πιο θεαματικοί
σταθμοί μιας σειράς από χαρακτηριστικές ενέργειες που εκφράζουν τις βλέψεις της ιταλικής πολιτικής μέσα στον εθνικό ελληνικό χώρο.
Βλέψεις, αλλοίμονο, προγενέστερες από φασιστικό καθεστώς. Στην πραγματικότητα, ήταν υποτροπές ενός στείρου συμπλέγματος ηγεμονίας:
Ο Μουσολίνι, μεθυσμένος από μεγαλαυχία, θ΄αποπειραθεί να δώσει έκφραση σε όνειρο παλαιότερο: την ανασύσταση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας
ή τουλάχιστον της ενετικής θαλασσοκρατίας. «Πριν πεθάνω έλεγε στα 1922 σ ένα σωματοφύλακά του, βλέπω να
σχεδιάζεται πάνω στο γαλανό ιταλικό ουρανό μια αναγεννημένη αυτοκρατορία των Καισάρων».
Υπάρχουν σ' αυτό τον κόσμο αρχηγοί λαών, καθεστώτα, που δεν έχουν καταλάβει πως η Ιστορία δεν αντιγράφεται.
Δημιουργείται, και πάντοτε με νέους όρους, νέα πεπρωμένα, ανάλογα με τη γενική πορεία του ανθρώπινου γένους.
Ο Μουσολίνι είχε πιστέψει το θράσος μπορεί αφοπλίσει την αξιοπρέπεια και η υποκρισία να εξαφανίσει τη δίψα της ελευθερίας.
Αυτά καταμεσής στον 20ό αιώνας κι' απέναντι σ' ένα λαό πού, στο μάκρος πέντε χιλιάδων χρόνων, ίσαμε το πρόσφατο ακόμα παρελθόν,
δεν είχε πάψει να δίνει ματωμένα πειστήρια του πάθους του γι' ανεξαρτησία.
Κατά το διάστημα ωστόσο που ακολουθούσε τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923), η χώρα μας όχι μόνο δεν είχε πειράξει κανένα,
αλλά και είχε παλέψει σκληρότατα για να ορθοποδήσει ύστερα από το βαρύ τραύμα της μικρασιατικής καταστροφής.
Η προσπάθειά της ν' απορροφήσει ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες και ν' ανασυνταχθεί στον οικονομικό, το στρατιωτικό και
τον πολιτικό τομέα, ήταν πασίδηλες. Με την Ιταλία ειδικότερα, είχαμε συνάψει Σύμφωνο φιλίας τον Σεπτέμβρη του 1928.
Μόνος πιθανός κίνδυνος από το Βορρά: οι παλιές, γνωστές, ανήσυχες βλέψεις της Βουλγαρίας. Η χώρα αυτή, καθώς και η Αλβανία, παρέμενε έξω από το Βαλκανικό Σύμφωνο του 1934, που συνέδεε την Ελλάδα με τη Γιουγκοσλαβία, τη Ρουμανία και την Τουρκία. Το Σύμφωνο αυτό αποβλέπει στη διατήρηση του υφιστάμενου εδαφικού καθεστώτος στη Βαλκανική. Ο κίνδυνος από τη Δύση, δηλαδή η επίθεση από μια μεγάλη εξω βαλκανική Δύναμη, αν και γραμμένος αόριστα, από καιρό, στο υποσυνείδητο του ελληνικού έθνους, δεν φαινόταν και πρακτικά επικείμενος.
Ωστόσο συνάζονταν τα σύννεφα που θα έκαναν να ξεσπάσει μια μέρα ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Πόλεμος των Πέντε ηπείρων. Η έμμεση αναμέτρηση στην Ισπανία, στα 1936, είχε ανησυχήσει κάθε συνετό άνθρωπο, γιατί έμοιαζε πολύ με δοκιμαστική βολή. Η φασιστική Ιταλία, που είχε δώσει εξετάσεις ανθρωπιστικού πολιτισμού στα οροπέδια της Αιθιοπίας, στρεφόταν ξαφνικά, τον Απρίλιο του 1939, κατά της Αλβανίας, του Αχμέτ Ζώγου. Υστερα από ένα τελεσίγραφο, από εκείνα που έχουν συνταχθεί για να
μην αφήνουν περιθώριο παρά μόνο την απόρριψή τους, βομβαρδίζονταν από τους Ιταλούς στις 6 το πρωί οι λιμένες των Αγίων Σαράντα, του Αυλώνος, του Δυρραχίου, του Αγίου Ιωάννη της Μεδούης. Μαζί, γινόταν απόβαση
ιταλικών στρατευμάτων πού, ύστερα από μικρή αντίσταση, προχωρούσαν στο εσωτερικό της χώρας, έμπαιναν στην αλβανική πρωτεύουσα, τα Τίρανα,
ανέτρεπαν το καθεστώς. Το στέμμα της Αλβανίας θα προσφερόταν ψυχραιμότατα στο βασιλέα της Ιταλίας και Αυτοκράτορα της Αιθιοπίας Βίκτωρα Εμμανουήλ τον Γ.
Γίνεται έτσι πια αισθητό πώς η φασιστική Ιταλία έχει αποφασίσει να κάμει με στόμφο, όπως της αρμόζει, την εμφάνισή της στην Βαλκανική. Κατά το διάστημα που θ' ακολουθήσει την κατάληψη της Αλβανίας ως την επίθεση κατά των Ελλήνων, επί ενάμιση χρόνο, η Ιταλία του Μουσολίνι θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για να συγκαλύψει τις ποταπές της προθέσεις τον μικρό της αντίπαλο, που είναι στην πραγματικότητα κι' ο ουσιαστικός της στόχος: την Ελλάδα.
(απόσπασμα σελίδες 39-41)
Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.
Είταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνονταν στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ’ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κοπλώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτες βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.
Γιατί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικά μια αποκάλυψη: Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώρα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα: «Πόλεμος! οι Ιταλοί εισβάλλουν», είτανε σα γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο και λεβεντιά φούσκωναν τα στήθη.
[…]
Οι εφημερίδες, αν και Δευτέρα, κυκλοφόρησαν· έλεγαν με λίγα, χτυπητά λόγια τα σχετικά με το τελεσίγραφο, την είδηση πως οι Ιταλοί θα εισβάλουν στις έξη — τώρα. Κάτι ορθωνόταν σύσσωμο, να τους υποδεχτεί όπως αρμόζει. Τον ενθουσιασμό τον χρωμάτιζε η αγανάκτηση, η περιφρόνηση. Δρόμοι, πλατείες, σταυροδρόμια, είχαν φουντώσει στο μεταξύ από ζεστές ανάσες, κόσμο· μακρυές θεωρίες πορεύονταν προς την Ομόνοια, το Σύνταγμα, ενώ στο ραδιόφωνο ακουγόταν το διάγγελμα του Μεταξά: «Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της…» Σε μερικά μπαλκόνια φάνηκαν σημαίες, όπως στην 25η Μαρτίου. Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχιζε να τοιχοκολλείται στα κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό Ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο στην ελευθερία, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή.
Η ψυχολογία του λαού σε τέτοιες περιστάσεις φαίνεται στις γενικές της γραμμές απλή, το περιεχόμενό της όμως είναι σύνθετο. Η οργή για τη δολερή συμπεριφορά του αντιπάλου, την ηθική αναξιοπρέπεια, ξέσπασε εκείνο το πρωί σ’ αυθόρμητες επιθέσεις με στόχο τις εγκαταστάσεις των Ιταλών μέσα στην ίδια την Ελληνική πρωτεύουσα. Διαδηλώσεις έσπασαν το πρακτορείο της αεροπορικής Εταιρίας Άλα Λιττόρια στο Σύνταγμα, την Κάζα ντ’ Ιτάλια της οδού Πατησίων. Είχε γίνει ξαφνικά συνειδητό πως και τα δύο αυτά κρύβανε ίσαμε χτες κέντρα κατασκοπείας και προπαγάνδας. Η δυσαναλογία, έπειτα, ανάμεσα στον όγκο των ιμπεριαλιστικών αξιώσεων του εχθρού και στο ηθικό του υπόβραθρο, ξυπνούσε μιαν έντονη διάθεση για ονειδισμό. Είναι αυτή που θα χρωματίσει στο εξής, σε στενή εναλλαγή με τον βαθύτερα δραματικό τόνο, όλο τον αγώνα.
Όταν στις 9,30 έγινε ο πρώτος αεροπορικός συναγερμός στην πρωτεύουσα και φάνηκαν σε λίγο, πολύ ψηλά, τα εχθρικά αεροπλάνα, ο πληθυσμός δεν σκέφτηκε να κατέβει στα καταφύγια, ίσως τον είχαν διδάξει. Στάθηκε και κοίταζε το θέαμα από τους δρόμους, τα μπαλκόνια, τις ταράτσες. Βόμβες προορισμένες, για τον Πειραιά έπεσαν στη θάλασσα. Στο Τατόι δεν σημειώθηκαν ζημιές· χτυπήθηκε όμως σε τρία αλλεπάλληλα κύματα η Πάτρα, όπου τ’ αεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά, έρριξαν πάνω στον άμαχο πληθυσμό. Ξεθαρρεμένος εκείνος, είχε μείνει έξω από τα καταφύγια, όπως στην Αθήνα. Οι πενήντα νεκροί του και οι περισσότεροι από εκατό τραυματίες έκαναν φανερό πως ο εχθρός είταν αποφασισμένος να επιδείξει τη δύναμη του όπου το μπορούσε, βάναυσα.
Βομβαρδίστηκαν την ίδια μέρα εγκαταστάσεις κοντά στον Ισθμό, η Ναυτική βάση της Πρέβεζας, τα έργα υδρεύσεως στο Φασιδέρι της Κηφισιάς, η Κινέττα, η περιοχή Ιστιαίας. Στην Αθήνα, κατά τις 11 η ώρα, φάνηκαν μέσα σ’ ανοιχτό αυτοκίνητο να περνάνε αργά από τους κεντρικούς δρόμους ο Γεώργιος ο Β’ και ο Μεταξάς. Χαιρετούσαν χαμογελαστοί τα πλήθη, που είχαν συνεπαρθεί από ενθουσιασμό. Λησμονήθηκαν τότε διαφωνίες, αντιρρήσεις για το καθεστώς, πολιτικές αντιθέσεις, όλα. Κύματα κόσμος έζωνε το αυτοκίνητο, χυνόταν πάνω του, ζητωκραύγαζε, χειροκροτούσε. Αυτά – εκεί, είτανε τα πρόσωπα που ενσάρκωναν τη θέληση του έθνους , το φρόνημά του, τίποτ’ άλλο. Ο ελληνικός λαός είχε αποκτήσει μπροστά στον εθνικό εχθρό την ψυχική του ενότητα.
Το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου, που βγήκε σ’ έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων κοντά το μεσημέρι, έδωσε με λιτή αξιοπρέπεια τον τόνο στην όλη Υπόθεση. Σαν κείμενο, επέζησε, μπήκε στην Ιστορία: «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από τις 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Εκεί – πέρα, στα σύνορα, βροντούσε το κανόνι. Σε περισυλλογή βαθύτατη, με κλεισμένα μάτια, το άκουγε μέσα της κάθε ελληνική ψυχή.
|