|
Μιχάλης Κατσαρός ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Μιχάλης ΚατσαρόςποιήματαἩ διαθήκη μουἈντισταθεῖτεσ᾿ αὐτὸν ποὺ χτίζει ἕνα μικρὸ σπιτάκι καὶ λέει: καλὰ εἶμαι ἐδῶ. Ἀντισταθεῖτε σ᾿ αὐτὸν ποὺ γύρισε πάλι στὸ σπίτι καὶ λέει: Δόξα σοι ὁ Θεός. Ἀντισταθεῖτε στὸν περσικὸ τάπητα τῶν πoλυκατοικιῶν στὸν κοντὸ ἄνθρωπο τοῦ γραφείου στὴν ἑταιρεία εἰσαγωγαὶ- ἐξαγωγαί στὴν κρατικὴ ἐκπαίδευση στὸ φόρο σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ. Ἀντισταθεῖτε σ᾿ αὐτὸν ποὺ χαιρετάει ἀπ᾿ τὴν ἐξέδρα ὦρες ἀτέλειωτες τὶς παρελάσεις σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄγονη κυρία ποὺ μοιράζει ἔντυπα ἁγίων λίβανον καὶ σμύρναν σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ. Ἀντισταθεῖτε πάλι σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ λέγονται μεγάλοι στὸν πρόεδρο τοῦ Ἐφετείου ἀντισταθεῖτε στὶς μουσικὲς τὰ τούμπανα καὶ τὶς παράτες σ᾿ ὅλα τ᾿ ἀνώτερα συνέδρια ποὺ φλυαροῦνε πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι σ᾿ ὅλους ποὺ γράφουν λόγους γιὰ τὴν ἐποχὴ δίπλα στὴ χειμωνιάτικη θερμάστρα στὶς κολακεῖες τὶς εὐχὲς τὶς τόσες ὑποκλίσεις ἀπὸ γραφιάδες καὶ δειλοὺς γιὰ τὸ σοφὸ ἀρχηγό τους. Ἀντισταθεῖτε στὶς ὑπηρεσίες τῶν ἀλλοδαπῶν καὶ διαβατηρίων στὶς φοβερὲς σημαῖες τῶν κρατῶν καὶ τὴ διπλωματία στὰ ἐργοστάσια πολεμικῶν ὑλῶν σ᾿ αὐτοὺς ποὺ λένε λυρισμὸ τὰ ὡραῖα λόγια στὰ θούρια στὰ γλυκερὰ τραγούδια μὲ τοὺς θρήνους στοὺς θεατὲς στὸν ἄνεμο σ᾿ ὅλους τοὺς ἀδιάφορους καὶ τοὺς σοφοὺς στοὺς ἄλλους ποὺ κάνουνε τὸ φίλο σας ὡς καὶ σὲ μένα, σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ ἀντισταθεῖτε. Τότε μπορεῖ βέβαιοι νὰ περάσουμε πρὸς τὴν Ἐλευθερία. Θὰ σᾶς περιμένωΘὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος-Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω. Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες. Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες. Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη ὁ ἄνεμος δικός μου μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες μάταιοι λόγοι. Μὴν ἀμελήσετε. Πάρτε μαζί σας νερό. Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία. Κατὰ ΣαδδουκαίωνΠλῆθος ΣαδδουκαίωνῬωμαίων ὑπαλλήλων μάντεις καὶ ἀστρονόμοι (κάποιος Βαλβίλος ἐξ Ἐφέσου) περιστοιχίζουν τὸν Αὐτοκράτορα. Κραυγὲς ἀπ᾿ τὸν προνάρθηκα τοῦ Ναοῦ. Ἀπ᾿ τὴ φατρία τῶν Ἐβιονιτῶν κραυγές: Ὁ ψευδο-Μάρκελος νὰ παριστάνει τὸ Χριστό. Διδάσκετε τὴν ἐπανάστασιν Κατὰ τοῦ πρίγκιπος Οἱ Χριστιανοὶ νἄχουνε δούλους Χριστιανούς. Ἡ ἀριστοκρατία τοῦ Ναοῦ νὰ ἐκλείψει. Ἐγὼ ἀπέναντί σας ἕνας μάρτυρας ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε τόσους αἰῶνες. Τοὺς ὕπατους ἐγὼ ἀνάδειξα στὶς συνελεύσεις κι αὐτοὶ κληρονομήσανε τὰ δικαιώματα φορέσαν πορφυροῦν ἀτίθασον ἔνδυμα σανδάλια μεταξωτὰ ἢ πανοπλία- ἐξακοντίζουν τὰ βέλη τους ἐναντίον μου- ἡ θέλησή μου ποὺ καταπατήθηκε τόσους αἰῶνες. Τοὺς ἄλλους ἀπ᾿ τὴν πέτρα καὶ τὸ τεῖχος μου καθὼς νερὸ πηγῆς τοὺς εἶχα φέρει ἡ θρησκεία τους μυστηριώδης δεισιδαιμονία τ᾿ ἄλογά τους ἀπ᾿ τὸν κάμπο μου. δὲ μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ δῶ τὸν Αὐτοκράτορα τοὺς ὕπατους δὲν ἄφηναν νὰ πλησιάσω σὲ μυστικὰ συμπόσια καὶ ἔνδοξα τὴ θέλησή μου τὴν καταπατήσανε τόσους αἰῶνες. Τώρα κι ἐγὼ ὑποψιάζομαι ὅλο τὸ πλῆθος τῶν αὐλοκολάκων ὅλους τοὺς ταπεινοὺς γραμματικοὺς τοὺς βραβευμένους μὲ χρυσὰ παράσημα λεγεωνάριους καὶ στρατηλάτες ὑποψιάζομαι τὶς αὐλητρίδες τὴ γιορτὴ ὅλους τοὺς λόγους καὶ προπόσεις αὐτοὺς ποὺ παριστάνουνε τοὺς ἐθνικοὺς τὸν πορφυροῦν χιτώνα τοῦ πρίγκιπος τοὺς συμβουλάτορες καὶ τοὺς αἱρετικοὺς ὑποψιάζομαι συνωμοσία νύκτα θὰ ρεύσει πολὺ αἷμα νύχτα θὰ ἐγκαταστήσουν τὴ βασιλεία τους νέοι πρίγκιπες μὲ νέους στεφάνους οἱ πονηροὶ ρωμαῖοι ὑπάλληλοι τοῦ *τοῦ αὐτοκράτορος τοιμάζουνε κρυφὰ νὰ παραδώσουν νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ καὶ τὴν ὑπόκλισή τους. Ἐγὼ πάλι μέσα στὸ πλῆθος διακλαδίζομαι ἡ θέλησή μου διακλαδίζεται μέσα στὸ πλῆθος μαζεύω τοὺς σκόρπιους σπόρους μου γιὰ τὴν καινούρια μακρινή μου ἀνάσταση μαζεύω. ΔωριείςΜπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτοςανάμεσα στους οπλισμένους Δωριείς ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους όπως εκείνος που ποζάριζε σ’ ένα μουσείο ακίνητος —θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες— μπορούσα βέβαια κι όχι τυχαία. Όμως σε τί θα ωφελούσε την υπόθεσή μας όλη μου η μεγαλοπρέπεια όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη; Οι ποταμοί θα γύριζαν κύκλο στα περιθώριά μου οι ελπίδες μου φτηνές παλιές πραμάτειες — να υποκρίνομαι τον άθεο και τον καταλυτή εγώ ο πιο ειλικρινής νέος με τα όνειρα ο θερμός ανταλουσιάνος μέσα σ’ αυτά τα απαίσια σίδερα της πανοπλίας. Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου όπως με γέννησε η Γαλλική επανάσταση όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία ένας σκοτεινός συνωμότης. κείνοι το κατάλαβαν πρώτοι — τα σιδερένια χέρια τους λέγανε προσευχές κατέλαβαν τη μια πόλη μετά την άλλη άφηναν φρουρούς παντού κλείναν τις πύλες οι πέτρινες εντολές περιφέρονταν σε λιτανεία — ώσπου στο τέλος με ξέχασαν. Και τώρα — απέξω απ’ τα στρατεύματα κοιτάζω την ένδοξη πόλη όπου ξαπλώνει ράθυμα πόρνη και δυναμίτης — κοιτάζω τούτη την πόλη που την περικυκλώσαν τα φρούρια αυτή που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα δεν έχει αναμμένη φωτιά — κοιτάζω κι υψώνω θεριό τη φωνή μου μήπως μ’ ακούσουν. Η κίνηση μέσα στα τείχη μας είναι σημαντική. |