Μίλαν Κούντερα

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος Τόμας, είναι επιτυχημένος γιατρός που ασκεί κριτική στο πολιτικό σύστημα με αποτέλεσμα να χάσει τη θέση του. Οι άλλοι σημαντικοί χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι η Τερέζα, σύζυγος του Τόμας και καλλιτεχνική φωτογράφος, η ερωμένη του Τόμας Σαμπίνα και ο εραστής τής Σαμπίνας Φραντς, καθηγητής πανεπιστημίου, βυθισμένος στα βιβλία του, ο οποίος προσπαθεί να απαλλαγεί από τη σύζυγό του ΜαρίΚλοντ αλλά τελικά πεθαίνει μπροστά της. Το βάρος και η αξία της ζωής είναι διαφορετική για τον καθένα, η ζωή όμως για τον Κούντερα έχει μια «αβάσταχτη ελαφρότητα».

Μίλαν Κούντερα

Η αβάσταχτη ελαφρύτητα του είναι

μτφ Κατερινα Δασκαλάκη

(τα 3 πρώτα κεφάλαια)

1
Η αιώνια επιστροφή είναι ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε, με την ιδέα αυτή, έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος; Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει μοιάζει με μια σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα. Δεν πρέπει να τα υπολογίζει κανείς περισσότερο απ' όσο έναν πόλεμο ανάμεσα σε δύο αφρικανικά βασίλεια του αιώνα, που τίποτα δεν άλλαξε στην όψη του κόσμου, παρ' όλο που τριακόσιες χιλιάδες μαύροι θα είχαν βρει εκεί το θάνατο μέσα σε απερίγραπτα βασανιστήρια.

Αλλά μήπως πρόκειται ν' αλλάξει τίποτα και σ' αυτόν τον πόλεμο ανάμεσα σε δυο αφρικανικά βασίλεια του αιώνα αν επαναληφθεί ατέλειωτες φορές μέσα στην αιώνια επιστροφή; Ναι, οπωσδήποτε: θα εξελιχθεί σ' έναν όγκο που ορθώνεται και διαρκεί, και η ανοησία του θα είναι ασυγχώρητη.

Αν η Γαλλική Επανάσταση έπρεπε να επαναλαμβάνεται αιωνίως, η γαλλική ιστοριογραφία θα ήταν λιγότερο περήφανη για τον Ροβεσπιέρο. Καθώς, όμως, μιλάει για ένα πράγμα που δεν πρόκειται να επαναληφθεί, τα αιματοβαμμένα χρόνια δεν είναι παρά λέξεις, θεωρίες, συζητήσεις, είναι πιο ελαφρά από ένα πούπουλο, δεν προξενούν φόβο. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα σ' ένα Ροβεσπιέρο πού δεν εμφανίστηκε παρά μόνο μία φορά στην Ιστορία και σ' ένα Ροβεσπιέρο που θα επέστρεφε αιωνίως να κόβει τα κεφάλια των Γάλλων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής διαγράφει μια προοπτική όπου τα πράγματα δεν μοιάζουν να είναι έτσι όπως τα ξέρουμε: μας εμφανίζονται χωρίς το ελαφρυντικό του φευγαλέου τους χαρακτήρα. Αυτό το ελαφρυντικό μάς εμποδίζει στην πραγματικότητα να εκδώσουμε οποιαδήποτε ετυμηγορία. Μπορεί κανείς να καταδικάσει ό,τι είναι εφήμερο; Τα πορτοκαλιά σύννεφα του δειλινού φωτίζουν όλα τα πράγματα με τη γοητεία της νοσταλγίας, ακόμα και την καρμανιόλα.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που κι εγώ ο ίδιος βρέθηκα αντιμέτωπος με κάτι τέτοιο: μου φαινόταν απίστευτο, αλλά, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο για τον Χίτλερ, συγκινήθηκα με ορισμένες από τις φωτογραφίες του· με ξανάφερναν στα παιδικά μου χρόνια, που τα έζησα στη διάρκεια του πολέμου. Πολλά μέλη της οικογένειας μου βρήκαν το θάνατο μέσα στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά, τι ήταν ο θάνατός τους μπροστά σ' αυτή τη φωτογραφία του Χίτλερ, που μου θύμιζε μια περασμένη εποχή της ζωής μου, μια εποχή που δεν θα ξαναρχόταν πια; Αυτή η συμφιλίωση με τον Χίτλερ προδίδει τη βαθιά ηθική διαστροφή, που είναι αναπόσπαστη από έναν κόσμο θεμελιωμένο κυρίως πάνω στην ανυπαρξία της επιστροφής, γιατί σ' αυτόν εκεί τον κόσμο όλα συγχωρούνται εκ των προτέρων και όλα είναι, λοιπόν, με κυνισμό επιτρεπτά.

2

Αν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας είναι να επαναληφθεί αμέτρητες φορές, είμαστε καρφωμένοι στην αιωνιότητα όπως ο Ιησούς Χριστός επάνω στο σταυρό. Τι φριχτή ιδέα! Στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε κίνηση φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης. Αυτό είναι που έκανε τον Νίτσε να λέει ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το πιο βαρύ φορτίο (das schwerste Gewicht).

Αν η αιώνια επιστροφή είναι το πιο βαρύ φορτίο, οι ζωές μας μπορούν, σ' αυτό το πλαίσιο, να φανερωθούν σ' όλη τους τη λαμπρή ελαφρότητα. Στ' αλήθεια, όμως, είναι φριχτή η βαρύτητα και ωραία η ελαφρότητα; Το πιο βαρύ φορτίο μάς συνθλίβει, μας κάνει να λυγίζουμε κάτω απ' αυτό, μας πιέζει στο έδαφος. Αλλά, στην ερωτική ποίηση όλων των αιώνων, η γυναίκα επιθυμεί να δεχτεί το φορτίο του αντρικού κορμιού. Το πιο βαρύ φορτίο είναι λοιπόν ταυτόχρονα και η εικόνα της πιο έντονης ζωικής ολοκλήρωσης. Όσο πιο βαρύ είναι το φορτίο, όσο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας, τόσο πιο αληθινή και πιο πραγματική είναι. Σ' αντιστάθμισμα, η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο ον να γίνεται πιο ελαφρύ απ' τον άνεμο, να πετάει, ν' απομακρύνεται απ' τη γη, απ' το γήινο είναι, να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμισυ αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς σημασία. Λοιπόν, τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;

Πρόκειται για το ερώτημα που έθεσε ο Παρμενίδης τον 6ο αιώνα π.Χ. Κατ' αυτόν, το Σύμπαν είναι χωρισμένο σε ζεύγη αντιθέτων: το φως - το σκοτάδι, το παχύ - το λεπτό, το ζεστό - το κρύο, το είναι - το μη είναι. Θεωρούσε ότι ένας από τους πόλους της αντίφασης είναι θετικός (το φωτεινό, το ζεστό, το λεπτό, το είναι), ο άλλος αρνητικός. Αυτός ο διαχωρισμός σε πόλους, θετικό και αρνητικό, μπορεί να μας φανεί παιδαριωδώς εύκολος. Εκτός από μία περίπτωση: τι είναι θετικό, το βάρος ή η ελαφρότητα;

Ο Παρμενίδης απαντούσε: το ελαφρύ είναι θετικό, το βαρύ είναι αρνητικό. Είχε δίκιο ή όχι; Ιδού η απορία. Ένα πράγμα είναι βέβαιο. Η αντίφαση βαρύ-ελαφρύ είναι η πιο μυστηριώδης και η πιο διφορούμενη απ' όλες τις αντιφάσεις.

3

Είναι χρόνια τώρα που σκέφτομαι τον Τόμας. Μόνο όμως στο φως αυτών των συλλογισμών τον είδα καθαρά για πρώτη φορά. Τον βλέπω όρθιο μπροστά σ' ένα από τα παράθυρα του διαμερίσματος του, με τα μάτια καρφωμένα στην άλλη μεριά της αυλής, στον τοίχο του απέναντι κτιρίου, να μην ξέρει τι πρέπει να κάνει.

Είχε γνωριστεί με την Τερέζα τρεις εβδομάδες περίπου νωρίτερα σε μια μικρή πόλη της Βοημίας. Είχαν περάσει μία ώρα μόλις μαζί. Τον είχε συνοδεύσει στο σταθμό και είχε μείνει μαζί του ως τη στιγμή που ανέβηκε στο τρένο. Καμιά δεκαριά μέρες αργότερα ήρθε να τον δει στην Πράγα. Έκαναν αμέσως έρωτα, την ίδια εκείνη μέρα. Στα μισά της νύχτας της ήρθε μια κρίση πυρετού και έμεινε στο σπίτι του μια εβδομάδα με γρίπη.

Ένιωσε τότε μια ανεξήγητη αγάπη γι' αυτό το κορίτσι που ελάχιστα γνώριζε. Του φαινόταν σαν ένα παιδί που το είχαν βάλει μέσα σ' ένα καλάθι πασαλειμμένο με πίσσα και το είχαν αφήσει στα νερά ενός ποταμού για να το τραβήξει εκείνος στην όχθη του κρεβατιού του. Έμεινε στο σπίτι του μια εβδομάδα, κι έπειτα, μόλις έγινε καλά, γύρισε στην πόλη όπου κατοικούσε, διακόσια χιλιόμετρα μακριά απ' την Πράγα. Κι εδώ ακριβώς τοποθετείται η στιγμή για την οποία μιλούσα κι όπου βλέπω το κλειδί της ζωής του Τόμας: στέκεται όρθιος μπροστά στο παράθυρο, με τα μάτια καρφωμένα στην άλλη μεριά της αυλής, στον τοίχο του απέναντι κτιρίου, και σκέφτεται: Πρέπει να της προτείνει να έρθει να εγκατασταθεί στην Πράγα; Αυτή η ευθύνη τον τρομοκρατεί. Αν την καλέσει σπίτι του τώρα, θα έρθει να τον συναντήσει για να του προσφέρει όλη της τη ζωή.

Ή μήπως καλύτερα, πρέπει να παραιτηθεί απ' την ιδέα αυτή; Τότε η Τερέζα θα μείνει σερβιτόρα σε μια μπιραρία, κάπου στην επαρχία, και δεν θα την ξαναδεί ποτέ. Θέλει εκείνος να έρθει να τον συναντήσει, ναι ή όχι; Κοιτάζει την αυλή, με τα μάτια καρφωμένα στον απέναντι τοίχο, και ψάχνει μια απάντηση.

Συνέχεια, ξανά και ξανά, του έρχεται η εικόνα αυτής της γυναίκας ξαπλωμένης στο ντιβάνι του. Δεν του θύμιζε κανέναν απ' την αλλοτινή του ζωή. Δεν ήταν ούτε μια ερωμένη ούτε μια σύζυγος. Ήταν ένα παιδί που είχε βγει από ένα καλάθι πασαλειμμένο με πίσσα κι αυτός το είχε ακουμπήσει στην όχθη του κρεβατιού του. Εκείνη είχε αποκοιμηθεί. Εκείνος γονάτισε δίπλα της. Η αναπνοή της ήταν γρήγορη απ' τον πυ10 ρετό και ακουγόταν ένας ελάχιστος αναστεναγμός. Ακούμπησε το πρόσωπο του στο δικό της και της ψιθύρισε λόγια καθησυχαστικά, μέσα στον ύπνο της. Σ' ένα λεπτό, του φάνηκε ότι η αναπνοή της γινόταν πιo ήρεμη κι ότι το πρόσωπό της στρεφόταν μηχανικά προς το δικό του. Αισθανόταν στα χείλια της τη λίγο πικρή μυρωδιά του πυρετού και τη ρουφούσε σαν να ήθελε να ποτιστεί με την οικειότητα του κορμιού της. Τότε φαντάστηκε ότι εκείνη βρισκόταν στο σπίτι του από πολλά χρόνια κι ότι ήταν ετοιμοθάνατη. Ξαφνικά, του φάνηκε καθαρά ότι δεν θα μπορούσε να ζήσει μετά το θάνατό της. Θα ξάπλωνε στο πλευρό της, να πεθάνει μαζί της. Έχωσε το πρόσωπό του μέσα στο μαξιλάρι δίπλα στο δικό της και έμεινε για πολλή ώρα έτσι. Τώρα, είναι όρθιος στο παράθυρο και ξαναφέρνει στο νου του αυτή τη στιγμή. Τι άλλο μπορεί να ήταν παρά ο έρωτας που ήρθε έτσι να του δώσει τη γνωριμία του;

Ήταν, όμως, ο έρωτας; Είχε πεισθεί ότι ήθελε να πεθάνει στο πλευρό της, και το συναίσθημα αυτό ήταν φανερά υπερβολικό: δεν την έβλεπε παρά για δεύτερη φορά στη ζωή του! Δεν ήταν μάλλον η υστερική αντίδραση ενός άντρα που, καταλαβαίνοντας στα τρίσβαθά του την ανικανότητά του να προσαρμοστεί στον έρωτα, άρχιζε να παίζει στον ίδιο τον εαυτό του την κωμωδία του έρωτα; Ταυτόχρονα, το υποσυνείδητο του ήταν τόσο δειλό που διάλεγε για την κωμωδία του αυτή την κακομοίρα τη σερβιτόρα της επαρχίας που, ουσιαστικά, δεν είχε καμιά πιθανότητα να μπει στη ζωή του! Κοίταζε τους βρώμικους τοίχους της αυλής και καταλάβαινε πως δεν ήξερε αν επρόκειτο για υστερία ή για έρωτα.

Και, σ' αυτή την κατάσταση όπου ένας αληθινός άντρας θα γνώριζε αμέσως πώς ν' αντιδράσει, τα 'βαζε με τον εαυτό του που δίσταζε και στερούσε έτσι από την ωραιότερη στιγμή της ζωής του (βρίσκεται γονατιστός στο προσκέφαλο της κοπέλας, σίγουρος ότι δεν μπορεί να επιζήσει του θανάτου της) όλη της τη σημασία.

Φόρτωνε τον εαυτό του με κατηγορίες, αλλά κατέληξε ότι στο βάθος ήταν πολύ φυσικό να μην ξέρει τι θέλει. Δεν μπορεί κανείς ποτέ να ξέρει αυτό που πρέπει να θέλει, γιατί έχουμε μόνο μια ζωή και δεν μπορούμε ούτε να τη συγκρίνουμε με προηγούμενες ζωές ούτε να την επανορθώσουμε σε ζωές επερχόμενες. Είναι καλύτερα να μείνει με την Τερέζα ή να μείνει μόνος; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος για να εξακριβωθεί ποια απόφαση είναι η καλή γιατί δεν υπάρχει κανένα μέτρο σύγκρισης. Όλα τα ζούμε αμέσως για πρώτη φορά και χωρίς προετοιμασία. Είναι σαν να έμπαινε ένας ηθοποιός στη σκηνή χωρίς ποτέ άλλοτε να έχει κάνει μια πρόβα. Αλλά τι μπορεί να αξίζει η ζωή αν η πρώτη πρόβα της ζωής δεν είναι παρά η ίδια η ζωή; Αυτό είναι που κάνει τη ζωή να μοιάζει πάντα με σκιαγράφημα. Αλλά ακόμα και το «σκιαγράφημα» δεν είναι η σωστή λέξη, γιατί ένα σκιαγράφημα είναι πάντοτε το προσχέδιο κάποιου πράγματος, η προετοιμασία ενός πίνακα, ενώ το σκιαγράφημα που είναι η ζωή μας δεν είναι για τίποτα προσχέδιο, είναι ένα προσχέδιο χωρίς πίνακα.

Ο Τόμας επαναλαμβάνει στον εαυτό του τη γερμανική παροιμία: einmal ist keinmal, μια φορά δεν μετράει, μια φορά είναι ποτέ. Το να μην μπορείς να ζήσεις παρά μόνο μια ζωή είναι σαν να μην τη ζεις καθόλου.

..............