|
ΚΑΡΛΟ ΓΚΟΛΝΤΟΝΙ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Στο έργο του Γκολντίνι ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΔΥΟ ΑΦΕΝΤΑΔΩΝ, πρωταγωνιστεί ο χωρατατζής και γκαφατζής υπηρέτης Τρουφαλδίνος, ο οποίος αναγκάζεται να υπηρετήσει συγχρόνως δύο αφεντικά, τον Φλορίντο και τη μεταμφιεσμένη σε άντρα Βεατρίκη για να έχει περισσότερα έσοδα. Αν και συνήθως τα κάνει θάλασσα, καταφέρνει και τα μπαλώνει και τη βγάζει καθαρή, μπερδεύοντας τους πάντες ώστε στο τέλος να αναδεικνύεται σε αφεντικό των αφεντικών του. | |||
|---|---|---|---|
|
Αποσπάσματα από ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΔΥΟ ΑΦΕΝΤΑΔΩΝ 1ο απόσπασμα ΦΛΟΡΙΝΤΟ : Aυτό είναι το πορτρέτο που είχα χαρίσει στην Μπεατρίτσε. Πώς βρέθηκε αυτό στην τσέπη μου; ΤΡΟΦΑΛΔΙΝΟ: Τι να του πώ, Χριστέ μου, τι να του πω; E,βρέθηκε. ΦΛΟΡΙΝΤΟ: Πώς βρέθηκε; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ: Το έβαλα εγώ. ΦΛΟΡΙΝΤΟ:Kαι πού το βρήκες εσύ; ΤΡΟΦΑΛΝΤΙΝΟ: Το κληρονόμησα. ΦΛΟΡΙΝΤΟ: Από ποιόν; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ: Από έναν άλλον αφέντη που είχα πριν. Ο άλλος αφέντης πέθανε ,μου άφησε κάτι μικροπράγματα ,εγώ τα πούλησα τα άλλα και αυτό το κράτησα. ΦΛΟΡΙΝΤΟ: Πότε πέθανέ ο αφέντης σου; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ: Εδώ και πάρα πολύ καιρό. Πάνω από μια βδομάδα. ΦΛΟΡΙΝΤΟ: Πώς τον λέγανε τον αφέντη σου; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ: Δεν ξέρω ήταν πολύ κλειστός τύπος, δεν μίλαγε σχεδόν ποτέ. ΦΛΟΡΙΝΤΟ: Πόσον καιρό ήσουν υπηρέτης του; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ: Πάρα πολύ καιρό. Πάνω από εβδομάδα. ΦΛΟΡΙΝΤΟ: (Μόνος) Φοβάμαι! Τρέμω! Λες να ήταν η Μπεατρίτσε ; Αυτή ταξίδεψε ντυμένη αντρικά και, σίγουρα, μίλαγε λίγο για να μην την καταλάβουν. 2ο απόσπασμα στο οποίο ο Τρουφαλδίνος καταφέρνει να σερβίρει ταυτόχρονα και τα δύο αφεντικά του, που βρίσκονται σε δύο διπλανά δωμάτια ενός ξενοδοχείου (Μπαίνει ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ, κρατώντας μια πιατέλα με βραστό.) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Πού ’ν’ τος αυτός; Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ (Απ’ το δωμάτιο.) Εδώ είμαι, συνάδερφε. Τι θες; (Μπαίνει ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ.) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Το βραστό. Εγώ πάω να φέρω τ’ άλλο πιάτο. (Του δίνει την πιατέλα και βγαίνει.) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ Βοδινό να ’ναι ή χοιρινό; (Το μυρίζει.) Σαν βοδινό μου φαίνεται. Για να δούμε. (Βγάζει απ’ την τσέπη του ένα πιρούνι και δοκιμάζει.) Ούτε βοδινό, ούτε χοιρινό… Αρνάκι πρώτης είναι, μαλακό σαν κοριτσίστικο μάγουλο! (Πάει κατά το δωμάτιο της Βεατρίκης.) (Μπαίνει ο ΦΛΟΡΙΝΤΟ.) ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ (Μέσα του.) Ω, λαχτάρα μου! ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Πού πας μ’ αυτή την πιατέλα; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ Πάω… στο τραπέζι, σινιόρε. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ Για την αφεντιά σας. ΦΛΟΡ Και πώς γίνεται να σερβίρεις, αφού δεν είμ’ εδώ; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ Εδώ είστε. ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Δεν ήμουν, όμως. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ Σας είδα απ’ το παράθυρο. ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Κι άρχισες το σερβίρισμα απ’ το κρέας, όχι απ’ τη σούπα; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ Ξέρετε, αφέντη, εδώ, στη Βενετία, τη σούπα την τρώνε μετά το κρέας, για ορεχτικό. ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Εγώ συνηθίζω αλλιώς. Θέλω σούπα. Ξαναπήγαινε το κρέας στην κουζίνα. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Μάλιστα, σινιόρε, όπως αγαπάτε. ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Και γρήγορα, γιατί θέλω να ξεκουραστώ και λίγο. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Κι εγώ, σινιόρε. (Κάνει πως πάει προς την κουζίνα) ΦΛΟΡΙΝΤΟ. (Μέσα του) Πού να είναι η Βεατρίκη; Πού να είναι; (Μπαίνει στο απέναντι δωμάτιο) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Μόλις βγαίνει ο Φλορίντο, τρέχει στο δωμάτιο της Βεατρίκης, φωνάζοντας) Έφτα… (Κόβεται, συνεχίζει χαμηλόφωνα) …σεεεε! (Μπαίνει στο δωμάτιο.) (Έρχεται ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ με μια άλλη πιατέλα) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Πάλι θα τονε περιμένω, αυτόν το μούργο; (Φωνάζει) Τρουφαλδίνο!(Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ βγαίνει.) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Εδώ είμαι, δε με βλέπεις; Τρέξε να φτιάξεις εκείνο το δωμάτιο, για τον άλλο ξένο, και φέρε αμέσως τη σούπα. ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Τρέχω. (Βγαίνει αργά αργά) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Τι να ’χει τούτη η πιατέλα; Λες να ’ναι αυτό το φρι… το φρικιό; Για να δούμε. (Βγάζει το κουτάλι του και δοκιμάζει) Μμμ, καλό, καλό, αρχοντοφαΐ! (Το πάει στο δωμάτιο της Βεατρίκης) (Μπαίνουν οι ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΙ με σκεύη για το τραπέζι και τα πάνε στο δωμάτιο του Φλορίντο) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Άντε, κουνηθείτε! Σβέλτα, έφτασα! (Οι ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΙ βγαίνουν απ’ το δωμάτιο του Φλορίντο και πάνε στην κουζίνα) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Γρήγορα, χελώνες μου, τη σούπα! ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Εσύ κοίταξε το δικό σου τραπέζι κι άσε τ’ άλλο σ’ εμάς. (Βγαίνει) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Θα κοιτάξω και τα δύο, μέχρι ν’ αλληθωρίσω. (Έρχεται ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ, με μια σουπιέρα για τον Φλορίντο) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Δώσ’ μου τη, θα τηνε πάω εγώ. Εσύ φέρε τα φαγιά για τους άλλους. (Παίρνει τη σουπιέρα και την πάει στο δωμάτιο του Φλορίντο.) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Βιδάτος είν’ αυτός. Μα τι με νοιάζει εμένα; (ΟΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ βγαίνει απ’ το δωμάτιο του Φλορίντο) ΒΕΑΤΡΙΚΗ (Τον φωνάζει από μέσα.) Τρουφαλδίνο! ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Έι, σε φωνάζει ο αφέντης σου. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Έφτασε! (Τρέχει στο δωμάτιο της Βεατρίκης) (Ένας άλλος ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ φέρνει το κρέας για τον Φλορίντο) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Δωσ’ το εδώ. (Το παίρνει.) (Ο Σερβιτόρος φεύγει. Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ βγαίνει απ’ το δωμάτιο της Βεατρίκης με τα λερωμένα πιάτα.) ΦΛΟΡΙΝΤΟ. (Φωνάζει) Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Έφτασε! (Κάνει να πάρει το πιάτο απ’ τον Σερβιτόρο) Δώσ’ μου το. ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Θα το πάω εγώ. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Κουφός είσαι; Εμένα φώναξε! (Του αρπάζει το πιάτο και το πάει στον Φλορίντο) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Μουρλός είν’ αυτός. Θέλει να τα κάνει όλα μόνος του. (Ένας ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ φέρνει ένα πιάτο με κεφτέδες. Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ βγαίνει απ’ το δωμάτιο του Φλορίντο με τα λερωμένα πιάτα) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Ορίστε, σιορ πολυτεχνίτη, οι κεφτέδες του αφέντη σου. (Βγαίνει) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Κεφτέδες!… Ποιανού να τους πάω; Ποιος απ’ τους δυο γύρεψε κεφτέδες; Αν δεν τους δώσω σε κείνον που τους παράγγειλε, θα τους γυρέψει – και τότε, ζήτω που καήκαμε! Εδώ σε θέλω… Α, να τι θα κάνω…. Μωρέ, είμαι μεγάλος εγώ! Θα τους μοιράσω σε δυο πιάτα, θα πάω τους μισούς στον καθένα, αυτός που τους γύρεψε θα τους δει – κι ούτε γάτα ούτε ζημιά! (Παίρνει ένα άλλο πιάτο και χωρίζει τους κεφτέδες). Τέσσερις εσύ, τέσσερις εσύ… Περισσεύει ένας! Σε ποιόνε να τονε δώσω; (παίρνει τον πέμπτο κεφτέ, κάνει να τον βάλει στο ένα πιάτο, μετανιώνει, κάνει να τον βάλει στο άλλο πιάτο, ξαναμετανιώνει) Α, όχι αδικίες! Δε θέλω να ’χει κανένας παράπονο… Λοιπόν, θα τονε φάω εγώ! (Τρώει τον κεφτέ.) Μεγαλείο μοιρασιά! (Αφήνει κάτω το ένα πιάτο και πάει το άλλο στο δωμάτιο της Βεατρίκης.) (Έρχεται ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ με μια πουτίγκα) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. (Φωνάζει) Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Απ’ το δωμάτιο) Έφτασε! (Βγαίνει απ’ το δωμάτιο της Βεατρίκης) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Η πουτίγκα. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Στάσου κι ήρθα. (Παίρνει το άλλο πιάτο με τους κεφτέδες και το πάει στον Φλορίντο) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Λάθος! Οι κεφτέδες πάνε από ’κει. (Δείχνει το δωμάτιο της Βεατρίκης) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Το ξέρω, ξυπνοπούλι. Τους πήγα από ’κει, κι ο αφέντης μου στέλνει τους μισούς να κεράσει τον ξένο από ’δω. (Μπαίνει στο δωμάτιο του Φλορίντο) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Μα, αφού γνωρίζονται, γιατί δεν τρώνε μαζί; (Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ βγαίνει απ’ το δωμάτιο του Φλορίντο) ΦΛΟΡΙΝΤΟ. (Φωνάζει) Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Και το σόι πράμα είναι τούτο; ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Η πουτίγκα. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Η Εγγλέζα; ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Ναι. (Βγαίνει.) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Τι κέρατο είναι πάλι αυτή η Κατίγκω; Από μυρουδιά σκίζει, μα φαίνεται σαν κουρκούτι. Για να δούμε. (Βγάζει απ’ την τσέπη του ένα πιρούνι, αλλάζει γνώμη, βγάζει το κουταλάκι του γλυκού) Όλο το παν είναι να ’σαι οπλισμένος για όλα. (Δοκιμάζει) Μμμ, καλύτερο από κουρκούτι. (Τρώει κάμποσο, βιαστικά) ΒΕΑΤΡΙΚΗ (φωνάζει από μέσα) Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Με γεμάτο στόμα) Έφτασε! ΦΛΟΡΙΝΤΟ. (Φωνάζει) Τρουφαλδίνο! ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Το ίδιο) Έφτασε! Μεγαλείο πράμα! Ένα κομματάκι ακόμα! (Εξακολουθεί να τρώει) ΒΕΑΤΡΙΚΗ. (φωνάζει πιο δυνατά) Τρουφαλδίνο! Πού είσαι; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Το ίδιο) Εδώ! ΦΛΟΡΙΝΤΟ. (Πιο δυνατά) Τρουφαλδίνο! Τι κάνεις; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Το ίδιο) Τρω- Έφτασε! (Η ΒΕΑΤΡΙΚΗ βγαίνει απ’ το δωμάτιό της, τον βλέπει να τρώει και του δίνει μια κλωτσιά.) ΒΕΑΤΡΙΚΗ. Έλα να σερβίρεις. (Ξαναμπαίνει στο δωμάτιο) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Αφήνει κάτω με σπαραγμό το πιάτο και τρέχει στο δωμάτιο της Βεατρίκης) Έφτασε! (Ο Φλορίντο βγαίνει απ’ το δωμάτιό του.) ΦΛΟΡΙΝΤΟ. (Φωνάζει) Τρουφαλδίνο!... Πού στην οργή χάθηκε αυτό το ζώο; (Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ βγαίνει απ’ το δωμάτιο της Βεατρίκης) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Να το! ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Πού πας και τρυπώνεις όλη την ώρα; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Πήγα να πάρω τα πιάτα, αφέντη. ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Έχει τίποτ’ άλλο; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Πάω να δω, αφέντη. (Μέσα του) Λιμασμένοι είναι όλοι τους! ΦΛΟΡΙΝΤΟ. Γρήγορα, θέλω να ξαπλώσω. (Πάει στο δωμάτιό του) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Φωνάζει) Γρήγορα, γκαρσόνια, καμαριέρηδες, μάγειροι, παραγιοί! Έχει τίποτ’ άλλο; Θέλουμε να ξαπλώσουμε! (Σιγά) Την Κατίγκω την κρατάω για μένανε. (Την κρύβει) (Ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ φέρνει μια πιατέλα με ψητό) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Το ψητό. ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Το παίρνει) Γρήγορα, τα φρούτα. ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Ε, δεν πιάσαμε και φωτιά! (Βγαίνει) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Το ψητό θα το πάω από ’δω. (Μπαίνει στο δωμάτιο του Φλορίντο) (Ο ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ φέρνει μια πιατέλα με φρούτα) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Τα φρούτα…. Πού είσαι; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. (Μέσα απ’ το δωμάτιο του Φλορίντο) Έφτασε! (Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ μπαίνει) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Τα φρούτα. (Του τα δίνει) Θες τίποτ’ άλλο; ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Περίμενε. (Μπαίνει στο δωμάτιο της Βεατρίκης) ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Πήδα από ’δω, πήδα από ’κει, σωστή ακρίδα είναι. (Ο ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟΣ μπαίνει.) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Κανένας δε θέλει τίποτ’ άλλο. Ταρατσώσανε! ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. Χάρηκα. (Κάνει να φύγει) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Ε, πού πας; Τώρα, στρώσε για μένα. ΣΕΡΒΙΤΟΡΟΣ. (Ειρωνικά) Στους ορισμούς σας. (Βγαίνει) ΤΡΟΥΦΑΛΔΙΝΟ. Κι η Κατίγκω έμεινε όλη για την αφεντιά μου! (Την ξετρυπώνει απ’ την κρυψώνα) Μπράβο, σιορ Τρουφαλδίνο, τα κατάφερες φίνα και ωραία, τα συχαρίκια μου. Είσαι διαόλου κάλτσα! (Συγχαίρει τον εαυτό του, πιάνοντας το ’να του χέρι με τ’ άλλο) Σέρβιρες δυο αφεντάδες, και κανένας δεν πήρε χαμπάρι τον άλλονε… Μα, αφού σέρβιρα για δυο, τώρα θα πάω να φάω εγώ για τέσσερις! (Βγαίνει, παίρνοντας την πουτίγκα) Απόσπασμα από Τέλος Καρναβαλιού, σε μτφρ. Βασίλης Παπαβασιλείου) Ο Γκολντόνι είχε αναγκαστεί να αποχαιρετήσει την γενέθλια πόλη του Βενετία λόγω συγκρούσεων με ανθρώπου του θεάτρου και να αναζητήσει την τύχη του στο Παρίσι. Στην κωμωδία του «Τέλος Καρναβαλιού», ο ήρωας Αντζολέτο φεύγει επίσης από την πόλη του λόγω προστριβών και πηγαίνει στη Μόσχα με την ελπίδα και την πίστη ότι θα αναδείξει εκεί το ταλέντο του. απόσπασμα ΖΑΜΑΡΙΑ. Κοπιάστε, σιορ Αντζολέτο, κοπιάστε. ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Στη διάθεσή σας, σιορ Ζαμαρία. ΖΑΜΑΡΙΑ. Λοιπόν, φίλε μου, τι γίνεται; Αληθεύουν αυτά που ακούγονται; Ισχύει ότι ετοιμάζεστε να μας αφήσετε; ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Ισχύει, κύριε. Με καλούν στη Μόσχα. ΖΑΜΑΡΙΑ. Με δική τους πρωτοβουλία ή το επιδιώξατε, το μαγειρέψατε και τελικά το προκαλέσατε εσείς; ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Στο λόγο της τιμής μου, εμένα δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό… Μπορώ να σας δείξω και τις σχετικές επιστολές. Οι εργοδότες και οι φίλοι μου τις έχουν δει. Εγώ ό,τι κάνω το κάνω πάντα στο φως της μέρας. Και στο κάτω-κάτω, αγαπητέ μου σιορ Ζαμαρία, γιατί ν’ αφήσω μόνος μου το γάμο και να πάω για πουρνάρια; Με περνάτε για βλάκα; Δεν είμαι μια χαρά εδώ; Τι μου λείπει; Μου λείπει η δουλειά; Λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι με καλούν και μου πληρώνουν από πάνω και τα ναύλα. Αυτό τι σας λέει; Όταν μαγειρεύεις, ψάχνεις, παρακαλάς κι εκλιπαρείς εσύ, έρχεται ο άλλος και σου πληρώνει από την τσέπη του το εισιτήριο, και μάλιστα μετ’ επιστροφής; ΖΑΜΑΡΙΑ. Α, λογαριάζετε να επιστρέψετε, λοιπόν; ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Αν μ’ αξιώσει ο θεός, το ελπίζω, το εύχομαι και θα το κάνω. ΖΑΜΑΡΙΑ. Δεν ξέρω τι να πω. Να πάτε στο καλό και ο θεός μαζί σας. Εκείνο πάντως που με στενοχωρεί είναι πως, όσο θα λείπετε, θα στερηθούμε τα σχέδιά σας. ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Σιγά. Εδώ ισχύει κυριολεκτικά το «έχασ’ η Βενετιά βελόνι»! Ο τόπος αυτός διαθέτει πολλούς καλούς σχεδιαστές. Στην πόλη μας αφθονούν τα ταλέντα. Σ’ όλες τις τέχνες και τις επιστήμες η Βενετία ξεχειλίζει από αξιοσύνη. Σήμερα μάλιστα τα σπουδαία μυαλά, η καλαισθησία και το καινοτόμο πνεύμα ανθίζουν όσο ποτέ στα όρια αυτής της λιμνοθάλασσας. Εγώ μπορώ να πω πως ό,τι είχα να δώσω το ’δωσα και πως με τίμησαν μάλιστα παραπάνω απ’ ό,τι άξιζα. ΖΑΜΑΡΙΑ. Τι να σας πω; Εμείς οι υφαντουργοί, όπως ξέρετε, είμαστε απλώς τα εκτελεστικά όργανα. Δεν είναι δική μας δουλειά να κρίνουμε. Αλλά να, σας είχαμε συνηθίσει. Οι αργαλειοί μου δούλευαν κυρίως με δικά σας σχέδια, το προϊόν άρεσε, η πελατεία ήταν ευχαριστημένη. ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Αγαπητέ μου κύριε Ζαμαρία, είστε πολύ καλός. Ανάμεσα στα εκατό περίπου κομμάτια που σχεδίασα ήταν και κάποια-σκέτη καταστροφή! Μερικές φορές χάσατε εξαιτίας μου και μετάξι και χρυσάφι και λεφτά! ΖΑΜΑΡΙΑ. Δεν με καταλάβατε. Κάποια από τα υφάσματα που φτιάξαμε πάνω στα σχέδιά σας μπορεί να μην έκαναν απόσβεση στη Βενετία, τα ξεπουλούσαμε, όμως, στην ενδοχώρα. Και η όποια χασούρα είχα μερικές φορές υπερκαλύφτηκε από τις πωλήσεις των άλλων κομματιών, που γίνονταν ανάρπαστα. ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Ο θεός να σας έχει καλά! Είστε τίμιος άνθρωπος, ακέραιος. Δε μιλούν, όμως, τη δική σας γλώσσα όλοι οι υφαντουργοί! ΖΑΜΑΡΙΑ. Για ελάτε λίγο, σας παρακαλώ. Δε μου λέτε, όσο θα λείπετε, μήπως, λέω μήπως θα μπορούσατε να μου στέλνετε σχέδια από κει που θα ’στε; ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Γιατί όχι; Εφόσον μου κάνετε παραγγελίες και μου έχετε εμπιστοσύνη, θα ήμουν πρόθυμος να το κάνω με όλη μου την καρδιά. ΖΑΜΑΡΙΑ. Κάντε το, φίλε μου, κάντε το κι εδώ είμαι εγώ! ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Εντάξει, θα σας στείλω. ΖΑΜΑΡΙΑ. ΄Εχω το λόγο σας; ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Τον έχετε. ΖΑΜΑΡΙΑ. Κλείσαμε; ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Κλείσαμε. ΖΑΜΑΡΙΑ. Προσέξτε, γιατί, βάσει της συμφωνίας μας, εγώ θ’ αρχίσω να δέχομαι παραγγελίες. ΑΝΤΖΟΛΕΤΟ. Σέβομαι τόσο πολύ και νιώθω τόσο μεγάλη υποχρέωση στην πελατεία του καταστήματός σας για την εκτίμησή της προς τη δουλειά μου, που θα ήμουν αχάριστος αν δεν κρατούσα την υπόσχεση που σας έδωσα. Αν το εννοείτε στα σοβαρά και το θέλετε, μπορώ, από τη μεριά μου, να σας διαβεβαιώσω ότι θα ανταποκριθώ πλήρως στις υποχρεώσεις μου. ΖΑΜΑΡΙΑ. Πολύ ωραία. Είμαι πανευτυχής. Σας έχω εμπιστοσύνη. Τέρμα τα λόγια. ΄Ο,τι ελέχθη ελέχθη. Ας γιορτάσουμε τώρα εν ειρήνη. Καλοί μου φίλοι, πού είστε; Χαθήκατε; Γρήγορα! Ελάτε! Κοπιάστε από δώ! |