Γουώλτερ Σκοτ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Στο μυθιστόρημα ο Σκοτ αναπαριστά την εποχή των ιπποτών στη μεσαιωνικής Αγγλίας, παρουσιάζοντας τις παραδόσεις και την ζωή των Νορμανδών και των Σαξόνων στα χρόνια των σταυροφοριών.

Γουόλτερ Σκοτ

ΙΒανόης

Απόσπασμα από την αρχή
Εκδοσεις ΑΓΚΥΡΑ 1976
Μτφ Ερρ Μπαρτινοπούλου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΗ ΕΚΕΙΝΗ ΠΕΡΙΟΧΗ τῆς ᾿Αγγλίας πού βρέχεται ἀπ' τόν ποταμό Ντόν, ὑπῆρχε τα παλιά χρόνια ένα μεγάλο δάσος, ποὺ κάλυπτε τό μεγαλύτερο μέρος τῶν ὅμορφων λόφων καί τῶν κοιλάδων, πού βρίσκονται στο Σέφφιλντ καί στὴν ὄμορφη πόλη τοῦ Ντονκάστερ.

Σ᾿ αὐτὸ ἐδῶ βασικά τό σκηνικό, αρχίζει η Ιστορία μας ποὺ ἀναφέρεται σε μιά περίοδο κατά τό τέλη τῆς βασιλείας τοῦ Ριχάρδου τοῦ Α΄, ὅταν ἡ ἐπιστροφή του ἀπ᾿ τὴ μακρά του αἰχμαλωσία ήταν πιά κάτι πού τό εὔχονταν μέ ὅλη τους τὴν καρδιά οἱ ἀπελπισμένοι καί καταπιεσμένοι ἀπὸ τοὺς Νορμανδούς εύγενεῖς ὑπήκοοί του.

῾Ο ἥλιος έδυε πάνω ἀπ᾿ τὰ πλούσια χορταριασμένα ξέφωτα τοῦ δάσους, ποὺ ἀναφέραμε στὴν ἀρχή. Εκατοντάδες βελανιδιές μέ χαμηλούς κορμούς καί πλατιά κλαδιά, πού μᾶλλον θὰ εἶχαν θαυμάσει πρὶν ἀπὸ αἰῶνες τὴν προέλαση τοῦ ρωμαϊκού πεζικού, ἅπλωναν τὰ ροζιασμένα μπράτσα τους πάνω από ένα πλούσιο, καταπράσινο χαλί. Σὲ μερικά σημεία μπερδεύονταν μὲ ὀξυές, αρκουδοπούρναρα καί κάθε λογῆς δέντρα, σε βαθμό ποὺ δὲν ἄφηναν τίς ἀχτίδες του ἥλιου, πού ἔγερναν κατά τὴ δύση, νὰ περάσουν ἀνάμεσά τους. Σ΄ ἄλλα πάλι σημεία, ήταν τόσο ἀπομακρυσμένα τά δέντρα τὸ ἕνα ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο, καί σχημάτιζαν τόσο ευρύχωρα ξέφωτα, ὥστε ή ματιά χανόταν κι ή φαντασία τὰ ἔβλεπε σαν μονοπάτια πού ὁδηγοῦσαν σέ κάποιο ἁκόμα ἀγριότερο σκηνικό. Ἐδῶ οἱ κόκκινες αχτίδες τοῦ ἥλιου έριχναν ένα απόκοσμο φως, πού είτε σταματοῦσε πάνω στά κλαδιά καί στούς κορμούς τῶν δέντρων, εἴτε κατάφερνε νὰ τὰ διαπεράση καὶ νὰ φωτίση τὴν πλούσια χορταριασμένη γῆ

Οἱ ἀνθρώπινες μορφές πού συμπλήρωναν τὸ τοπίο αυτό ήταν δυό, κι ἀπ᾿ τὰ ροῦχα καί τήν ἐμφάνισή τους εὔκολα καταλάβαινε κανείς πώς ἀνῆκαν στίς τάξεις τῶν χωρικῶν πού κατοικοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στά δάση, δυτικά τοῦ Γιορκσάιρ. Ο πιό ηλικιωμένος ἀπὸ τοὺς δυό είχε ένα σοβαρό κι ἄγριο παρουσιαστικό. Τά ρούχα του ήταν ὅ τι πιό ἀπλοϊκό μπορούσε να φανταστῆ κανείς. Φοροῦσε ἕνα χιτώνιο με μανίκια, φτιαγμένο ἀπ᾿ τὴν προβιά κάποιου ζώου, πού εἶχε λιώσει σε τόσα μέρη, ὥστε ἀπ' τὸ πολλά μπαλώματα ήταν ἁδύνατο νά καταλάβη κανείς από ποιό ζῶο είχε παρθῆ. Τά πόδια του προστατεύονταν από σανδάλια πού ἔδεναν μὲ πετσιά ἀπό γουρουνοτόμαρο καί γύρω ἀπό τίς κνῆμες ήταν τυλιγμένο ένα λεπτό δέρμα πού ἄφηνε ωστόσο γυμνά τὰ γόνατα, ὅπως ἀκριβώς κάνουν κι οἱ ορεσίβιοι Σκωτσέζοι. Στή μιά πλευρά τῆς ζώνης κρεμόταν ένα δισάκι καί στὴν ἄλλη ἕνα βούκινο. Στην ίδια ζώνη κρεμόταν κι ἕνα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ μακριά, πλατιά, κοφτερά κι αμφίστομα μαχαί ρια, μὲ τίς κακοφτιαγμένες λαβές, πού φτιάχνονταν ἀπὸ τοὺς σιδεράδες τῆς γειτονιᾶς.

Στὸ κεφάλι δὲν φορούσε τίποτα κι έτσι φαίνονταν τα πλούσια μαλλιά του, αχτένιστα κι ἀνακατωμένα, πού ὁ ἥλιος τούς είχε δώσει ένα βαθυκόκκινο χρώμα, κι ἔρχονταν σ᾿ έντονη αντίθεση μὲ τῇ γενειάδα του, πού ήταν κάπως κιτρινωπή. Απ΄ όλα όσα φορούσε πλάνω του, μόνο ένα αντικείμενο τραβούσε την προσοχή, κι οποίος το 'βλεπε ήταν πολύ δύσκολο νὰ τὸ ξεχωρίση. ¨Ηταν ένα μπρούντζινο κολλάρο, κάτι πού έμοιαζε μὲ περιλαίμια σκύλου, άλλα χωρίς κανένα ἄνοιγμα. Πάνω στο περιλαίμιο αὐτό ήταν χαραγμένη στα σαξωνικά μιά επιγραφή πού έλεγε. «Γκάρθ, ὁ γιὸς τοῦ Μπέσουλθ᾽ είναι γεννημένος σκλαβος τοῦ Σέντρικ τοῦ Ρόδεργουντ»

Δίπλα στό χοιροβοσκό, γιατί αὐτό ἦταν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Γκάρθ, καθόταν, πάνω σὲ μιὰ πέτρα, ένας άντρας που φαινόταν καμιά δεκαριά χρόνια νεώτερος ἀπ᾿ το σύντροφό του καί που τα ρούχα του, παρ᾽ ὅλο πού ἔμοιαζαν μὲ τοῦ Γκάρθ, ήταν φτιαγμένα από καλύτερα ὑλικὰ καὶ ἕκαναν περισσότερη εντύπωση. Ο χιτώνας του ήταν βαμμένος μπλε καί πάνω του κάποιος είχε προσπαθήσει να ζωγραφίση ἀλλόκοτα σχέδια μέ διαφορετικά χρώματα Πάνω ἀπ᾿ το χιτώνα φοροῦσε έναν κοντό μανδύα, που μόλις κι' ἔφτανε ὡς τή μέση τῶν μηρῶν του. Ηταν κατακόκκινος μέ κιτρινωπές ρίγες καί καθώς τον τραβοῦσε ἀπ τὸν ἕνα ὦμο στον άλλο, η τὸν τύλιγε γύρω ἀπ᾽ τὸ κορμί του, έδινε την εντύπωση πολύτιμου κι εντυπωσιακού υφάσμα τος Στά μπράτσα του φορούσε λεπτά άσημένια Βραχιολια καί στό λαιμό του ένα κολλάρο έγραφε: «Βάμπα, ὁ γιὸς τοῦ Τρελού, είναι γεννημένος σκλάβος τοῦ Σέντρικ Ροδεργουντ»

Φοροῦσε κι' αὐτός τα ίδια σανδάλια μὲ τὸ σύντροφό του άλλα. αντί για δέρματα, φοροῦσε στα πόδια του δυό κάλτσες, πού η μιά ήταν κίτρινη κι ή άλλη κόκκινη. Φορούσε άκομα κι ένα σκούφο, πού πάνω του ήταν ραμμένα μερικά κουδουνάκια καί κάθε φορά πού κουνοῦσε τό κεφαλι του κουδούνιζαν χαρούμενα καθώς μάλιστα δὲν ἔμενε οὔτε μιά στιγμὴ ακίνητος, το κουδούνισμα ήταν αδιάκοπο.

Ο σκοῦφος του αὐτός, μαζί ὑπόλοιπo ντύσιμό του καὶ τὴ μισοπάλαβη, μισοπόνηρη έκφραση προσώπου του, πρόδιναν πώς ανήκε στην κατηγορία τῶν γελωτοποιῶν, πού εκείνη την ἐποχή είχαν στά σπίτια τους οι πλούσιοι για να διώχνουν την ανία των ωρών που ἦταν ἀναγκασμένοι να μένουν στα σπίτια τους.

Όπως κι ο σύντροφός του, είχε αὐτὸς περασμένα ζώνη ένα δισάκι, ἀλλὰ δεν είχε ούτε βούκινο οὔτε μαχαίρι, μια και ανήκε σε μιὰ κατηγορία ανθρώπων πού κανένας δὲν τους ἐμπιστευόταν αιχμηρά άντικείμενα. Αντίθετα, είχε κρεμασμένο στη ζώνη του ένα ψεύτικο, ξύλινο σπαθί.

-Η κατάρα τοῦ ἅγιου Οὐίτχολντ νὰ πέση πάνω αὐτὰ βρωμογούρουνα, φώναξε ο χοιροβοσκός, ἀφοῦ πρῶτα φύσηξε με δύναμη βούκινό του για να συγκεντρώσει το σκορπισμένο κοπάδι των γουρουνιῶν.

Εκείνα, όμως, απαντώντας στο κάλεσμά του μουγκρητά, δὲ βιάστηκαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὰ βοσκοτόπια τους, ο΄τυε ν᾿ ἀπομακρυν• ἀπο τις βαλτώδεις ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, όπου κυλιόντουσαν στή λάσπη ἀδιαφορώντας για τα καλέσματα του φύλακά τους



— Η κατάρα τοῦ ἅγιου Οὐΐτχολντ να πέση πάνω τους καί πάνω μου, εἶπε ο Γκάρθ. Νά μη με λένε Γκάρθ αν κανένας λύκος δὲν ξεμοναχιάσει και δεν κατασπαράξη μερικά απ᾽ αὐτά τά ζωντόβολα. Εδώ Φάνγκς! ―Φάνγκς! ξαναφώναξε μ' ὅλη δύναμη τῆς φωνῆς του σ’ ἕνα μαντρόσκυλο πού ἔτρεχε ἐδῶ ἐκεῖ κουτσαίνοντας καί πασχίζον νὰ βοηθήση τὸν ἀφέντη να συγκεντρώσει τα γουρούνια. Αλλά είτε ἐπειδὴ δὲν καταλάβαινε σωστά τίς διαταγές του χοιροβοσκοῦ, εἶτε γιατί άγνοοῦσε το καθῆκον του, είτε γιατί τὸ έκανε σκόπιμα, το μόνο που κατάφερνε το σκυλί ἤταν νὰ τ᾿ ἁπομακρύνει ακόμα περισσότερο και να χειροτερεύη τὴν κατάσταση.

-Καταραμένο σκυλί, φώναξε ο Γκαρθ, Καλά κάνουν οι δασοφύλακες και ξενυχιάζουν μερικά σκυλιά. Τέτοια που είναι τέτοια θέλουν. Βάμπα έλα να με βοηθήσεις και θα είσαι ο καλύτερο φίλος. Τράβα στην άλλη μεριά του λοφίσκου και βγες μπροστά απ’ τα γουρούνια. Έτσι και τα καταφέρεις, θα σε ακολουθήσουν ως εδώ σαν υπάκουα αρνάκια.

-Δυστυχώς, είπε ο Βάμπα χωρίς να κουνηθεί από τη θέση του, ρώτησα τα πόδια μου και μου είπαν πως θα ήταν ανάξιοι και του αξιώματός μου και της βασιλικής μου στολής, να τρέχω και να μαζεύω γουρούνια. Έτσο Γκαρθ σε συμβουλεύω να μαζέψεις τον Φάνγκς καί νά παρατήσης το κοπάδι στὴν τύχη του. "Αλλωστε, δι κά μας εἶναι τὰ ζῶα; Οἱ Νορμανδοί θά τὰ φᾶνε ἀργά ή γρήγορα.

—Μά τόν ἅγιο Ντάνσταντ, ἁπάντησε ὁ Γκάρθ, ὅλο θλιβερές ἁλήθειες λές. Τὸ μόνο ποὺ μᾶς ἔχει ἀπομείνει εἶναι ὁ ἀέρας ποὺ ἀναπνέουμε, ἀλλὰ κι αὐτόν μᾶς τὸν ἀφήνουν γιὰ νὰ μποροῦμε νά κάνουμε τίς δουλειές ποὺ ὅλο καί μᾶς φορτώνουν. Τὰ καλύτερα σφαχτά εἶναι γιά τά τραπέζια τους. Οι ὡραιότερες γυναίκες γιὰ τὰ σπίτια τους. Κι οἱ πιὸ γενναῖοι ἀπὸ μᾶς ἀναγκάζονται ν᾿ ἀκολουθήσουν τούς Νορμανδοὺς σέ μακρινές ἐκστρατείες καὶ ν᾿ ἀφήσουν σ᾽ ἄγνωστες χώρες τά κοκαλά τους `Ετσι, ἐδῶ απομένουν ἐλάχιστοι πού νά ἔχουν τὴ δύναμη ἢ τὴ θέληση να προστατεύσουν τοὺς δυστυχισμένους τοῦ Σάξωνες. Ο Θεὸς νὰ εὐλογῆ τὸν ἀφέντη μας, τὸν Σέντρικ, γιατί καταφέρνει να προστατεύη ὅσους Σάξωνες μπορεί. ῾Αλλὰ τώρα ἔρχεται κατά τὰ μέρη μας ὁ ἴδιος ὁ Ρέτζιναλντ Φρόν - ντέ - Μπέφ, καί τότε θά δοῦμε τί παιχνίδια μᾶς ἑτοιμάζει ἡ μοίρα. Εδω, ἐδῶ, ἀναφώνησε καί πάλι, ὑψώνοντας τὸν τόνο τῆς φωνῆς του. Μπράβο, Φάνγκς! Τα κατάφερες! Μάζεψέ τα όλα καί φέρ᾽ τα κατὰ δῶ..

―Για στάσου, όμως! Ποιοί είναι αὐτοὶ πού έρχονται κατά δῶ; εἶπε ὁ γελωτοποιός στήνοντας αὐτὶ γιὰ ν᾿ ἀκούση καλύτερα τά ποδοβολητά τῶν ἁλόγων πού πλησίαζαν

―Νά μὴ σε νοιάζη, απάντησε ὁ Γκάρθ, που τώρα είχε συγκεν τρωμένο μπροστά του το κοπάδι του καί μέ τή βοήθεια τοῦ Φάνγκς τὸ ὁδηγοῦσε σ' ένα απ' τα μεγάλα ξέφωτα τοῦ δάσους.

–Πρέπει νά δῶ τοὺς καβαλάρηδες, ἁπάντησε ὁ Βόμπα. Μπορεῖ νὰ ἔρχωνται ἀπ' τὴν Παραμυθοχώρα με κανένα μήνυμα ἀπ᾿ τὸν Βα σιλιά "Ομπερον.

- "Ανάθεμά σε, παλαβέ! φώναξε ὁ χοιροβοσκός. Ποῦ βρίσκεις τὸ κέφι νά λές ἁστεία όταν μερικά μίλια πιό κάτω αύλακώνουν τον ούρανὸ ἀστραπόβροντα; Δέν ἀκοῦς τίς βροντές; Πρώτη φορά βλέ πω τόσο βαριά σύννεφα νά πλακώνουν κατακαλόκαιρο τὸν οὐρανο Παράτα λοιπόν τις παλαβομάρες κι ακουσέ με για μια φορά στή ζωή σου. Πάμε σπίτι προτού πλακώση κι ἐδῶ ή καταιγίδα γιατί ή ἀποψινή νύχτα θά είναι φοβερή

Ο Βάμπα έδειξε να συμμορφώνεται κι ακολούθησε το σύντροφό του, πού προχωροῦσε μπροστά κρατώντας μιά χοντρή μαγκού•ρα, ποὺ μὲ τή βοήθειά της καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Φόνγκς ὁδηγοῦσε το κοπάδι κατά το ξέφωτο