|
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣΤρες μέρες πριν: 26 Μαΐου 1453:Συµβούλιο Τούρκων προ της γενικής εφόδου Το απόγευµα του Σαββάτου της 26ης Μαΐου, ο σουλτάνος συγκάλεσε σε συµβούλιο τους κυριότερους και γηραιότερους στρατηγούς του και ζήτησε τη γνώµη τους για το τί πρέπει να γίνει. Πρώτος, λοιπόν, έλαβε τον λόγο ο µεγάλος βεζίρης Χαλήλ πασάς, ο οποίος ήταν και ο πρώτος στην ιεραρχία, µετά τον σουλτάνο, αξιωµατούχος του κράτους. Ο Χαλήλ πασάς, ο οποίος ανήκε στην συντηρητική παράταξη, πρότεινε την άµεση λύση της πολιορκίας, προτάσσοντας βάσιµα επιχειρήµατα. Υπενθύµισε ότι από την αρχή είχε ταχθεί κατά του πολέµου, επειδή πίστευε ότι οι ηγεµόνες της ∆ύσεως, βλέποντας να απειλούνται χριστιανοσύνη και γενικότερα τα συµφέροντά τους, θα έσπευδαν να συµµαχήσουν για να διώξουν τους Τούρκους. Επιπλέον, επεσήµαινε ότι παρά την µακρόχρονη πολιορκία µε τόσο στρατό και πολιορκητικές µηχανές, δεν είχαν κατορθώσει τίποτα το αξιόλογο, ενώ είχαν αποκλεισθεί στις εφόδους µε σηµαντικές απώλειες. Ο σουλτάνος άκουσε προσεκτικά τα λόγια του βεζίρη του, τα οποία τον έβαλαν σε σκέψεις. Ο επόµενος οµιλητής έλαβε τον λόγο: ήταν ο Ζόγαν ή Ζαγανός πασάς, ένας Αλβανός εξωµότης, ο δεύτερος στην ιεραρχία µετά τον Χαλήλ πασά. Ο Ζαγανός, λοιπόν, επειδή έτρεφε προσωπικό µίσος για τον Χαλήλ πασά και, επειδή προέβλεψε τις επιθυµίες του Μωάµεθ Β΄, υποστήριξε τα εντελώς αντίθετα. Προέταξε και αυτός µε την σειρά του τα ιδικά του επιχειρήµατα, µε τα οποία έδειχνε ξεκάθαρα ότι τάσσεται υπέρ της πολιορκίας. Πίστευε ότι οι Ευρωπαίοι ηγεµόνες, επειδή φιλονικούσαν µεταξύ τους, και ήταν απασχοληµένοι µε τα της χώρας τους, θα αδιαφορούσαν για την µοίρα της Κωνσταντινουπόλεως και δεν θα έστελναν βοήθεια. Μετά την εισήγηση αυτή του Ζαγανού πασά, όλοι οι νεότεροι αρχηγοί του στρατού, αλλά και ο γηραιός Τουραχάν ετάχθησαν µε τις απόψεις του. Ο Μωάµεθ Β΄, όµως, δεν αρκέσθηκε σε αυτό. Συµβουλεύθηκε και το σώµα των γενίτσαρων, οι οποίοι τον επιβεβαίωσαν ότι η Πόλη µπορεί να κυριευθεί. Η σύσκεψη έληξε την Κυριακή 27 Μαΐου µε δύο σοβαρές συνέπειες. Η πρώτη αφορούσε την τύχη της Κωνσταντινουπόλεως, αφού ο σουλτάνος αποφάσισε να προχωρήσει σε γενική έφοδο την 29η Μαΐου. Η δεύτερη συνέπεια αφορούσε την τύχη του Χαλήλ πασά. Επειδή, από την αρχή είχε δείξει τις φιλειρηνικές του τάσεις, οι αντίπαλοί του βρήκαν την ευκαιρία να τον κατηγορήσουν ότι διέκειτο φιλικά προς τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, έφθασαν στο σηµείο να του προσάψουν την κατηγορία ότι δεχόταν δώρα από τον αυτοκράτορα. Ο φιλόδοξος σουλτάνος, βλέποντας, ότι ο µεγάλος βεζίρης αντετάσσετο συνεχώς στα σχέδιά του, αποφάσισε, αδίκαστα, την θανατική του καταδίκη. Έριδες µεταξύ Ιουστινιάνη – Λουκά ΝοταράΕνώ στο στρατόπεδο των αντιπάλων επικρατούσε τάξη, πειθαρχία και αισιοδοξία για την έκβαση του αγώνα, εντός των τειχών υπήρχε λύπη, φόβος, αλλά και πολλές προστριβές ανάµεσα στους ντόπιους και στους ξένους ή µεταξύ των πρωτεργατών του αγώνα. Άξιες λόγου, είναι οι έντονες έριδες µεταξύ του γενουάτη Ιωάννη Ιουστινιάνη και του δούκα Λουκά Νοταρά. Πιθανή αιτία ήταν το µίσος, οποίο έτρεφε ο Λουκάς Νοταράς για τους ΛατίνουςΕνωτικούς. Παρ’ όλο που και οι δύο προσέφεραν πολύτιµη βοήθεια στον αγώνα, ανάγκαζαν τον αυτοκράτορα µε τις διαρκείς τους διαφωνίες να παρεµβαίνει συνεχώς, για να διατηρήσει την συνοχή και την υπακοή των στρατηγών του. Είναι, βέβαια, γεγονός ότι ο ίδιος ο αυτοκράτωρ είχε «τάξει» όλους τους αγωνιστές και είχε οργανώσει ολόκληρη την άµυνα, απλώς είχε ορίσει ως επικεφαλής τον Ιταλό Ιωάννη Ιουστινιάνη.∆ευτέρα 28 Μαΐου 1453Την ∆ευτέρα 28 Μαΐου 1453, ο σουλτάνος κάλεσε στην ναυτική βάση στο ∆ιπλοκιόνιον αντιπροσώπους των Γενουατών τού Γαλατά και τους συµβούλεψε να αποφύγουν οποιαδήποτε βοήθεια, κρυφή ή φανερή στους πολιορκηµένους, διαφορετικά θα αναγκαζόταν να λάβει σκληρά µέτρα αντιποίνων. Έπειτα, διέταξε να ανακοινωθεί σε όλο το στρατόπεδο µε σάλπιγγες, ότι καθένας έπρεπε να προετοιµασθεί κατάλληλα για την γενική έφοδο, αλλιώς θα τιµωρούνταν µε θάνατο. Μετά την ενέργειά του αυτή, ο Μωάµεθ Β΄ επιθεώρησε για τελευταία φορά όλο το στρατόπεδο απο την µία άκρη του έως την άλλη. Λίγο πριν την δύση του ηλίου ο σουλτάνος συγκέντρωσε τα στελέχη του στρατού και τους µίλησε για την µεγάλη έφοδο. Η οµιλία του ξεκίνησε µε επαίνους για τις ικανότητες των ανδρών του στρατού, µε απώτερο σκοπό να τους κολακεύσει και να εξάρει το ηθικό τους. Ο πανούργος Μωάµεθ Β΄, γνώριζε καλά τί ήταν αυτό που ενδιέφερε τους άντρες του. Ήξερε ότι δεν ήταν οι τιµές και η δόξα που θα τους συγκινούσε, παρά τα πλούτη, τα υλικά αγαθά και οι σαρκικές απολαύσεις, οι σκλάβες γυναίκες, οι οποίες θα έπεφταν ως λάφυρα στα χέρια τους απροστάτευτες. Έτσι, άρχισε να απαριθµεί ένα προς ένα τα κέρδη, τα οποία θα είχαν κυριεύοντας την Πόλη. Οικοδοµήµατα, δηµόσια η ιδιωτικά, πολύτιµοι λίθοι, χρυσάφι, ασήµι, ευγενείς παρθένες ήταν µερικά από τα δώρα και τις απολαβές, τα οποία υποσχόταν ο σουλτάνος στους αγροίκους οσµάνηδες. Μόλις, τελείωσε την δηµηγορία ο Μωάµεθ, κραυγές χαράς ξέσπασαν στο εχθρικό στρατόπεδο, ενώ η περιρρέουσα ατµόσφαιρα εξέπεµπε το πνεύµα της νίκης.Ο ψυχολογικός πόλεµοςΟι κραυγές και οι αλαλαγµοί εκείνη την νύχτα από το αντίπαλο στρατόπεδο πήραν την µορφή ψυχολογικού πολέµου. Οι πολιορκηµένοι, βλέποντας από τα ύψη των επάλξεων τους δαυλούς και τους πυρσούς να ανάβουν στις περιοχές όπου ήταν παραταγµένοι οι Τούρκοι, και τους εχθρούς να γιορτάζουν προκαταβολικά για την νίκη, άρχισαν να ανησυχούν και να κυριεύονται από φόβο.Η ΛιτανείαΟι πολιορκηµένοι, παραγκωνισµένοι και εγκαταλελειµµένοι από την ∆ύση, είχαν επίγνωση για το τί επρόκειτο να επακολουθήσει. Μία µόνον ελπίδα είχαν, την άνωθεν επέµβαση προς διάσωσή τους από τα χέρια των εχθρών. Πρέπει να σηµειωθεί ότι η επίκληση της συνδροµής για την σωτηρία της Πόλεως σε ανάλογες περιστάσεις ήταν µία συνηθισµένη ενέργεια. Έτσι, κλήρος, άρχοντες και λαός ξεχύθηκαν σε ναούς και µοναστήρια, κρατώντας στα χέρια ιερά λείψανα αγίων, ιερά κειµήλια και εικόνες, µε προεξέχουσα αυτήν της Παναγίας της Οδηγήτριας, ενώ δεν έπαυαν οι συνεχείς δεήσεις και προσευχές.Οι πάνδηµες αυτές λιτανείες, αποσκοπούσαν κυρίως στο να ανυψωθεί το φρόνηµα των κατοίκων της Κωνσταντινουπόλεως και να τονωθεί η κοινή τους συνείδηση, απαραίτητα στοιχεία για την καλύτερη έκβαση του αγώνα. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος συγκέντρωσε όλους τους στρατιωτικούς και τους πολιτικούς, Έλληνες και Ιταλούς και τους µίλησε για τελευταία φορά. Αρχικά τους υπενθύµισε ότι αγωνίζονται για τέσσερα σπουδαία αγαθά, την πίστη, την πατρίδα, τον βασιλιά ως εκπρόσωπο του Θεού και τους συγγενείς και φίλους, για τα οποία πρέπει να αγωνισθούν µέχρι θανάτου. Προέτρεψε τους στρατιώτες του να πολεµήσουν επάξια, ως απόγονοι των Ελλήνων και των Ρωµαίων. Έπειτα, απευθύνθηκε στους Ενετούς και Γενοβέζους, τους οποίους ευχαρίστησε για την πολύτιµη βοήθειά τους, ενώ τους προέτρεψε να αγωνισθούν ως οµόπιστοι και αδελφοί. Η οµιλία του αυτοκράτορα συνεχίσθηκε µε λόγια λιτά και συνάµα µεγαλείου. Μετά την τελευταία του επικοινωνία µε τους στρατιώτες και τους αξιωµατούχους του ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, πριν πάρει θέση και αυτός στα τείχη, κατευθύνθηκε στην Μεγάλη Εκκλησία, στην Αγία Σοφία, όπου και τελέσθηκε θεία λειτουργία. Ο βασιλιάς, έπειτα, κατευθύνθηκε στα ανάκτορα και αφού µε δάκρυα ζήτησε συγχώρεση από τους γέροντες, τους υπαλλήλους και τους υπηρέτες του, τους αποχαιρέτησε και αποχώρησε. Κατόπιν, ο αυτοκράτορας, κατευθύνθηκε στα τείχη της Πόλεως, όπου µαζί µε τον σύµβουλό του Γεώργιο (Σ)Φραντζή, από τον οποίο αντλούνται – κυρίως –οι περισσότερες από τις παραπάνω πληροφορίες, επιθεώρησε τα τείχη κατά µήκος και εµψύχωσε τους φρουρούς να κρατούν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Η τελική επίθεσις : « ἑάλω ἡ Πόλις»Ο Μωάµεθ Β΄ δεν ήταν ο ηγέτης, ο οποίος θα προέβαινε σε µία ριψοκίνδυνη τελική έφοδο, χωρίς πρώτα να έχει σχεδιάσει προσεκτικά την στρατηγική του. Είχε µελετήσει ενδελεχώς τον αντίπαλό του, γνώριζε καλά τις ικανότητές του και θα ήταν αφέλεια να υποτιµήσει τις δυνατότητές του. Έτσι, προσπάθησε να λάβει κάθε µέτρο προνοίας έναντι οποιουδήποτε απροόπτου. Σύµφωνα, λοιπόν, µε το τουρκικό σχέδιο, σε µία πρώτη φάση θα ρίχνονταν στην µάχη στρατιωτικά τµήµατα δεύτερης ποιότητας, οι λεγόµενοι Βασιβούκοι ή (Μπασιβουζούκοι). Επρόκειτο για άτακτο στρατό αποτελούµενο από απειροπόλεµους στρατιώτες και τυχοδιώκτες, κακώς οπλισµένους µε ιδικά τους επί το πλείστον όπλα. Η πρώτη αυτή φάλαγγα δεν είχε, βέβαια, σχεδιασθεί για να εκπορθήσει την Πόλη, αλλά αποσκοπούσε να καταπονήσει τους αµυνόµενους. Ο σουλτάνος γνώριζε ότι τους έστελνε ως αµνούς προς θυσία.Στην επόµενη φάση, ο Μωάµεθ Β σκόπευε να αποσύρει τον άτακτο στρατό και να ρίξει στην επίθεση τον τακτικό στρατό. Ο τακτικός στρατός, όπως προαναφέρθηκε σε προηγούµενο κεφάλαιο, αποτελούνταν από καλά εκπαιδευόµενους και καλά οπλισµένους άνδρες. Ο πολυάριθµος µουσουλµανικός στρατός είχε την αποστολή να καταλάβει την Βασιλεύουσα, εφόσον ο ήδη εξαντληµένος και ολιγάριθµος βυζαντινός στρατός δεν θα είχε πλέον το σθένος για να αντισταθεί. Ο Μωάµεθ Β΄, όµως, είχε προνοήσει και είχε οργανώσει ένα τρίτο σώµα, σε περίπτωση αποτυχίας των δύο πρώτων σωµάτων. Έτσι, οργάνωσε το σώµα των γενιτσάρων. Οι γενίτσαροι, αποτελούνταν από επίλεκτους άνδρες - περίπου 12.000 - οι οποίοι συγκαταλέγονταν στους πιο γενναίους και αφοσιωµένους µαχητές. Ο σουλτάνος µε την ασφάλεια, την οποία του παρείχε το προµελετηµένο του σχέδιο, άρχισε να θέτει σε εφαρµογή τις στρατηγικές του κινήσεις. Ημέρα και ώρα της τελικής εφόδουΈτσι, γύρω στις 2 η ώρα µετά τα µεσάνυχτα (το ξηµέρωµα της 29ης Μαΐου) άρχισε η έφοδος, χωρίς κανένα πρότυπο προειδοποιητικό σηµάδι. Η επίθεση έγινε – κυρίως – κατά της Πύλης του Αγίου Ρωµανού µέχρι το Έβδοµο. Στο νευραλγικό αυτό σηµείο παρέταξε ο σουλτάνος τα τρία σώµατα. Πρώτοι επιτέθηκαν οι άτακτοι, οι Βασιβουζούκοι, οι οποίοι υπολογίζονταν περίπου στους 50.000 άνδρες. Επειδή, ο σουλτάνος γνώριζε ότι επρόκειτο για άτοµα απαίδευτα και µη πειθαρχηµένα, είχε προνοήσει και είχε τοποθετήσει πίσω από τις παρατάξεις τους µία πρώτη γραµµή ανδρών της στρατιωτικής αστυνοµίας, τους ονοµαζόµενους ραβδούχους ή τσαούσηδες. Αυτοί είχαν αναλάβει να διατηρούν την τάξη και να εµποδίζουν µε βίαια µέσα (µαστίγια, ρόπαλα) αυτούς που δείλιαζαν και προσπαθούσαν να γυρίσουν πίσω. Επιπλέον, τοποθέτησε µία δεύτερη γραµµή αστυνοµεύσεως από γενίτσαρους για να εξασφαλίσει τον αποκλεισµό οπισθοχωρήσεως οποιουδήποτε λιποτάκτη.Στην αρχή η µάχη γινόταν εξ αποστάσεως· δεν άργησε όµως να γίνει εκ του συστάδην. Οι Βασιβουζούκοι έστηναν µε µεγάλη ταχύτητα πάµπολλες κλίµακες επί των τειχών και προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στην κορυφή. Οι Βυζαντινοί από την πλευρά τους έριχναν από ψηλά µεγάλες πέτρες, κοντάρια, σφαίρες και σκότωναν όσους περισσότερους µπορούσαν από τους επιτιθέµενους. Ο αγώνας διήρκεσε περίπου δύο ώρες (ως 4π.µ) και έληξε µε τον αποδεκατισµό και την υποχώρηση του αντιπάλου, αλλά και µε την εξάντληση των υπερασπιστών των τειχών. Έφοδος του τακτικού στρατούΟι αµυνόµενοι θεώρησαν ότι προς στιγµήν οι εχθροπραξίες τελείωσαν για εκείνη την νύχτα. ∆εν πέρασε, όµως, λίγη ώρα και άρχισε να ξεσπάει µία δεύτερη έφοδος, δριµύτερη και ισχυρότερη από την πρώτη. Ήταν η έφοδος του τακτικού στρατού, ο οποίος αποτελούνταν από φανατισµένους µουσουλµάνους, που δεν είχαν ανάγκη από αστυνοµικούς µε µαστίγια, για να ριχθούν στην µάχη. Προσηλωµένοι στο καθήκον τους πολεµούσαν µε µένος, περιµένοντας να καρπωθούν τα πλούσια δώρα, τα οποία τους είχε τάξει ο σουλτάνος. Η µάχη ήταν σφοδρή. Οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν να αποκρούσουν τους εχθρούς µε κάθε µέσο. Ήταν λίγο πριν το ξηµέρωµα, όταν οι αµυνόµενοι, µετά από υπέρµετρες προσπάθειες, άρχισαν να υπερτερούν.Όταν ο Μωάµεθ Β΄ είδε ότι ο τακτικός τουρκικός στρατός άρχισε να εκφυλίζεται, εκνευρίσθηκε και διέταξε το πυροβολικό του να ρίξει πάνω στο σταύρωµα. Η βολή του πυροβόλου βρίσκει το σταύρωµα σε καίρια θέση, µε αποτέλεσµα να γκρεµισθεί ένα µεγάλο µέρος του και να ανοιχθεί ένα ευρύ ρήγµα. Από εκεί περίπου 300 Τούρκοι εισχώρησαν και ξεχύθηκαν µε ορµητικότητα πάνω από τους πολιορκηµένους. Η δεύτερη, έφοδος, όµως, είχε την τύχη της πρώτης, αφού οι υπερασπιστές κατάφεραν, παρά τις δυσκολίες, να αποκρούσουν τους επιδροµείς µε επιτυχία. Στην αποτυχία της δεύτερης επίθεσης συνέβαλε µάλλον το γεγονός ότι ο Μωάµεθ Β΄ βιάσθηκε να δώσει εντολή στο πυροβολικό του να ρίξει, διότι την ίδια στιγµή η έφοδος των στρατιωτών του βρισκόταν ακόµη σε εξέλιξη, µε αποτέλεσµα οι βολές να πετύχουν πολλούς από αυτούς. Έφοδος γενιτσάρωνΜετά την αποτυχία του άτακτου και του τακτικού στρατού, ο σουλτάνος, φοβερά αγανακτισµένος, ρίχνει στην µάχη την τελευταία εφεδρεία του, τους γενίτσαρους, το πιο καλά εκπαιδευµένο και πειθαρχηµένο σώµα του. Οι επίλεκτοι αυτοί 12.000 άντρες συγκεντρώθηκαν στο σταύρωµα έναντι της Πύλης του Αγίου Ρωµανού. Φρέσκοι και ξεκούραστοι, καθώς ήταν, άρχισαν να ασκούν πίεση στους λιγότερο από 3.000 πλέον υπερασπιστές της Πόλεως. Αυτή την φορά, όµως, επικεφαλής τους ήταν ο ίδιος ο Μωάµεθ Β΄, ο οποίος, όπως µας πληροφορεί ο Μιχαήλ Κριτόβουλος “ ἡγεῖτο πρῶτος αὐτὸς (ὁ Μωάμεθ Β΄) μέχρι τῆς τάφρου”. Τότε συνήφθη µία από τις δραµατικότερες µάχες της ιστορίας. Πλήθος σκοτωµένων έπεφταν σωρηδόν στα τείχη. Παρ’ όλη την σύγχυση και την άγρια αυτή συµπλοκή οι υπερασπιστές, µέχρι στιγµής, άντεχαν και αντεπεξέρχονταν και στην τρίτη έφοδο του σουλτάνου, η οποία ήταν και η πιο ισχυρή.Η ΚερκόπορταΕνώ όλα έδειχναν ότι και η τρίτη έφοδος των γενιτσάρων οδηγούνταν σε εκφυλισµό, ξαφνικά συνέβησαν δύο ατυχή περιστατικά, ο συνδυασµός των οποίων είχε ως αποτέλεσµα µέσα σε λιγότερο από µία ώρα να χαθούν όλες οι προσπάθειες των αµυνοµένων. Το πρώτο ατυχές συµβάν αφορούσε την λεγόµενη Κερκόπορτα, η οποία απασχόλησε αρκετούς µελετητές, στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την καίρια θέση της στην εξέλιξη των γεγονότων. Πρέπει να σηµειωθεί ότι ο στόχος της ενότητας δεν είναι η λεπτοµερειακή περιγραφή της εν λόγω περιοχής, αλλά η παρουσίαση και η κατανόηση του καθοριστικού της ρόλου στον αγώνα.Η κυρία τουρκική πίεση, όπως ήδη έχει επισηµανθεί, ασκήθηκε στο τµήµα των τειχών της πόλεως, που βρισκόταν εκατέρωθεν της Πύλης του Αγίου Ρωµανού, και πιο συγκεκριµένα προς το βόρειο τµήµα του, σε ένα µήκος περίπου 50 µέτρων. Σε απόσταση 350 µέτρων (από την Πύλη του Αγίου Ρωµανού, υπήρχε µία άλλη γνωστή πύλη, αυτή της Αδριανουπόλεως (ή Μυριάνδρου). Ακόµη βορειότερα 400 µέτρα επιπλέον (δηλαδή 750 µέτρα από την Πύλη του Αγίου Ρωµανού) βρισκόταν το καλούµενο παλάτι του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου (913-959) ή πιο απλά παλάτι του Εβδόµου. Σε όλο το µήκος από την Πύλη του Αγίου Ρωµανού ως το παλάτι του Εβδόµου τα τείχη ήταν διπλά, εκτός από τα τελευταία 30-40 µέτρα, όπου το εσωτερικό τείχος σταµατούσε και µε ένα λοξό τοίχο συνδέονταν και έδενε µε το εξωτερικό τείχος. Από την συµβολή αυτή ως το παλάτι υπολειπόταν 20 περίπου µέτρα µήκος, στο οποίο υπήρχε µόνο εξωτερικό τείχος. Γι’ αυτό τον λόγο στην θέση αυτή ήταν εξαιρετικά καλοχτισµένο. Στο εξωτερικό µόνο τείχος και σχεδόν εν επαφή µε το ανάκτορο υπήρχε, επίσης, από παλιά µία µικρή πύλη πλάτους 1,90µ. Και ύψους 3,20µ. Αυτή η πύλη ήταν ηµιυπόγειος και πιθανόν κρυµµένη από την βλάστηση και την διαµόρφωση του εδάφους. Με αυτό τον τρόπο «το παραπόρτιον» όπως το ονοµάζει ο ∆ούκας, δεν ήταν εµφανές στους περιδιαβαίνοντες, ενώ αν το ακολουθούσες, σε έβγαζε από το εσωτερικότης πόλεως στην έξω αγροτική περιοχή. Η µικρή αυτή πύλη ήταν η ονοµαζόµενη πόρτα του Κύρκου ή Κερκόπορτα. Το πλήρες όνοµά της ήταν πύλη του ξυλοκίρκου ή του ξυλοκέρκου, επειδή εκεί κοντά, έξω από την πόλη βρισκόταν ένας ιππόδροµος (circus ή κίρκα), ο οποίος ήταν ξύλινος. Η Κερκόπορτα είχε σφραγισθεί µε τοίχο πριν από πολλά χρόνια, από την εποχή του Ισαάκιου Αγγέλου (1185-1195). Όταν, λοιπόν, οι πολιορκηµένοι χρειάσθηκαν µία εύκολη πρόσβαση στην γύρω ύπαιθρο της πόλεως, κάποιοι γεροντότεροι θυµήθηκαν ότι είχαν ακούσει από προγενέστερους για την Κερκόπορτα και ενηµέρωσαν αµέσως τον βασιλιά, ο οποίος έδωσε εντολή να ανοιχθεί. Από τότε η µικρή αυτή πύλη χρησιµοποιήθηκε πολλές φορές για την διευκόλυνση της εισόδου και της εξόδου των στρατιωτών από το εσωτερικό της πόλεως στην ύπαιθρο και τανάπαλιν. Την πιο κρίσιµη, όµως, στιγµή την ηµέρα της 29ης Μαΐου, φαίνεται ότι κάποιοι στρατιώτες, πάνω στην σύγχυσή τους, ξέχασαν κατά την επιστροφή τους να κλείσουν καλά την µικρή αυτή υπόγεια πύλη. Την είσοδο αυτή την ανακάλυψαν τυχαία µερικοί Οθωµανοί στρατιώτες. Όταν, πλησίασαν κοντά στο «ὑπόγαιον παραπόρτιον» αντιλήφθηκαν έκπληκτοι ότι ήταν ανοιχτό ή έστω ανασφάλιστο. Στην αρχή ήταν διστακτικοί, φοβούµενοι πιθανή ενέδρα, αλλά όταν βεβαιώθηκαν ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος άρχισαν να εισχωρούν στον εσωτερικό περίβολο. Οι Βυζαντινοί, µόλις, κατάλαβαν την εισβολή τους, έσπευσαν να τους αναχαιτίσουν, πάνω, όµως, στον πανικό, παρέβλεψαν το γεγονός ότι 50 περίπου άνδρες είχαν παρεισφρήσει και είχαν παραµείνει στην εσωτερική πλευρά του τείχους. Το ατυχές αυτό περιστατικό, το οποίο παραδίδει ο ∆ούκας, θα µπορούσε να είχε αντιµετωπισθεί από τους πολιορκηµένους, αν αποτελούσε µεµονωµένο γεγονός. ∆υστυχώς, όµως, συνέβη συµπτωµατικά ένα άλλο δεύτερο ατύχηµα, το οποίο απέσπασε την προσοχή των αµυνοµένων, και αυτό ήταν ο τραυµατισµός του Ιουστινιάνη. ο οποίος ως εκείνη την ώρα μάχονταν, αγόγγυστα, μαζί με τους 300 συμπατριώτες του, στο πλευρό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Η ΆλωσηΜετά τον τραυµατισµό και την αποχώρηση του Ιωάννη Ιουστινιάνη από το πεδίο της µάχης, επικράτησε πανικός, ενώ οι πολύτιµοι Ιταλοί υπερασπιστές άρχισαν να αποχωρούν. Ο αυτοκράτορας κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να επανασυγκροτήσει τους µαχητές του και να αναπληρώσει τα κενά στην νευραλγική αυτή θέση, η οποία δεχόταν τα ισχυρά χτυπήµατα του σώµατος των γενιτσάρων (12.000). Στη σύγχυση αυτή προστέθηκε σχεδόν ταυτόχρονα η αναταραχή, η οποία προέκυψε από την εισβολή µερικών δεκάδων Οθωµανών στον εσωτερικό περίβολο της πόλεως. Οι εισβολείς, από εσωτερικές κλίµακες, ανέβηκαν από τον περίβολο στα τείχη, κατέλαβαν τους πύργους (οι οποίοι ουσιαστικά δεν φυλάσσονταν, αφού ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος ήταν απασχοληµένος σε άλλο καίριο σηµείο) και αντικατέστησαν τις σηµαίες της Βασιλεύουσας µε τα λάβαρα του Μωάµεθ Β΄.Μόλις, οι Βυζαντινοί, αντιλήφθηκαν τις τουρκικές σηµαίες να κυµατίζουν στους πύργους των τειχών, µεταξύ της Κερκόπορτας και της πύλης της Ανδριανουπόλεως άρχισαν έντροµοι να φωνάζουν «ἑάλω ἡ πόλις». Η ψευδής αυτή είδηση είχε ως αποτέλεσµα να σκορπίσει τον τρόµο και την απελπισία και να διαλύσει κάθε είδους αντίσταση. Ο σουλτάνος, βλέποντας από την αντίπερα όχθη, την σύγχυση που δηµιουργήθηκε στις τάξεις των αµυνοµένων, διέταξε τους γενίτσαρους να επιτεθούν πάλι κατά του σταυρώµατος και της πύλης του Αγίου Ρωµανού. Τότε ένας γιγαντόσωµος γενίτσαρος, εν ονόµατι Χασάν µαζί µε τριάντα περίπου άνδρες, όρµησε κατά των τειχών. Το κατόρθωµα του Χασάν έδωσε το έναυσµα και σε άλλους Οθωµανούς να τον ακολουθήσουν και να αναρριχηθούν πάνω στο τείχος. Οι Έλληνες µαχητές ήταν τόσο λίγοι, που δεν είχαν πλέον την δυνατότητα να εµποδίσουν την αναρρίχηση των εχθρών. Κάποια στιγµή κατάφεραν να τραυµατίσουν τον επικεφαλής των γενιτσάρων, αλλά ο αποφασιστικός και µαινόµενος αυτός άντρας δεν άργησε να σηκωθεί και πάλιν όρθιος. Οι αµυνόµενοι, βλέποντας ότι τίποτε πλέον δεν µπορούσε να τους σώσει, άρχισαν να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να τρέχουν στο εσωτερικό της πόλης αναζητώντας προστασία. Οι εχθροί µε αλαλαγµούς και φωνές ορµούσαν στα τείχη, ενώ οι Βυζαντινοί τρέπονταν σε φυγή ποδοπατώντας, πάνω στον πανικό τους, ο ένας τον άλλον. Οι τελευταίες στιγµές του Κων/νου ΠαλαιολόγουΟ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, είχε την γενική εποπτεία και συµµετείχε ενεργά ταυτόχρονα ως ο ανώτατος άρχων / στρατηγός και ως γενναιότατος απλός στρατιώτης αναδειχθείς σε µέγα πολέµαρχο και γενναίο πολεµιστή. Ο ίδιος είχε επιλέξει το πιο νευραλγικό σηµείο και το δυσκολότερο για την άµυνα κατά των Οσµάνων: την υπεράσπιση της Πύλης του Ρωµανού, η οποία δεν ήταν απλώς η κεντρικότερη και αυτή που εδέχετο την σκληρότερη πίεση, αλλά ήταν και το σηµείο απέναντι από τον Μωάµεθ Β΄ µε τους πιο φανατικούς και καλύτερους µαχητές των εισβολέων. Ο αυτοκράτορας πολεµούσε µε γενναιότητα και θάρρος για αρκετή ώρα, όταν κάποια στιγµή, σύµφωνα µε την παραστατική περιγραφή του ∆ούκα, κοντοστάθηκε, κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα του, επειδή είχε κουρασθεί και απογοητευθεί και είπε: «∆εν υπάρχει κανένας χριστιανός να µου πάρει το κεφάλι».Ή όπως ο Μιχαήλ Κριτόβουλος θέλει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο να µονολογεί , λέγοντας τα εξής: «Η Πόλη κυριεύεται κια εγώ ζω ακόµη;» Τότε ένας Τούρκος τον χτύπησε κατά πρόσωπο και τον τραυµάτισε. Ο αυτοκράτορας συνέχισε να αγωνίζεται τραυµατισµένος και αιµόφυρτος, αλλά λίγο αργότερα δέχθηκε άλλο ένα κτύπηµα, από πίσω αυτή την φορά, και έπεσε νεκρός. Οι εχθροί, επειδή δεν γνώριζαν ότι αυτός που σκότωσαν ήταν ο βασιλιάς, τον εγκατέλειψαν ως κοινό στρατιώτη. ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ :Συγκέντρωση στην Αγία - ΣοφίαΑµέσως, µόλις, έπεσαν οι αυτοκρατορικές σηµαίες και αντικαταστάθηκαν από τις σηµαίες της ηµισελήνου, ένα τεράστιο κρυµµένο πλήθος ξεχύθηκε στην πόλη, η οποία κατακλύσθηκε από οθωµανούς στρατιώτες, ιερωµένους, ναύτες, υπηρέτες, τυφλωµένους από το πάθος εκδίκησης. Η είδηση της Αλώσεως δεν άργησε να διαδοθεί σε κάθε γωνιά της πρώην Βασιλεύουσας. Το µοιραίο εκείνο πρωινό, οι Έλληνες τροµαγµένοι έτρεχαν για να σωθούν. Κάποιοι κατευθύνονταν στα σπίτια τους, για να διασώσουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, άλλοι προσέτρεχαν σε ναούς και µοναστήρια, µε τους περισσότερους από αυτούς να κατευθύνονται στον ναό της Αγίας Σοφίας. Η βασική αιτία της έντονης προσέλευσης του κατατρεγµένου λαού στην Μεγάλη Εκκλησία ήταν µία διαδεδοµένη ψευδοµαντεία. Σύµφωνα, λοιπόν, µε την προφητεία, οι Τούρκοι θα κυρίευαν την Κωνσταντινούπολη και θα αποδεκάτιζαν τους κατοίκους της, µέχρι την κολόνα του Αγίου Κωνσταντίνου. Τότε, στο µέρος αυτό, θα κατέβαινε άγγελος µε ροµφαία και θα παρέδιδε την πόλη και την βασιλεία σε άγνωστο άντρα, απλό και φτωχό, λέγοντάς του «Πάρε αυτή την ροµφαία και εκδικήσου για τον λαό του Κυρίου». Μετά από αυτό οι Τούρκοι θα έφευγαν και οι Χριστιανοί θα τους εκδίωκαν από την Πόλη και από όλη την ∆ύση και την Ανατολή µέχρι την Περσία σε τόπο που ονοµαζόταν Μονοδένδρι. Πιστεύοντας την προφητεία, έτρεξαν όλοι να εγκαταλείψουν την κολόνα του σταυρού πίσω τους και κρύφθηκαν στην Αγία Σοφία. Καθώς περνούσε η ώρα, το πλήθος όλο και µεγάλωνε. Ο ναός γέµισε από άνδρες και γυναίκες που περίµεναν την σωτηρία. Μάταια, όµως, διότι οι Οθωµανοί εισέβαλαν, µετά ολίγης ώρας, και άρχισαν να αρπάζουν, να αιχµαλωτίζουν, να σφάζουν και να καταστρέφουν ό,τι έβρισκαν µπροστά τους. Εν ριπή οφθαλµού, ο ναός έµεινε άδειος και γυµνός. Το τριήµερο της βαρβαρότητας:Σφαγές – Αιχµαλωσίες – Λεηλασίες – Βιασµοί Οι ηγεµόνες των Τούρκων, από τους πρώτους κιόλας κατακτητικούς πολέµους, συνήθιζαν να ακολουθούν το παρακάτω εθιµοτυπικό: Όταν µία πόλη τους παραδιδόταν αµαχητί µε συνθηκολόγηση, οι κάτοικοί της δεν συλλαµβάνονταν, ούτε αποδεκατίζονταν, αλλά τους αποδίδονταν χάρη να διατηρούν την θρησκευτική τους ελευθερία. Η µόνη τους επιβάρυνση ήταν να πληρώσουν τα έξοδα της εναντίον τους εκστρατείας των κατακτητών τους, ενώ τους οριζόταν ετήσιος φόρος, του οποίου το ύψος ήταν ανάλογο µε την αντίσταση, την οποία πρόβαλαν κατά την τουρκική κατάληψη. Στην αντίθετη περίπτωση, αν οι ηττηµένοι είχαν προβάλει αντίσταση µέχρις εσχάτων, ο τουρκικός στρατός, εισερχόµενος κατόπιν ένοπλου αγώνος στην εχθρική πόλη, είχε από τον σουλτάνο δικαίωµα επί τρεις συνεχείς ηµέρες να προβεί σε κάθε είδους αποτρόπαια πράξη, δηλαδή να σφάζει, να λεηλατεί, να αιχµαλωτίζει, να καταστρέφει, χωρίς κανένα περιορισμό. Για τους βυζαντινούς, οι οποίοι αντιστάθηκαν σθεναρά µέχρι τέλους, ήταν εύλογο να ισχύσει η δεύτερη περίπτωση. Αµέσως, µετά την Άλωση, πλήθος οργισµένων επιδροµέων ξεχύθηκε σε κάθε γωνιά της πόλεως και όρµησε κατά των κατοίκων και των αγαθών της. Οι Οθωµανοί σκότωναν όποιον έβρισκαν στο πέρασµά τους, ιδίως, όσους έφεραν όπλα, φοβούµενοι πιθανή ενέδρα τους. Οι γενίτσαροι εισέβαλαν στα σπίτια των άοπλων κατοίκων και έσφαζαν, όσους είχαν προσπαθήσει να κρυφθούν σε αυτά. Το θέαµα ήταν τροµερό. Άνθρωποι κάθε ηλικίας και τάξεως συλλαµβάνονταν, γυναίκες, κληρικοί, παιδιά, ευγενείς και σέρνονταν από τους Τούρκους αλύπητα. Κάποιοι από τους καταδιωκόµενους κατευθύνθηκαν στο λιµάνι ελπίζοντας ότι θα επέβαιναν σε κάποιο ελληνικό ή ιταλικό πλοίο και θα διέφευγαν απέναντι στον Γαλατά και έπειτα από εκεί στην Ευρώπη. Μερικοί στάθηκαν τυχεροί. Αυτό συνέβη, επειδή, όταν τα πληρώµατα του οθωµανικού στόλου αντιλήφθηκαν ότι «ἡ πόλις ἑάλω», εγκατέλειψαν τα πλοία τους και έσπευσαν στην ξηρά για να λάβουν µέρος στην λεηλασία, µε αποτέλεσµα να µην υπάρχει ουσιαστική επίβλεψη. Έτσι, πολλά ελληνικά και συµµαχικά πλοία βρήκαν την ευκαιρία να προσφέρουν σε πολλούς καταφύγιο. Εξαιτίας, λοιπόν, της αµεριµνησίας των Οθωµανών πλοιάρχων και στρατηγών, σώθηκαν αρκετοί καταδιωκόµενοι, διαφορετικά ο αριθµός των δολοφονηθέντων και αιχµαλώτων θα ήταν ακόµη πολύ µεγαλύτερος.Μετά την σύναξη των αιχµαλώτων, οι Οθωµανοί άρχισαν να βεβηλώνουν και να λεηλατούν τους ναούς και τα µοναστήρια. Μάλιστα µπροστά από κάθε µοναστήρι ή εκκλησία, όπου εισέβαλαν, στηνόταν µία µικρή σηµαία ως ένδειξη ότι το κτίριο είχε καταληφθεί και όσοι έρχονταν από εκεί και ύστερα δεν είχαν το δικαίωµα να µπουν σε αυτό. Αρχικά, οι εισβολείς κατευθύνθηκαν στους ναούς που βρίσκονταν κοντά στα τείχη, οι οποίοι απογυµνώθηκαν από αφιερώµατα και πολύτιµα σκεύη. Άλλοι εισβολείς κατευθύνθηκαν προς το ανάκτορο των Βλαχερνών. Όπου έβρισκαν βιβλία και εικόνες, τα έκαιγαν ή τα ξέσκιζαν, ενώ κατέστρεφαν πολυτελή µωσαϊκά και µάρµαρα, επιδιώκοντας να ανακαλύψουν κρύπτες µε θησαυρούς. Λίγο µετά το µεσηµέρι, όταν η τουρκική κατάληψη είχε πια ολοκληρωθεί, εισήλθε θριαµβευτής στην λεηλατηµένη πολιτεία ο Μωάµεθ Β΄ µαζί µε το επιτελείο του. Ο σουλτάνος, έκθαµβος, παρατηρούσε το µέγεθος, την οµορφιά και την λαµπρότητα της Πόλεως. Θαύµαζε τα περίλαµπρα κτίρια, το κάλλος των ναών, των δηµόσιων κτιρίων, ακόµη και των ιδιωτικών οικιών της. Βλέποντας, όµως, την φθορά και τον όλεθρο, που επήλθε από την λεηλασία και τις διαρπαγές, αναφώνησε περίλυπος: «Οἵαν πόλιν ἐς διαρπαγὴν καὶ ἐρήμωσιν ἐκδεδώκαμεν». Πράγµατι ολόκληρη η Κωνσταντινούπολη µετά από τρεις ολόκληρες µέρες λεηλασίας, έµοιαζε σαν να ήταν ακατοίκητη. Οι ναοί, οι εκκλησίες, οι δρόµοι είχαν ερηµωθεί. Μόνο µερικοί Τούρκοι περιφέρονταν για να λεηλατήσουν ό,τι είχε αποµείνει, διαφιλονικώντας, µάλιστα, µεταξύ τους για τα λάφυρα. Ο σουλτάνος, κατά την µεσηµβρινή ώρα, επισκέφθηκε τον ναό της Αγίας Σοφίας, στον οποίο πριν από λίγο είχαν διαδραµατισθεί τα τραγικά γεγονότα της εισβολής των Τούρκων, τα οποία και προαναφέρθηκαν. Καθώς έκανε την αποτίµησή του και θαύµασε τον ναό είδε έναν Τούρκο στρατιώτη να καταστρέφει ένα δάπεδο της Εκκλησίας και όταν τον ρώτησε, γιατί έκανε εκείνη την ζηµιά, εκείνος απάντησε «Για την πίστη». Ο σουλτάνος εξοργίσθηκε, τον χτύπησε µε το ξίφος του και αναφώνησε: «Σας αρκούν οι θησαυροί και οι αιχµάλωτοι, τα κτίρια της πόλης είναι δικά µου». Και ενώ οι ακόλουθοι έβγαζαν έξω τον µισοπεθαµένο στρατιώτη, ο Μωάµεθ διέταξε έναν ιερωµένο να προβεί στα θρησκευτικά του καθήκοντα και να καλέσει τους πιστούς σε προσευχή. Από τότε ο µεγάλος ναός της χριστιανοσύνης µετατράπηκε σε ναό λατρείας του Ισλάµ. [Αποσπάσμα από την ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ Της κ. ΤΣΙΓΓΕΛΙ∆ΟΥ ΕΥΘΥΜΙΑΣ Με ΘΕΜΑ: Η ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΑΟΝΙΚΟ ΧΑΛΚΟ(ΚΟ)Ν∆ΥΛΗ Βρέθηκε στο ikee.lib.auth.gr/record/127075/files/GRI-2011-7113.pdf] 17 |