Ιωάννης Καποδίστριας ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ Η «ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΙΣ της πολιτικής μου σταδιοδρομίας από το 1798 μέχρι το 1822» (Aperçu de ma carriére publique depuis 1798 jusqu’ à 1822) είναι το υπόμνημα που υπέβαλε κατά τα τέλη του 1826 ο Ιωάννης Καποδίστριας στον Τσάρον Νικόλαον τον Α΄, ζητώντας να γίνει δεκτή η παραίτησή του από την ρωσική υπηρεσία, Το κείμενο του υπομνήματος βρισκόταν φυλαγμένο στα αρχεία της Πετρούπολης. Το μετέφρασε ο ιστορικός Μιχαήλ Λάσκαρης, ονομάζοντας το «Αυτοβιογραφία του Ι. Καποδίστρια.
Ιωάννης Καποδίστριας

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ MOΥ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ
ΑΠΟ TO 1798 ΜΕΧΡΙ TO 1822
(απόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση από την μετάφραση του Ι. Λάσκαρη)

Προς την Α. Μ. τον Αυτοκράτορα
Μετά την κατάλυση του Βενετικού κράτους, οι Γάλλοι κατέλαβαν τα Ιόνια νησιά και επί των ακτών της Ηπείρου αποικίες τους. Το 1798 ο Ρωσοτουρκικός στόλος υπό την αρχηγία του ναυάρχου Ουσακώφ κατέπλευσε στα νησιά, αφού προηγουμένως με εγκύκλιο του ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης, εν ονόματι της θρησκείας, της πατρίδας και της αληθινής ελευθερίας, είχε προτρέψει τους Έλληνες να λάβουν τα όπλα και να ελευθερωθούν από την κυριαρχία των Γάλλων. Οι επτανήσιοι, οι ανδρείοι κάτοικοι του Σουλίου, της Πάργας, της Πρέβεζας, της Βόνιτσας και του Βουθρωτού ανταποκρίθηκαν θαρραλέα σε αυτή την πρόκληση, ώστε οι Γάλλοι αναγκάστηκαν μετά από λίγο να εκκενώσουν όλες τις οχυρές τους θέσεις και να παραδώσουν τα φρούρια της Αγίας Μαύρας και της Κέρκυρας. Ο ναύαρχος Ουσακώφ εξουσιοδοτημένος από τις συμμαχικές δυνάμεις (Ρωσία, Αγγλία και Πύλης) αναγνώρισε την σύσταση προσωρινής κυβέρνησης των προκρίτων και τους κάλεσε να στείλουν αντιπροσώπους στην Κωνσταντινούπολη για να συμμετάσχουν σε διαπραγματεύσεις που θα ρύθμιζαν την τύχη της πατρίδας τους. Αρχηγός αυτής της αντιπροσωπείας ήταν ο πατέρας μου.

Και πράγματι, τον Μάρτιο του 1800 συνομολογήθηκε συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Οθωμανικής πύλης, υπό την εγγύηση της Αγγλίας, με την οποία τα Επτάνησα αποτελούσαν δημοκρατία κατά το παράδειγμα της Ραγούζης. Η τελευταία αυτή ήταν αριστοκρατική και υποτελής στην Πύλη. Και η νέα δημοκρατία όφειλε σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης να πληρώνει φόρους στην Πύλη και να κυβερνάται από ευπατρίδες κατά τα έθιμα αυτών, υπό την διεύθυνση της Γερουσίας των Επτανήσων, καταβάλλοντας κάποιο είδος κεφαλικού φόρου στην Πύλη, ώστε να παραμένουν απαλλαγμένοι από την παρουσία μουσουλμανικών αρχών, στρατιωτικών και πολιτικών

Αλλά ο πολιτικός αυτός συνδυασμός δεν φάνηκε να τερματίζει με επιτυχία τις μακρές και δυσχερείς διαπραγματεύσεις της Κωνσταντινούπολης, δεν μπόρεσε να αντέξει την δοκιμασία του χρόνου. Εξωτερικά, μερικούς μήνες μετά, η προηγούμενα Ενετική παραλία καταλήφθηκε από τον Αλή Πασά ενώ στα νησιά ο φόβος από αυτό το γεγονός και οι εσωτερικές ταραχές που επακολούθησαν, ώθησαν την Ιόνια κυβέρνηση να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Ο ενδόξου μνήμης Αυτοκράτορας Αλέξανδρος έστειλε στα νησιά πληρεξούσιο υπουργό συνοδευόμενο από δύο στρατιωτικά τάγματα. Τότε η πολιτεία των Επτανήσων αναδιοργανώθηκε και η εσωτερική ειρήνη είχε την ευεργετική της επίδραση στα νησιά μέχρι το 1870, όταν η χώρα αυτή παρεχωρήθη, εν αγνοία της, στον Βοναπάρτη, αυτοκράτορα τότε των Γάλλων.

Κατά την διάρκεια των 7 αυτών χρόνων, νέος ακόμη, άρχισα τον δημόσιο βίο μου, αρχικά ως έκτακτος επίτροπος της Κυβέρνησης στα νησιά, μετά υπουργός της εκτελεστικής εξουσίας σε όλους τους κλάδους της διοικήσεως και τέλος ως γραμματέας της επικρατείας επί των εξωτερικών, των ναυτικών και του εμπορίου.

Κάποια στιγμή τα Γαλλικά στρατεύματα αντικατέστησαν τα Ρωσικά, εγώ βρισκόμουν στην Αγία Μαύρα, επικεφαλής της Ιονίου εθνοφυλακής και των υπό Ρωσική υπηρεσία Σουλιωτών και Ρουμελιωτών, ασχολιόμουν με τα μέτρα που επρόκειτο να ληφθούν για να αποσπαστούν τα οχυρά της παραλίας από τα χέρια του Αλή Πασά και των Γάλλων που τότε ήταν σύμμαχοί του.

Οι σχέσεις μου λοιπόν με τους Έλληνες της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου χρονολογούνται από κείνη την εποχή. Υπηρετώντας την πατρίδα μου, υπηρετούσα συγχρόνως και την Ρωσία με κύριο σκοπό να προφυλάξω την Ελλάδα από τους πειρασμούς της Γαλλικής πολιτικής. Χάρη στα ισχυρά μέσα, που έθεσε η γενναιόδωρη πολιτική του Αυτοκράτορα Αλεξάνδρου στην διάθεση της Ιόνιας πολιτείας, μού ήταν εύκολο να εκπληρώσω το καθήκον αυτό, διεγείροντας την γενναία και έξοχα χριστιανική ψυχή των αρχηγών της Ελλάδας, τα έμφυτα σε αυτούς αισθήματα, πείθοντάς τους για το ότι η Ρωσία είχε τη δύναμη και την θέληση να βελτιώσει την τύχη τους. Το παράδειγμα της Επτανήσιας πολιτείας μιλά φωναχτά.

Στην καρδιά και την φαντασία τους, μπορεί η ειρήνη στην Τίλσιτ προς στιγμή να κλόνισε την πεποίθηση τους για την προστασία της Ρωσίας, άλλες όμως περιστάσεις αναζωπύρωσαν την πεποίθηση αυτή. Αναμφίβολα στα μάτια των ανθρώπων της εποχής εκείνης, η δύναμη του Βοναπάρτη ήταν κολοσσιαία, αλλά για τους Έλληνες και για τους ορίζοντές τους, η δύναμη αυτή ήταν πρόσκαιρη, γιατί το σκήπτρο της θάλασσας παρέμενε στα χέρια της Μεγάλης Βρετανίας.

Ωστόσο, όσο κι αν προσπάθησαν οι Άγγλοι να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των Ελλήνων, οι τελευταίοι, ως ναυτικοί και έμποροι, ποτέ δεν μπορούσαν να βρουν στα Αγγλικά έθνη, προστασία τόσο ωφέλιμη όσο αυτή της Ρωσίας. Η ανατροπή λοιπόν, η οποία κατέπνιξε την Ιόνια πολιτεία στα σπάργανά της, όχι μόνο δεν αποθάρρυνε τους Έλληνες, αλλά κει επιπλέον αναπτέρωσε τις ελπίδες τους στην Ρωσία.
[…]
(Ολόκληρη η επιστολή, καθώς και πλήθος άλλων, μπορεί να βρεθεί στην διεύθυνση: kapodistrias.digitalarchive.gr)

(Το ίδιο κείμενο όπως έχει μεταφραστεί από τον Μιχαήλ Λάσκαρη)

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ MOΥ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑΣ ΑΠΟ TOΥ 1798 ΜΕΧΡΙ TOΥ 1822

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΛΥΣΙΝ του Βενετικού Κράτους, οι Γάλλοι κατέλαβον τας Ιονίους Νήσους και τα επί των ακτών της Ηπείρου εξαρτήματα αυτών. Τω 1798 Ρωσσοτουρκικός στόλος υπό την αρχηγίαν του ναυάρχου Ουσακώφ1 κατέπλευσεν εις τας Νήσους, αφού προηγουμένως δι’ εγκυκλίου του2 ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, εν ονόματι της θρησκείας, της πατρίδος και της αληθούς ελευθερίας, είχε προτρέψει τους Έλληνας να λάβουν τα όπλα και να ελευθερώσουν εαυτούς από της κυριαρχίας των Γάλλων. Οι Επτανήσιοι, οι ανδρείοι κάτοικοι του Σουλίου, της Πάργας, της Πρεβέζης, της Βονίτσης και του Βουθρωτού ανταπεκρίθησαν θαρραλέως εις την πρόσκλησιν ταύτην, μετ’ ολίγον δε οι Γάλλοι ηναγκάσθησαν να εκκενώσουν πάσας τας οχυράς θέσεις και να παραδώσουν διά συνθήκης τα φρούρια της Αγίας Μαύρας και της Κερκύρας. Ο ναύαρχος Ουσακώφ, εξουσιοδοτημένος υπό των συμμάχων Δυνάμεων (Ρωσσίας, Αγγλίας και Πύλης), ανεγνώρισε την εκ προκρίτων συσταθείσαν εν ταις Νήσοις προσωρινήν Κυβέρνησιν, καλέσας τούτους να αποστείλουν εις Κωνσταντινούπολιν αντιπροσώπους, όπως μετάσχουν των διαπραγματεύσεων, αίτινες έμελλον να ρυθμίσουν την τύχην της πατρίδος των. Της αντιπροσωπείας ταύτης ηγείτο ο πατήρ μου3.

Και πράγματι, διά της κατά Μάρτιον του 1800 συνομολογηθείσης συνθήκης μεταξύ της Ρωσσίας και της Οθωμανικής Πύλης υπό την εγγύησιν της Αγγλίας, η Επτάνησος απετέλεσε δημοκρατίαν κατά το υπόδειγμα της δημοκρατίας της Ραγούζης. Η τελευταία αύτη ήτο αριστοκρατική και υποτελής εις την Πύλην· και η νέα δε δημοκρατία ώφειλεν οσαύτως κατά τους όρους της συνθήκης να πληρώνη φόρον εις την Πύλην και να κυβερνάται υπό των ευπατριδών κατά τα έθιμα αυτών υπό την διεύθυνσιν της Γερουσίας της Επτανήσου και να καταβάλλουν είδος κεφαλικού φόρου προς την Πύλην, ίνα αντ’ αυτού παραμένουν απηλλαγμένοι της παρουσίας των μουσουλμανικών αρχών, στρατιωτικών και πολιτικών.

Αλλ’ ο πολιτικός ούτος συνδυασμός, δι’ ου εφαίνοντο τερματισθείσαι επιτυχώς αι μακραί και δυσχερείς εν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις, δεν ηδυνήθη να υποστή την δοκιμασίαν του χρόνου. Εξωτερικώς, μετά τινας μήνας η πρώην Βενετική παραλία κατελήφθη υπό του Αλή Πασσά, εν δε ταις Νήσοις ο εκ της παραβάσεως ταύτης των συνθηκών εμπνευσθείς φόβος και αι εσωτερικαί ταραχαί, αίτινες επηκολούθησαν, παρώρμησαν την Ιόνιον Κυβέρνησιν να ζητήση την άμεσον προστασίαν της Ρωσσίας. Ο ενδόξου μνήμης Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος επένευσεν εις τας ευχάς της Ιονίου Κυβερνήσεως. Ο Μονάρχης ούτος απέστειλεν εις τας Νήσους τω 1803 πληρεξούσιον υπουργόν4, συνοδευόμενον υπό δύο μονοκρότων καί τινων στρατιωτικών ταγμάτων. Τότε η Επτάνησος Πολιτεία αναδιωργανώθη, η δε εσωτερική ειρήνη διέχυσεν επί των Νήσων την ευεργετικήν αυτής επίδρασιν μέχρι του 1870, ότε η χώρα αύτη παρεχωρήθη, εν άγνοια αυτής, εις τον Βοναπάρτην, Αυτοκράτορα τότε των Γάλλων5.

Κατά την διάρκειαν των επτά τούτων ετών, νέος έτι, ήρχισα τον δημόσιον βίον μου, κατ’ αρχάς ως έκτακτος επίτροπος της Κυβερνήσεως εν ταις Νήσοις, μετά ταύτα ως Υπουργός της εκτελεστικής εξουσίας καθ’ όλους τους κλάδους της διοικήσεως και τέλος ως γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εξωτερικών, των Ναυτικών και του Εμπορίου.

Καθ’ ην στιγμήν τα Γαλλικά στρατεύματα αντικατέστησαν τα Ρωσσικά, εγώ ευρισκόμην εν Αγία Μαύρα6, επί κεφαλής της Ιονίου εθνοφυλακής και των εν Ρωσσική υπηρεσία Σουλιωτών και Ρουμελιωτών, ησχολούμην δε περί τα μέτρα άτινα επρόκειτο να ληφθούν προς απόσπασιν των οχυρών της παρα- παραλίας θέσεων από των χειρών του Αλή Πασσά και των Γάλλων, των τότε συμμάχων αυτού.

Aι σχέσεις μου λοιπόν προς τους Έλληνας της Ηπείρου, της Πελοποννήσου και του Αιγαίου χρονολογούνται αφ’ ης εποχής, υπηρετών την πατρίδα μου, υπηρέτουν συγχρόνως και την Ρωσσίαν επί τω μεγάλω σκοπώ του να προφυλάξω την Ελλάδα από τους πειρασμούς της Γαλλικής πολιτικής7. Χάρις εις τα ισχυρά μέσα, άτινα η γενναιόδωρος πολιτική του Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου έθετεν εις την διάθεσιν της Ιονίου Κυβερνήσεως, μοι ήτο εύκολον να εκπληρώσω το καθήκον τούτο, διεγείρων εν τη γενναία και εξόχως χριστιανική ψυχή των αρχηγών της Ελλάδος τα έμφυτα εις αυτούς αισθήματα και πείθων αυτούς περί του ότι μόνη η Ρωσσία είχε την δύναμιν και την θέλησιν να βελτιώση βαθμηδόν την τύχην των. Το παράδειγμα της Επτανήσου Πολιτείας μεγαλοφώνως ωμίλει εις την καρδίαν και την φαντασίαν των, εάν δε η εν Τίλσιτ ειρήνη ηδυνήθη προς στιγμήν να κλονίση την επί την προστασίαν της Ρωσσίας πεποίθησιν αυτών, άλλαι όμως περιστάσεις επελθούσαι ανεζωπύρωσαν την πεποίθησιν ταύτην και κατέστησαν αυτήν ενδομυχωτέραν και βαθυτέραν.

Αναμφιβόλως εις τα όμματα των ανθρώπων της εποχής εκείνης, η ισχύς του Βοναπάρτου ήτο κολοσσιαία· αλλά διά τους Έλληνας και εν τοις ορίοις του ορίζοντός των, η ισχύς αύτη ήτο πρόσκαιρος, διότι το σκήπτρον της θαλάσσης παρέμενεν εις τας χείρας της Μεγάλης Βρεττανίας.

Εξ άλλου δε, όσον και αν προσεπάθουν τότε οι Άγγλοι να κερδίσουν την εμπιστοσύνην των Ελλήνων, οι τελευταίοι ούτοι, ως ναυτικοί και έμποροι, ουδέποτε ηδυνήθησαν να εύρωσιν εν τω Αγγλικώ έθνει προστασίαν τόσον συμπαθή και τόσον ωφέλιμον όσον η προστασία εκείνη, ανεκτίμητα ευεργετήματα της οποίας είχε παράσχει εις αυτούς η Ρωσσία.

Η ανατροπή λοιπόν, η καταπνίξασα την Ιόνιον Πολιτείαν εις τα σπάργανα αυτής, όχι μόνον δεν απεθάρρυνε τους Έλληνας, αλλά και έτι πλέον συνεκέντρωσε τας ελπίδας αυτών επί της Ρωσσίας. Συμμεριζόμενος δε το αίτημα τούτο ο πατήρ μου, μετ’ αυτού δε και οι μάλλον ισχύοντες εν ταις Νήσοις και εν Ελλάδι άνδρες, εθεώρησαν την γενομένην μοι τω 1808 πρόσκλησιν του να απέλθω εις Ρωσσίαν ως τον άριστον οιωνόν διά το μέλλον της εγκαταληφθείσης πατρίδος των.

Απ’ εμού εξηρτάτο ν’ ακολουθήσω τον Ρωσσικόν στρατόν, καθ’ ον χρόνον ούτος εγκατέλειπε τας Νήσους, αφού οι αρχηγοί αυτού προέτρεπόν με προς τούτο. Προυτίμησα εν τούτοις να μείνω εν τη πατρίδι μου, διαβεβαιώσας όμως αυτούς ότι ουδέποτε θα συγκατελεγόμην εις τας τάξεις των θεραπόντων