,
Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Ο σατανικός Μεφιστοφελής, στον ΦΑΟΥΣΤ του Γκαίτε, βάζει στοίχημα με το Θεό ότι θα καταφέρει να κερδίσει την ψυχή του Δρ Φάουστ και κατεβαίνει στη Γη, όπου με πολλά μαγικά τεχνάσματα πείθει τον Φάουστ ότι μπορεί να του δώσει ξανά τα νιάτα και την ομορφιά του, με αντάλλαγμα την ψυχή του. Η συμφωνία κλείνει και ο ήρωας ανακαλύπτει γνώση που δεν ήξερε ότι υπήρχε, βιώνει καταστάσεις και συναισθήματα πρωτόγνωρα, γνωρίζει τον κόσμο και την ουσία του χωρίς ηθικές αναστολές, στο τέλος όμως, το οποίο κορυφώνεται με συγκλονιστικό τρόπο, ανακαλύπτει πως το τίμημα που καλείται να πληρώσει, έχοντας πουλήσει την ψυχή του, είναι υπέρμετρα υψηλό.

Η άντίθεση του Φάουστ και του Μεφιστοφελή αναδεικνύει την διπλή όψη της ζωής, την αιωνιότητα και την παροδικότητα, το ποιητικό και το μηδενιστικό στοιχείο. Η τάση του ανθρώπου προς το απόλυτο συνυπάρχει με την τάση του προς το θνητό και περιορισμένο, σε αυτή τη διπλή υπόσταση στηρίζεται όλο το έργο.

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

Φάουστ

Απόσπασμα από τον 1ο μονόλογο του Φάουστ
σε μτφ Κωνσταντίνου Χατζόπουλου
εκδόσεις ΓΡΑΜΜΑΤΑ 1991

"Αχ! σπούδασα φιλοσοφία
και νομική και γιατρική,
και αλί μου και θεολογία
με κόπο και μ' επιμονή·
και να με δω με τόσα φώτα,
εγώ μωρός, όσο και πρώτα!
Με λένε μάγιστρο, ακόμα δόκτορα,
και σέρνω δέκα χρόνια τώρα
από τη μύτη εδώ κι εκεί
τους μαθητές μου —
και το βλέπω δεν μπορεί
κανένας κάτι να γνωρίζει!
Λες την καρδιά μου αυτό φλογίζει.
Ναι, πιότερα ξέρω παρά όλοι μαζί,
γιατροί, δικηγόροι, παπάδες, σοφοί·
δισταγμοί, υποψίες δε με ταράζουν,
κόλασες, διάολοι δε με τρομάζουν —
έτσι όμως κι η χαρά μού είναι φευγάτη,
δεν το φαντάζομαι πως ξέρω κάτι
καλό στον κόσμο να το διδάξω,
να τον φωτίσω, να τον αλλάξω.
Ούτ' έχω δα καλά και πλούτο,
δόξα, τιμές στον κόσμο τούτο.
Μήτε σκυλί έτσι θα 'θελα να ζει!
Γι' αυτό έχω στη μαγεία παραδοθεί,
μήπως το πνεύμα το στόμα ανοίξει
κι η δύναμή του μη μου δείξει
κάποια μυστήρια, ώστε άλλο εδώ
να μην παιδεύουμαι να πω
ό,τι δεν ξέρω, να γνωρίσω τι
βαθιά τον κόσμο συγκρατεί,
κάθε αφορμή και σπόρο ν' αντικρίσω
και κούφια λόγια πια να μην πουλήσω.
Να 'βλεπες, φως του φεγγαριού,
τον πόνο μου στερνή φορά,
τις ώρες του μεσονυχτιού,
που εδώ σε πρόσμενα συχνά,
πώς σε βιβλία, χαρτιά σωρό
σύντροφο σ' είχα θλιβερό:
Αχ! να μπορούσα στις ψηλές
μ' εσέ ν' ανέβαινα κορφές,
με στοιχειά στα σπήλαια να πετούσα,
στο θάμπος σου λιβάδια να γυρνώ,
κάθε γνώσης τινάζοντας καπνό
στο δρόσος σου να ξαρρωστούσα"!

Οταν με τόλμη τα φτερά ανοίγει η φαντασία
Kαι στο αιώνιο προσδοκά ν' ανυψωθεί
Μια στάλα τόπος μπορεί να της αρκεί,
Μόλις στη δίνη των καιρών χάσει την ευτυχία.
Η έγνοια βαθιά μες στην καρδιά φωλιάζει,
Kρυφές πληγές σκάβει και μας σπαράζει.
Μας κλέβει κάθε μας χαρά και κάθε ηρεμία
Kαι πάντοτε σκεπάζεται με νέα προσωπεία.
Πότε χωράφι, σπίτι κ' οικογένεια εμφανίζει,
Αλλοτε δηλητήριο, μαχαίρι και φωτιά,
Τρέμει κανείς το άγνωστο με κάθε του ματιά,
Kι ό,τι δεν έχασε, με δάκρυ το ποτίζει.
Δε μοιάζω στους Θεούς! Προχώρησα πολύ
Με το σκουλήκι μοιάζω, που σκάβει μες στη γη.
Σ' αυτό που σέρνεται και ζει μέσα στη σκόνη,
Ωσπου αγνώστου πέλμα με βία το σκοτώνει!
Δεν είναι σκόνη, αυτός ο τοίχος ο ψηλός,
που με χιλιάδες ράφια με πλακώνει;
Η ανόητη φλυαρία που με ζώνει
και προς τον σκώρο με σπρώχνει διαρκώς;
Εδώ θα βρω, ό,τι δεν έμαθα με τόσους κόπους;
Θα ξεφυλλίζω τόμους τα βιβλία,
Για να δω πως τυραννία βασανίζει τους ανθρώπους
Τόλμα τις πύλες ν' ανοίξεις με ορμή,
Που τις κοιτά κανείς, μα δεν τις πλησιάζει,
Ηρθε η ώρα να δείξεις με πυγμή,
Πως ο άνθρωπος μπροστά στο θείο δε δειλιάζει:
Μην τρέμεις μπροστά στη σκοτεινή σπηλιά,
Που σε κατάρα μετατρέπει την κάθε φαντασία,
Μα να περνάς, χωρίς να δίνεις σημασία,
Από το στόμιο που ξερνά της κόλασης φωτιά -
Με διαύγεια το βήμα να τολμήσεις,
Εστω και στο Μηδέν αν τερματίσεις!»


τα παρακάτω αποσπάσματα
ΑΠΟ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ 2003
ΜΤΦ ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

(Το πνεύμα της γης συστήνεται:)


Όλα τα πλάτη της ζωής
και όλα της τα μήκη
Οργώνω εγώ σε βάθος
Παντού και πάντα υφαίνω
Η γέννηση κι ο τάφος
Νερό ανταριασμένο
Υφή εναλλασσόμενη
Ζωή καυτή, παλλόμενη:
Έτσι πλέκω στου καιρού τον αργαλειό
Ρούχο ζωντανό, που ντύνει τον Θεό


(Ο Μεφιστοφελής στο παρακάτω απόσπασμα
μιλάει για τις επιστήμες στον φοιτητή)

Χρόνου φείδου! Και μην τον σπαταλήσεις.
Η τάξη σού μαθαίνει χρόνο να κερδίσεις
Γι αυτό πρώτα να στραφείς
Στο αντικείμενο της Λογικής.
Αυτή το πνεύμα σου θα στρώσει,
Στον φάλαγγα ευθύς θα το βιδώσει,
Ώστε με έξοχο συνδυασμό
Να φρενάρεις της σκέψης τον ειρμό,
Κι όχι να τρέχεις στα τυφλά χωρίς αλφάδι,
Μια πάνω και μια κάτω σα στραβάδι.
Μετά, μέρες πολλές, θα διδαχτείς
Πως ό,τι έμαθες σ' εύκολη συγκυρία,
Όπως να φας, να πούμε, ή να πιεις,
Χρειάζεται κι αυτό το ένα-δύο-τρία.
Να ξέρεις πως τη μηχανή της σκέψης
Σαν υφαντής πρέπει να μαστορέψεις,
Που μ' ένα πάτημα τόσα νήματα κινεί
Και οι σαΐτες αδιάκοπα οργώνουν
Τα νήματα αόρατα ενώνουν,
Με μία κίνηση χίλιοι συνδυασμοί.
Ο φιλόσοφος στην αίθουσα εισβάλλει,
Στο μυαλό σας τάξη για να βάλει,
Σας λέει, το πρώτο είναι έτσι, το δεύτερο αλλιώς
Το τρίτο είναι έτσι, το τέταρτο αλλιώς,
Και αν το πρώτο και το δεύτερο δεν είχε
Το τρίτο και το τέταρτο ποτέ δε θα υπήρχε,
Αυτά τα επαινούν πολύ οι μαθητές,
Μα δεν μπόρεσαν να γίνουν υφαντές.
Όποιος κάτι ζωντανό φλέγεται να γνωρίσει,
Κοιτα πρώτα πώς το πνεύμα να χωρίσει,
Τους κρίκους μετά στο χέρι του κραδαίνει
Λείπει όμως -αχ- η αλυσίδα που τους δένει.


(όταν ο Μεφιστοφελής έρχεται
να διεκδικήσει την ψυχή του
πεθαμένου πια Φάουστ)

Το σώμα εδώ, το πνεύμα τρέχει να γλύτώσει
Τη ματωμένη υπογραφή του δείχνω ευθύς,
Μα διαθέτει τόσα μέσα σήμερα κανείς
Από τον σατανά ψυχές για να σουφρώσει.
Οι δρόμοι οι παλιοί έχουν στομώσει,
Στους νέους δεν είμαστε αρεστοί,
Άλλοτε θα 'χα μόνος τελειωσει,
Τώρα μου χρειάζονται και βοηθοί.
Όπου κι αν γυρίσουμε, στραβά μας πάνε,
Ηθη, έθιμα και δίκαιο, όλα τα ξεχνάνε,
Σε τίποτα δεν μπορεί κανείς να βασιστεί.