|
Όμηρος
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Η μεγάλη αξία της Οδύσσειας, όπως και της Ιλιάδας διαφαίνεται και από το γεγονός ότι διασώθηκε πλήρως και μάλιστα για αιώνες προφορικά, λόγω της μεγάλης διάδοσής της. Η πρώτη επίσημη καταγραφή της έγινε τον 6ο αιώνα π.Χ. με εντολή του Πεισίστρατου ή του γιου του Ιππάρχου. προκειμένου οι τότε ραψωδοί να την απαγγέλουν στις γιορτές των Παναθηναίων χωρίς δικές τους παρεμβολές ή παραλλαγές. Ακολούθως χωρίστηκε από τους Αλεξανδρινούς Γραμματικούς σε 24 ραψωδίες, που αριθμήθηκαν με τα μικρά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Η Οδύσσεια, όπως και η Ιλιάδα, αποτελούσε στην αρχαιότητα το βασικό σχολικό μάθημα, με αυτά τα έπη μάθαιναν οι μαθητές να διαβάζουν και να γραφούν για πολλούς αιώνες. Η Οδύσσεια που αποτελείται από 12.110 στίχους, πραγματεύεται τον μεταπολεμικό νόστο, μέσα από την περιπέτεια του ήρωα του Τρωικού Πολέμου και βασιλιά της Ιθάκης Οδυσσέα. Στην Οδύσσεια ο ηρωισμός δεν είναι εκείνος των πεδίων των μαχών αλλά ο αγώνας επιβίωσης και επιτυχίας στην μετά τον πόλεμο εποχή, της ανάπτυξης του εμπορίου, της ναυτιλίας και των νέων αποικισμών. |
|---|
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΓΥΡΗ ΕΦΤΑΛΙΩΤΗΤον άντρα τον πολύπραγο τραγούδησέ μου, ω Μούσα, που περισσά πλανήθηκε, σαν κούρσεψε της Τροίας το ιερό κάστρο, και πολλών ανθρώπων είδε χώρες κι έμαθε γνώμες, και πολλά στα πέλαα βρήκε πάθια, για μια ζωή παλεύοντας και γυρισμό συντρόφων. Ἄνδρα μοι ἔννεπε, Μοῦσα, πολύτροπον, ὃς μάλα πολλὰ πλάγχθη, ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε• πολλῶν δ’ ἀνθρώπων ἴδεν ἄστεα καὶ νόον ἔγνω, πολλὰ δ’ ὅ γ’ ἐν πόντῳ πάθεν ἄλγεα ὃν κατὰ θυμόν, ἀρνύμενος ἥν τε ψυχὴν καὶ νόστον ἑταίρων. Μα πάλε δεν τους γλύτωσε, κι αν το ποθούσε, εκείνους, τι από δική τους χάθηκαν οι κούφιοι αμυαλωσύνη, του Ήλιου του Υπερίονα σαν έφαγαν τα βόδια, κι αυτός τους πήρε τη γλυκιά του γυρισμού τους μέρα. Απ΄ όπου αν τα ΄χεις, πες μας τα, ω θεά, του Δία κόρη. ἀλλ' οὐδ' ὧς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ• αὐτῶν γὰρ σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν ὄλοντο, νήπιοι, οἳ κατὰ βοῦς Ὑπερίονος Ἠελίοιο ἤσθιον• αὐτὰρ ὁ τοῖσιν ἀφείλετο νόστιμον ἦμαρ. τῶν ἁμόθεν γε, θεά, θύγατερ Διός, εἰπὲ καὶ ἡμῖν. Όλοι που τότες τον πολύ το χαλασμό ξεφύγαν γυρίσανε, από πόλεμο και θάλασσα σωσμένοι, και μόνο εκειόνε, σπιτικό και ταίρι στερημένο, η Καλυψώ η τρισέμορφη θεά τόνε κρατούσε, γιατί άντρα της τον ήθελε στις βαθουλές σπηλιές της. ἔνθ' ἄλλοι μὲν πάντες, ὅσοι φύγον αἰπὺν ὄλεθρον, οἴκοι ἔσαν, πόλεμόν τε πεφευγότες ἠδὲ θάλασσαν• τὸν δ' οἶον, νόστου κεχρημένον ἠδὲ γυναικός, νύμφη πότνι' ἔρυκε Καλυψώ, δῖα θεάων, ἐν σπέεσι γλαφυροῖσι, λιλαιομένη πόσιν εἶναι. Μα ο γύρος σαν τελέστηκε των χρόνων, κι ήρθε η ώρα, που το ΄χανε οι θεοί γραφτό στο Θιάκι να ξανάρθει στο σπιτικό του, μήτ΄ εκεί δεν του ΄λειψαν οι αγώνες, και σε δικούς κοντά. Κι οι θεοί τον συμπονούσαν όλοι, εξόν τον Ποσειδώνα· αυτός βαριά ήταν χολωμένος με το Δυσσέα το θεϊκό, στον τόπο του πριν φτάσει. ἀλλ' ὅτε δὴ ἔτος ἦλθε περιπλομένων ἐνιαυτῶν, τῷ οἱ ἐπεκλώσαντο θεοὶ οἶκόνδε νέεσθαι εἰς Ἰθάκην, οὐδ' ἔνθα πεφυγμένος ἦεν ἀέθλων καὶ μετὰ οἷσι φίλοισι• θεοὶ δ' ἐλέαιρον ἅπαντες νόσφι Ποσειδάωνος• ὁ δ' ἀσπερχὲς μενέαινενα ἀντιθέῳ Ὀδυσῆϊ πάρος ἣν γαῖαν ἱκέσθαι. Βρισκόταν στους Αιθίοπες ο Ποσειδώνας τότες, που ζούνε μοιραστοί μακριά στου κόσμου τις ακρούλες, στου Ηλιού το βούλημα οι μισοί , στ΄ ανάβλεμμά του οι άλλοι, για να δεχτεί εκατοβοδιά από ταύρους και κριάρια. ἀλλ' ὁ μὲν Αἰθίοπας μετεκίαθε τηλόθ' ἐόντας, Αἰθίοπας, τοὶ διχθὰ δεδαίαται, ἔσχατοι ἀνδρῶν, οἱ μὲν δυσομένου Ὑπερίονος, οἱ δ' ἀνιόντος, ἀντιόων ταύρων τε καὶ ἀρνειῶν ἑκατόμβης. Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΡΑΨΩΔΙΑΣ Ι ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΚΑΚΡΙΔΗ Γυρνώντας τότε ο πολυμήχανος του μίλησε Οδυσσέας· «Αλκίνοε, βασιλιά περίλαμπρε, μες στο λαό σου ο πρώτος, αλήθεια είναι όμορφο να κάθεσαι ν΄ ακούς τον τραγουδάρη, και να ΄ναι σαν αυτόν, που ακούγεται καθώς θεού η φωνή του." Τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς• «Ἀλκίνοε κρεῖον, πάντων ἀριδείκετε λαῶν, ἦ τοι μὲν τόδε καλὸν ἀκουέμεν ἐστὶν ἀοιδοῦ τοιοῦδ', οἷος ὅδ' ἐστί, θεοῖσ' ἐναλίγκιος αὐδήν. Άλλη αναγάλλια εγώ τρανότερη δεν ξέρω, μόνο να ΄χει ο κόσμος όλος σε ξεφάντωση στρωθεί, κι οι καλεσμένοι στο αρχονταρίκι ν΄ αφουγκράζουνται το θείο τον τραγουδάρη, γραμμή καθούμενοι· και δίπλα τους γεμάτα τα τραπέζια ψωμί και κρέατα κι ανασέρνοντας κρασί από το κροντήρι να τρέχει ο κεραστής στις κούπες τους να το κερνάει, να πίνουν. οὐ γὰρ ἐγώ γέ τί φημι τέλος χαριέστερον εἶναι ἢ ὅτ' ἐϋφροσύνη μὲν ἔχῃ κάτα δῆμον ἅπαντα, δαιτυμόνες δ' ἀνὰ δώματ' ἀκουάζωνται ἀοιδοῦ ἥμενοι ἑξείης, παρὰ δὲ πλήθωσι τράπεζαι σίτου καὶ κρειῶν, μέθυ δ' ἐκ κρητῆρος ἀφύσσων οἰνοχόος φορέῃσι καὶ ἐγχείῃ δεπάεσσι τοῦτό τί μοι κάλλιστον ἐνὶ φρεσὶν εἴδεται εἶναι. Αυτή η χαρά λογιάζω εστάθηκεν η πιο τρανή του ανθρώπου. Μα να η καρδιά σου που λαχτάρησε τα πάθη μου να μάθει τα θλιβερά, για να φουντώσουνε πιο ακόμα οι στεναγμοί μου. σοὶ δ' ἐμὰ κήδεα θυμὸς ἐπετράπετο στονόεντα εἴρεσθ', ὄφρ' ἔτι μᾶλλον ὀδυρόμενος στεναχίζω. τί πρῶτόν τοι ἔπειτα, τί δ' ὑστάτιον καταλέξω; Τι πρώτο να σου πω και τι στερνό ν΄ αφήσω, απ΄ όσα μύρια βάσανα μου 'δωκαν οι αθάνατοι που κυβερνούν τα ουράνια; Μα τ΄ όνομά μου πρώτα ακούσετε, για να το ξέρετε όλοι· θέλω κι αργότερα, ξεφεύγοντας της μοίρας και του Χάρου, να μείνω φίλος σας, κι ας βρίσκεται το αρχοντικό μου αλάργα. κήδε' ἐπεί μοι πολλὰ δόσαν θεοὶ Οὐρανίωνες. νῦν δ' ὄνομα πρῶτον μυθήσομαι, ὄφρα καὶ ὑμεῖς εἴδετ', ἐγὼ δ' ἂν ἔπειτα φυγὼν ὕπο νηλεὲς ἦμαρ ὑμῖν ξεῖνος ἔω καὶ ἀπόπροθι δώματα ναίων. Είμαι ο Οδυσσέας, ο γιος του αντρόκαρδου Λαέρτη· ο κόσμος όλος ξέρει τους δόλους μου, κι η δόξα μου ψηλά στα ουράνια φτάνει! Πατρίδα μου είν΄ η Ιθάκη η ξέφαντη, με το καμαρωμένο το Νήριτο, το φυλλοσούσουρο βουνό της, κι ένα γύρο νησιά πολλά προβάλλουν, όλα τους κοντά κοντά βαλμένα, η Σάμη, η δασωμένη Ζάκυθο και το Δουλίχιο· κι είναι η Ιθάκη χαμηλή, στο πέλαγο ψηλά ψηλά, στη δύση, μα τ΄ άλλα αλάργα στου ήλιου βρίσκουνται και στης αυγής τα μέρη. Πετραδερό νησί, μα ασύγκριτη λεβεντομάνα, κι ούτε άλλο στον κόσμο εγώ γλυκύτερο μπορώ να δω απ΄ τη γη μου. εἴμ' Ὀδυσεὺς Λαερτιάδης, ὃς πᾶσι δόλοισιν ἀνθρώποισι μέλω, καί μευ κλέος οὐρανὸν ἵκει. ναιετάω δ' Ἰθάκην εὐδείελον• ἐν δ' ὄρος αὐτῇ, Νήριτον εἰνοσίφυλλον, ἀριπρεπές• ἀμφὶ δὲ νῆσοι πολλαὶ ναιετάουσι μάλα σχεδὸν ἀλλήλῃσι, Δουλίχιόν τε Σάμη τε καὶ ὑλήεσσα Ζάκυνθος. αὐτὴ δὲ χθαμαλὴ πανυπερτάτη εἰν ἁλὶ κεῖται πρὸς ζόφον, αἱ δέ τ' ἄνευθε πρὸς ἠῶ τ' ἠέλιόν τε, τρηχεῖ', ἀλλ' ἀγαθὴ κουροτρόφος• οὔ τι ἐγώ γε ἧς γαίης δύναμαι γλυκερώτερον ἄλλο ἰδέσθαι. ΟΔΥΣΣΕΙΑ |