Κάρλος Φουέντες ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κάρλος Φουέντες

O θάνατος του Αρτέμιο Κρουζ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
(η αρχή του μυθιστορήματος)

«Ξυπνάω… Με ξυπνάει αυτή η επαφή μ’ αυτό το κρύο πράγμα ανάμεσα στα σκέλια. Δεν το ‘ξερα πως είναι φορές που μπορείς να κατουρηθείς χωρίς να το θέλεις. Μένω με τα μάτια κλειστά. Οι κοντινές φωνές δεν ακούγονται. Αν άνοιγα τα μάτια, μήπως θα τις άκουγα;… Όμως τα βλέφαρά μου είναι βαριά: δυο μολύβια, χάλκινα νομίσματα στη γλώσσα, σφυροκοπήματα στ’ αυτιά, κάτι… κάτι… σαν οξειδωμένο ασήμι στην ανάσα. Μεταλλικά όλ’ αυτά. Μα ίσως πάλι ορυκτά. Κατουρήθηκα χωρίς να το καταλάβω. Ποιος ξέρει – ξαφνικά συνειδητοποιώ πως έμεινα αναίσθητος – στη διάρκεια αυτών των ωρών ίσως και να έφαγα χωρίς να το καταλάβω. Γιατί μόλις που χάραζε όταν άπλωσα το χέρι κι αναποδογύρισα - κι αυτό χωρίς να το θέλω – το τηλέφωνο στο πάτωμα κι έμεινα μπρούμυτα στο κρεβάτι, με τα μπράτσα μου να κρέμονται, ένα μυρμήγκιασμα στις φλέβες του καρπού[».

[...]

«Το εσωτερικό σύστημα κατασβέσεως της πυρκαγιάς θα λειτουργήσει και το αεροπλάνο θα προσγειωθεί χωρίς άλλες ανωμαλίες, κανείς όμως δε θα πάρει είδηση πως μόνο εσύ ένας γέρος εβδομήντα ενός χρονών κράτησες την ψυχραιμία σου . Θα νιώσεις υπερηφάνεια για τον εαυτό σου χωρίς να το δείξεις. Θα σκεφτείς πως έχεις κάνει στη ζωή σου τόσες άνανδρες πράξεις που σου είναι εύκολο να είσαι γενναίος…Θα χαμογελάσεις και θα πεις πως όχι δεν είναι παραδοξολογία: είναι η αλήθεια και ίσως μάλιστα μια αλήθεια με γενική ισχύ.

[…]

«Πατέρες έσπειραν παιδιά με χλωμά μάτια και σκούρο δέρμα, που αν τα είχαν αναγνωρίσει θα ονομάζονταν Ντιμπουά και Χερτσφελντ, Νόγκι και Παλεστρίνι κι όμως ονομάστηκαν απ’ τις μανάδες τους Πέρεζ και Λέον και Γκόμεζ κι έγιναν οι είλωτες και οι συνταγματάρχες , οι πληρωμένοι εγκάθετοι της Ισπανίας και της Αμερικής οι προορισμένοι να επανδρώσουν τις χούντες και να κυβερνήσουν σκληρά όσο κανείς

[…]

«Πότε είναι μεγαλύτερη η ευτυχία του έρωτα; Στην ερωτική πράξη ή στο άλμα μπροστά, στη φαντασίωση του πώς θα είναι η επόμενη ερωτική σκηνή; Η καταπονημένη χαρά της ανάμνησης και ξανά η πλήρης επιθυμία, μεγεθυμένη από τον έρωτα μιας καινούργιας ερωτικής πράξης είναι ευτυχία; Αυτή η απόλαυση του έρωτα μας αφήνει έκπληκτους. Πώς είναι δυνατόν ολόκληρο το είναι ενός ανθρώπου να χάνεται στη σάρκα και στο βλέμμα της αγαπημένης του ύπαρξης, και συγχρόνως να χάνει κάθε έννοια και κάθε αίσθηση του έξω κόσμου; Πώς είναι δυνατόν; Πώς πληρώνεται αυτός ο έρωτας, αυτή η απόλαυση, αυτή η ψευδαίσθηση; Τα αντίτιμα που ο κόσμος εξαγοράζει τον έρωτα είναι πολλαπλά. Όπως στα θέατρα και στα στάδια, υπάρχουν διαφορετικές τιμές εισόδου και προτιμώμενες θέσεις. Το βλέμμα είναι το απαραίτητο εισιτήριο του έρωτα. Από τα μάτια πιάνεται ο έρωτας, λέει η παροιμία. Και είναι αλήθεια, όταν αγαπάμε όλος ο κόσμος χάνεται από τα μάτια μας. Έχουμε μάτια μόνο για το αγαπημένο πρόσωπο»

«Τελικά, ποια ηλικία μας ανήκει περισσότερο από την παιδική, στην οποία, πραγματικά, εξαρτιόμαστε από άλλους; Τα πάντα είναι πιο αργά στην παιδική ηλικία. Οι διακοπές μας φαίνονται απολαυστικά αιώνιες. Το ίδιο και τα ωράρια του σχολείου. Παρόλο που είμαστε προσκολλημένοι στο σχολείο και ιδιαίτερα στην οικογένεια, έχουμε σε αυτή την περίοδο της ζωής μας περισσότερη ελευθερία από οποιαδήποτε άλλη απέναντι σε αυτά που μας δένουν. Αυτό οφείλεται, πιστεύω, στο ότι η ελευθερία στην παιδική ηλικία ταυτίζεται με τη φαντασία, κι αφού στην τελευταία όλα είναι δυνατά, η ελευθερία να είμαστε πάνω από την οικογένεια και το σχολείο πετάει ψηλότερα και μας επιτρέπει να ζούμε σε μεγαλύτερη απόσταση, παρά στις ηλικίες στις οποίες πρέπει να συμμορφωθούμε για να επιβιώσουμε, να προσαρμοστούμε στους ρυθμούς της επαγγελματικής ζωής και να υποστούμε κανόνες κληρονομημένους και αποδεκτούς από ένα είδος γενικού κομφορμισμού. Ήμασταν, όταν ήμασταν παιδιά, μοναδικοί μάγοι. Θα γίνουμε, ως ενήλικοι, αγέλη.»

Απόσπασμα από

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ή ΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

[…] Η μοναδική μου βεβαιότητα, ήδη το βλέπετε, είναι ότι η γλώσσα και οι λέξεις θριάμβευσαν και στις δύο όχθες. Το ξέρω γιατί η μορφή αυτού του αφηγήματος, που είναι μια ανάποδη εξιστόρηση, ταυτίστηκε πάρα πολλές φορές με θανάσιμες εκρήξεις, ήττες αντιπάλων ή αποκαλυπτικά γεγονότα. Μου αρέσει που τη χρησιμοποιώ εδώ, ξεκινώντας από το δέκα για να φτάσω στο μηδέν, με στόχο να υπαινιχθώ μια διαρκή επανεκκίνηση των διαρκώς ανολοκλήρωτων ιστοριών, αλλά μονάχα με την προϋπόθεση πως τις ορίζει, όπως στην αφήγηση των Μάγια για τους Θεούς του Ουρανού και της Γης, ο λόγος.

Αυτή είναι ίσως το αληθινό αστέρι που διασχίζει τη θάλασσα και αδελφώνει τις δύο όχθες. Οι Ισπανοί, πρέπει να το διευκρινίσω εγκαίρως, δεν το κατάλαβαν απ' την αρχή. Όταν έφτασα στη Σεβίλλη καβάλα στο λεκτικό μου άστρο, μπέρδεψαν το φευγαλέο φως του μ' ένα τρομερό πουλί, σύνοψη όλων των αρπακτικών πτηνών που πετούν στο πιο βαθύ σκοτάδι, αλλά λιγότερο τρομοκρατικό όχι εξαιτίας της πτήσης του όσο εξαιτίας της προσγείωσής του, της ικανότητάς του να σέρνεται πάνω στη γη με την υδραργυρική καταστροφή ενός δηλητηρίου: γύπας των αέρων, φίδι του χώματος, αυτό το μυθολογικό πλάσμα που πέταξε πάνω από τη Σεβίλλη και σύρθηκε στην Εστρεμαδούρα τύφλωσε τους αγίους και γοήτευσε τους δαίμονες της Ισπανίας, όλους τους τρόμαξε με τον νεωτερισμό του και ήταν, όπως τα ισπανικά άλογα στο Μεξικό, ανίκητο.

Αν και είχε μεταμορφωθεί σε τέρας, αυτό το ζώο, ωστόσο, ήταν μόνο μια λέξη. Και η λέξη ξεδιπλώνεται στον φολιδωτό αέρα, στη φτερωτή γη, σαν μία και μοναδική ερώτηση: Πόσο θ' αργήσει ακόμα μέχρι να έρθει το παρόν; Δίδυμη του Θεού, δίδυμη του ανθρώπου: πάνω στη λίμνη του Μεξικού, όπου κυλάει το ποτάμι της Σεβίλλης, ανοίγουνε ταυτόχρονα τα βλέφαρα του Ήλιου και της Σελήνης. Τα πρόσωπά μας ριγώνονται από τη φωτιά, αλλά ταυτόχρονα οι γλώσσες μας αυλακώνονται από την επιθυμία και τη μνήμη. Οι λέξεις ζούνε και στις δύο όχθες. Και δεν επουλώνονται.-