,
ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Η Γαλήνη

(απόσπασμα)

[……]
"Η μακρινή λιτανεία ολοένα πλησιάζει. Το σύννεφο η σκόνη μακραίνει πιο πολύ μες στην πυκνή ατμόσφαιρα. Σιγά - σιγά εξοικειώνεται , δένεται μαζί της και χάνεται μέσα της, με την ικανότητα της προσαρμογής που έχουν τα πράγματα του κόσμου τούτου. Όμως, κάτω απ' το σύννεφο η εξοικείωση δεν είναι εύκολη. Ένα κοπάδι γυναίκες , παιδιά και γέροντες βογκούν δυνατά, κυνηγημένοι απ' τον ήλιο, απ' τη στέρηση και απ' την εξάντληση του δρόμου. Στα πρόσωπα ο ίδρος, ζυμωμένος με τη σκόνη, στάζει σα λάσπη. Νέοι άντρες είναι λίγοι. Οι πιο πολλοί του κοπαδιού περπατούν ξυπόλητοι, κι όλοι σηκώνουν στον ώμο ένα φορτίο, ένα τσουβάλι γεμάτο ή έναν μπόγο.
- Αχ! Πού μας στέλνουν να ζήσουμε! Πού μας στέλνουν! τσίριζε δυνατά μια γυναίκα. Εδώ είναι έρημος! Έρημος!
Τότε οι άλλες γυναίκες, με το σύνθημα το δοσμένο απ' τη μια, άρχισαν ολολύζουν, όλες μαζί, και να καταριούνται τη μοίρα τους. - Θα πεθάνουμε σ' αυτό τον άγριο τόπο! Θα πεθάνουμε, εμείς και τα παιδιά μας! Θα πεθάνουμε!
Οι άντρες κ΄οι γέροι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να πολεμήσουν τον πανικό. Καθένας πολεμούσε να ησυχάσει την πλαϊνή του γυναίκα, τη γυναίκα του, τη μητέρα του. Μα η απελπισία έτρεχε μες στον πηχτόν αγέρα, δύναμη γόνιμη σαν τη γύρη.
- Τίποτα!...ολόλυζαν. Τίποτα δε θα μας γλυτώσει! Εδώ θα μείνουμε!... Φώναζαν για ένα δέντρο. Να ήταν ένα δέντρο να ξαποστάσουν κάτω απ' τον ίσκιο του. Μα σ' όλη την άπλα του μικρού κάμπου μια γραμμή καν δε φαινόταν στυλωμένη κατά τον ουρανό. Μαύριζε μονάχα ο τόπος απ' τα σκίνα, που πάνω τους έτρεμε ο ήλιος. Το μαρτύριο του νερού ήρθε, τότε, στη δύσκολη ώρα. Όταν ξεκινήσαν απ' τα Καλύβια, το τελευταίο κατοικημένο μέρος της περιοχής, τους είχαν πει πως στο μονοπάτι απάνω θα βρουν δυο πηγάδια. Κ' ύστερα, κοντά στη θάλασσα, θα βρουν άλλο ένα . Είχαν βρει το πρώτο, ξεδιψάσαν , και πηγαίναν για το άλλο. Η προσδοκία του μέρευε τη φοβερή δίψα, κ' επειδή ήταν μια προσδοκία, μέρευε λίγο την καρδιά τους με φως.
Όταν, απ' την εμπροσθοφυλακή τους, τους πρώτους που βαδίζαν , ήρθε το άγγελμα:
- Είναι ξερό! Το πηγάδι είναι ξερό!
Τότε, αδύναμοι πια να χτυπηθούν με τη μοίρα τους, καθήσαν όλοι μονομιάς καταγής, και το σύννεφο που σηκώναν τα ματωμένα ποδάρια σταμάτησε απάνω τους. Ένα βαρύ μουκανητό πέρασε μέσα απ' το κίτρινο τούτο πέπλο και προσπάθησε ν' ανέβει στο Θεό.
- Τι φταίξαμε! φωνάζανε. Τι φταίξαμε!
Φωνάζαν. Ύστερα, σιγά, η φωνή τους αδυνάτισε, ίσαμε που έσβησε σε χαμηλά βογκητά.
Τότε ακουστήκαν τα βήματα ενός συντρόφου τους, που είχε πάει μπροστά μονάχος και τώρα γύριζε πίσω φωνάζοντας:
- Σηκωθείτε! Σηκωθείτε! Η θάλασσα!
Η θάλασσα! Πού ήταν, λοιπόν, η θάλασσα! Ο πεσμένος όγκος σάλεψε μονομιάς σαν κύμα. Η ζεστή εικόνα το ανατάραξε, κ' ύστερα το κίνησε ορμητικά, με τη φοβερή δύναμη που έχουν οι λέξεις.
- Σηκωθείτε! Σηκωθείτε! φωνάζαν οι άντρες. Λίγο κουράγιο ακόμα! Φτάνουμε στη θάλασσα!
Το σύννεφο, που είχε χαμηλώσει απάνω τους, έκαμε πάλι πανιά και κίνησε πάλι μαζί τους, ουράνιο πλοίο. Τρέχαν χαμηλά, στρίψαν ένα μικρό ύψωμα, όταν νέα φωνή, πιο ζεστή και πιο άγρια, σηκώθηκε να διαλυθεί μες στη σκόνη:
- Το αλάτι! Το αλάτι! Κοιτάξτε λοιπόν κει κάτω!
Οι άσπρες κολόνες των αλυκών, ακίνητο και ανέκφραστο μνημείο, παίζαν με τη σιωπή του βάθους και με το φως. Τίποτα δε μπορούσε να είναι πιο ακίνητο και πιο ανέκφραστο από αυτό στο ξερό τοπίο. Όμως για τους ανθρώπους τούτους οι κολόνες γίνονταν μονομιάς μαγεία, πλέαν πάνω στο κύμα και στα βουνά, πέρα, κατά τη μακρινή πατρίδα, εκεί όπου ίδιες κολόνες άσπριζαν, ίδιες σαν αυτές εδώ. Ήταν ένα ξαφνικό ανασάλεμα της μνήμης και της καρδιάς, ένα μακρινό μήνυμα απ' την εφέστια γη.
- Ας είσαι βλογημένος! φωνάζαν στο Θεό. Τουλάχιστον είναι αυτό εκεί, - και δείχναν το αλάτι.
Πάνω στην ώρα φάνηκαν να σιμώνουν κ' οι δυο χωριάτες που έρχονταν απ' το λόφο.
- Ε, σεις! Σταθείτε μια στιγμή! φώναξαν στο κοπάδι.
Στάθηκαν, βλέποντας άξαφνα ανθρώπους.
-Πού πάτε;
- Ανάβυσσο δεν είναι δω; αποκρίθηκε μια φωνή. Εδώ ερχόμαστε!
- Τι είσαστε;
- Πρόσφυγες είμαστε.
- Και τι γυρεύετε σ' αυτά τα μέρη;
- Μας δώσαν τη γη! αποκρίθηκε η φωνή του κοπαδιού. Θα μείνουμε εδώ!
- Τη γη! Ποια γη ; είπε ξαφνιασμένος ο ένας απ' τους χωριάτες. Εδώ φυτρώνουν μονάχα βούρλα, στον τόπο ετούτο.
Κ' ύστερα:
- Θα πεθάνετε, τους λέει, εσείς και τα παιδιά σας! Θα πεθάνετε αν, στα σωστά, ερχόσαστε να μείνετε σ' αυτά τα μέρη!
Μα το κοπάδι , κινημένο τώρα απ' το όραμα του αλατιού, κατέβαινε κιόλας χαμηλά, με τις δυνάμεις που του απόμεναν..."