Χέγκελ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Χέγκελ

Εισαγωγή ΣΤΗΝ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ

Οι πρώτες σελίδες

Αυτές οι πανεπιστημιακές παραδόσεις είναι αφιερωμένες στην Αισθητική• αντικείμενό της είναι το ευρύ βασίλειο του ωραίου και, ακριβέστερα, περιοχή της είναι η τέχνη και μάλιστα οι ωραίες τέχνες. Για το αντικείμενο αυτό το όνομα Αισθητική δεν είναι, βέβαια, πέρα για πέρα αρμόζον, επειδή ο όρος «Αισθητική» δηλώνει ακριβέστερα την επιστήμη της αίσθησης, του αισθάνεσθαι, και έχει την αρχή της, ως μια νέα επιστήμη ή μάλλον ως κάτι που έπρεπε να γίνει πρώτα ένας φιλοσοφικός κλάδος, στη Σχολή του Wolff* ακριβώς την εποχή εκείνη, κατά την οποία στη Γερμανία εξέταζαν τα καλλιτεχνικά έργα σ ’ αναφορά με τα αισθήματα που προξενούσαν όπως π.χ. το αίσθημα του ευχάριστου, του θαυμασμού, του φόβου, του συμπάσχειν κ.τ.λ.

Λόγω του ανάρμοστου ή, καλύτερα, λόγω του επιπόλαιου του ονόματος αυτού προσπάθησαν να εφεύρουν και άλλα, όπως π.χ. το όνομα Αλλά και αυτό αποδεικνύεται ανεπαρκές, επειδή η επιστήμη που εννοείται μ ’ αυτό δεν εξετάζει το ωραίο εν γένει αλλά μόνο το ωραίο της τέχνης. Γι ’ αυτό θ ’ αρκεστούμε στο όνομα «Αισθητική», επειδή ως απλό όνομα μας είναι αδιάφορο και επειδή, επιπλέον, έχει περάσει στην κοινή γλώσσα, έτσι ώστε να μπορούμε να το κρατήσουμε ως όνομα. Η αυθεντική έκφραση εντούτοις για την επιστήμη μας είναι «Φιλοσοφία της τέχνης» και, ακριβέστερα, «Φιλοσοφία των ωραίων τεχνών».

I. ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

1. Αποκλεισμός της ωραιότητας της φύσης

Με την έκφραση αυτή αποκλείουμε ευθύς εξ αρχής το ωραίο της φύσης. Μια τέτοια οριοθέτηση του αντικειμένου μας μπορεί μεν να φανεί ως ένας αυθαίρετος περιορισμός, παρόλο που κάθε επιστήμη έχει το δικαίωμα να οριοθετήσει το εύρος της κατά το δοκούν. Δεν πρέπει όμως να δε­ χτούμε τον περιορισμό της Αισθητικής στο ωραίο της τέχνης μ ’ αυτήν την\έννοια. Στην καθημερινή μας ζωή είμαστε μεν συνηθισμένοι να κάνουμε λόγο για ωραίο χρώμα, έναν ωραίο ουρανό, έναν ωραίο ποταμό και μάλιστα για ωραία λουλούδια, ωραία ζώα και, πολύ περισσότερο, για ωραίους ανθρώπους.

Μολοντούτο, παρόλο που δε θέλουμε να εμπλακούμε εδώ στην έριδα, κατά πόσον είναι ορθό ν ’ αποδίδεται η ποιότητα της ωραιότητας σε τέτοια αντικείμενα και ως εκ τούτο με το ωραίο της φύσης να τίθεται στο πλευρό του ωραίου της τέχνης, μπορούμε κατ ’ αρχήν να ισχυριστούμε ότι το .ωραίο της τέχνης είναι ανώτερο από τη φύση. Γιατί η ωραιότητα της τέχνης είναι η ωραιότητα που γεννήθηκε και ξεναγεννήθηκε από το πνεύμα, και στον ίδιο βαθμό, που το πνεύμα και τα παράγωγά του είναι ανώτερα από τη φύση και τα φαινόμενά της, είναι ανώτερο και το ωραίο της τέχνης από την ωραιότητα της φύσης.

Αν μάλιστα το δει κανείς τυπικά, ακόμη και μια κακή ιδέα, που έρχεται στο νου του ανθρώπου, είναι ανώτερη από οποιοδήποτε προϊόν της φύσης γιατί σε μια τέτοιαν ιδέα είναι πάντοτε παρούσα η πνευματικότητα και η ελευθερία. Κατά το περιεχόμενο βέβαια, ο ήλιος π.χ. εμφανίζεται ως μια απόλυτα αναγκαία στιγμή, ενώ μια κακή ιδέα εξαφανίζεται ως τυχαία και παροδική• αλλά, αυτή καθ ’ εαυτήν, μια τέτοια φυσική ύπαρξη, όπως ο ήλιος, είναι αδιάφορη, δεν είναι εν εαυτή ελεύθερη και αυτοσυνείδητη, και, όταν την εξετάζουμε στην αναγκαία συνάφειά της με κάτι άλλο, δεν την εξετάζουμε δ ι’ εαυτήν και ως εκ τούτου δεν την εξετάζουμε ως ωραία. Όταν όμως λέμε απλά ότι το πνεύμα και η ωραιότητα της τέχνης, που πηγάζει απ ’ αυτό, είναι ανώτερα από το ωραίο της φύσης, δε διαπιστώνουμε, ασφαλώς, σχεδόν τίποτε- γιατί «ανώτερος» είναι μια εντελώς αόριστη έκφραση, που δηλώνει την ωραιότητα της φύσης και την ωραιότητα της τέχνης ως συνυπάρχουσες στο χώρο της παράστασης με μία μόνο ποσοτική και εξωτερική μεταξύ τους διαφορά.

Η ανωτερότητα του πνεύματος και της ωραιότητας, που πηγάζει απ’ αυτό, έναντι της φύσης δεν είναι όμως μόνο κάτι το σχετικό, αλλά, πρώτα-πρώτα, το πνεύμα είναι, το αληθινό, που περιλαμβάνει μέσα του τα πάντα, έτσι ώστε κάθε τι ωραίο να είναι αληθινά ωραίο, εφόσον συμμετέχει σ ’ αυτό το ανώτερο και παράγεται απ ’ αυτό. Με την έννοια αυτή το ωραίο της φύσης εμφανίζεται μόνο ως μια αντανάκλαση του ωραίου που ανήκει στο πνεύμα, ως ένας ατελής, ανολοκλήρωτος τρόπος, ένας τρόπος, που κατά την υπόσταση του εμπεριέχεται στο ίδιο το πνεύμα. Εξάλλου, ο περιορισμός στις ωραίες τέχνες θα μας φανεί πολύ φυσικός, γιατί, όσο και αν γίνεται λόγος και για τις ωραιότητες της φύσης -στους αρχαίους λιγότερο απ ’ ό,τι σ ’ εμάς-, παρ ’ όλ ’ αυτά κανενός δεν του ήρθε στο νου η ιδέα να ξεχωρίσει την άποψη της ωραιότητας των φυσικών πραγμάτων και να συγκροτήσει μιαν επιστήμη, μια συστηματική έκθεση αυτών των ωραιοτήτων. ξεχώρισαν, βέβαια, την άποψη της ωφελιμότητας και συγκρότησαν π.χ. μιαν επιστήμη των φυσικών πραγμάτων, που είναι χρήσιμα κατά των ασθενειών, μια materia medica, μια περιγραφή των ορυκτών, των χημικών προϊόντων, των φυτών, των ζώων, που είναι ωφέλιμα για την ίαση, αλλά από την άποψη της ωραιότητας δεν ταξινόμησε και δεν έκρινε κανείς το βασίλειο της φύσης.

Αισθανόμαστε ότι με την ωραιότητα της φύσης βρισκόμαστε πάρα πολύ μέσα στο ακαθόριστο χωρίς κριτήριο, και ως εκ τούτου μια τέτοια ταξινόμηση παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρον. Αυτές οι προσωρινές παρατηρήσεις για την ωραιότητα στη φύση και την τέχνη, για τη μεταξύ τους σχέση, και ο αποκλεισμός της πρώτης από την περιοχή του κυρίως αντικειμένου μας θα πρέπει ν ’ αντικρούσουν την αντίληψη ότι ο περιορισμός της επιστήμης μας περιπίπτει απλά στην αυθαιρεσία και την τυχαιότητα. Η σχέση αυτή δεν πρόκειται να καταδειχτεί στο σημείο αυτό ακόμη, επειδή η εξέτασή της εμπίπτει μέσα στην ίδια την επιστήμη μας και ως εκ τούτου θα διευκρινιστεί και θ ’ αποδειχτεί λεπτομερέστερα παρακάτω.

2. Αναίρεση μερικών ενστάσεων κατά της Αισθητικής

Αν περιοριστούμε τώρα λοιπόν στο ωραίο της τέχνης, θα προσκρούσουμε αμέσως, ήδη σ ’ αυτό το πρώτο βήμα μας, πάνω σε νέες δυσκολίες. Το πρώτο δηλαδή, που μπορεί να μας έρθει στο νου, είναι ο ενδοιασμός σχετικά με το αν οι ωραίες τέχνες είναι άξιες μιας επιστημονικής διερεύνησης. Γιατί το ωραίο και η τέχνη διαπερνούν βέβαια σαν ένα αγαθό πνεύμα όλες τις ασχολίες της ζωής και κοσμούν ευάρεστα όλα τα εξωτερικά και εσωτερικά περιβάλλοντα, με το να μετριάζουν τη σοβαρότητα των σχέσεων και τις περιπλοκές της πραγματικότητας, εξαλείφουν τη ραστώνη μ ’ ένα διασκεδαστικό τρόπο, και, όπου δεν υπάρχει τίποτε το καλό να εκτελεστεί, παίρνουν τουλάχιστον τη θέση του κακού πάντα με καλύτερο τρόπο απ’ ό,τι το ίδιο το κακό. Παρόλο όμως που η τέχνη με τις ευάρεστες μορφές της αναμιγνύεται παντού, από τον άξεστο καλλωπισμό των αγρίων ως τη μεγαλοπρέπεια των πλούσια δια­ κοσμημένων ναών, μολοντούτο οι ίδιες αυτές μορφές φαίνονται να εκτρέπονται έξω από τους αληθινούς τελικούς σκοπούς της ζωής, και, παρόλο που τα μορφώματα αυτά της τέχνης δε γίνονται επιζήμια σ ’ αυτούς τους σοβαρούς σκοπούς, αντίθετα μάλιστα φαίνονται κάπου κάπου να τους προάγουν, τουλάχιστον μέσω της παρακώλυσης του κακού, ωστόσο η τέχνη ανήκει περισσότερο στην ελάττωση, τη χαλάρωση του πνεύματος, ενώ τα ουσιαστικά συμφέροντα χρειάζονται περισσότερο την έντασή του.

Γ ι’ αυτό μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αυτό που δεν είναι το ίδιο από τη φύση του σοβαρό θα ήταν ανάρμοστο και σχολαστικό να θέλουμε να το εξετάσουμε με επιστημονική σοβαρότητα. Σε κάθε περίπτωση, η τέχνη εμφανίζεται, σύμφωνα με την άποψη αυτή, ως περίσσεια, έστω και αν η μαλακότητα του θυμικού, που μπορεί να συνεπιφέρει η ενασχόληση με την ωραιότητα, δεν μπορεί να γίνει επιζήμια ακριβώς ως μαλθακότητα. Υ π ’ αυτήν την έποψη αποδείχτηκε πολλαπλώς αναγκαίο να υπερασπιστεί κανείς τις ωραίες τέχνες, για τις οποίες συμφωνούν ότι είναι μια πολυτέλεια ως προς τη σχέση τους με την πρακτική αναγκαιότητα εν γένει και ειδικότερα ως προς την ηθικότητα και την ευσέβεια, και,αφού το αβλαβές τους δεν μπορεί ν ’ αποδειχτεί, να κάνει κανείς πιστευτό ότι αυτή η πολυτέλεια του πνεύματος παρουσιάζει λ.χ. ένα μεγαλύτερο σύνολο πλεονεκτημάτων παρά μειονεκτημάτων. -