|
Κάθριν Μάνσφιλντ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Hμερολόγιααπόσπασμα21/1/1915Βροχερή μέρα. Σήμερα το πρωί κάναμε μαζί έναν περίπατο. Ο Τζ.[1] μου αφηγήθηκε ένα όνειρο. Καυγαδίζαμε σ’ όλο σχεδόν το δρόμο προς το σπίτι. Έχει βρέξει, έχει χιονίσει, όλα έχουν παγώσει και ο άνεμος δεν σταματάει λεπτό. Ο σκύλος στο πανδοχείο ουρλιάζει. Ένας άντρας, κάπου μακριά, παίζει τρομπέτα. Σήμερα διάβασα και έραψα, αλλά δεν έγραψα λέξη. Απόψε θέλω να γράψω. Είναι τόσο παράξενο να κάθομαι ήρεμα ράβοντας, ενώ η καρδιά μου δεν ησυχάζει ούτε στιγμή. Είμαι τρομερά κουρασμένη στο νου και στο σώμα. Αυτό το θλιβερό μέρος με σκοτώνει. Ζω με παλιά, φτιαχτά όνειρα – όμως αυτά δεν εξαπατούν κανέναν απ’ τους δυο μας. Αργότερα βρίσκομαι στο σαλόνι στον κάτω όροφο. Ο άνεμος ουρλιάζει έξω, όμως εδώ είναι τόσο ζεστά και ευχάριστα. Μοιάζει με αληθινό δωμάτιο, όπου έχουν ζήσει αληθινοί άνθρωποι. Το καλάθι μου του ραψίματος είναι πάνω στο τραπέζι: κάτω απ’ τη βιβλιοθήκη έχουν τρυπώσει οι παλιές παντόφλες του Τζ. Η μαύρη πολυθρόνα, μισή στη σκιά, είναι σαν να’ χει ξαπλώσει πάνω της κάποιος ευτυχισμένος. Δειπνήσαμε με ψητό αρνί και σάλτσα κρεμμυδιών και πουτίγκα ρυζιού. Ακούγεται ωραίο. Πέρασα τις κορδέλες στα εσώρρουχά μου με μια φουρκέτα, με τον παλιό, καλό, σπιτικό τρόπο. Όμως η ανήσυχη καρδιά μου καταβροχθίζει το σώμα μου, καταβροχθίζει τα νεύρα μου, καταβροχθίζει το μυαλό μου, άλλοτε αργά, άλλοτε με τρομερή ταχύτητα. Νιώθω αυτό το δηλητήριο να γεμίζει αργά τις φλέβες μου – κάθε κομματάκι μολύνεται αργά. Ναι, ένας έρωτας σαν κι αυτόν είναι αρρώστια, πυρετός, θύελλα. Είναι σχεδόν σαν το μίσος – νιώθει κανείς να καίγεται απ’ αυτόν – κι εγώ δεν είμαι ποτέ, ποτέ ήρεμη, ποτέ, ούτε για μια στιγμή. Θυμάμαι ότι πριν από χρόνια έλεγα πως θα’ θελα να ήμουν ένας από εκείνους τους ευτυχισμένους ανθρώπους που ξέρουν να υποφέρουν και στο τέλος καταρρέουν, ή εξαντλούνται. Όμως είμαι ακριβώς το αντίθετο. Όσο πιο πολύ υποφέρω, τόσο πιο μεγάλη ενέργεια νιώθω για να αντέξω. Αγαπημένε! Αγαπημένε!19 /2/ 1918Ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλα είδα έναν ολοστρόγγυλο ήλιο που είχε μόλις ανατείλει. Άρχισα να επαναλαμβάνω τον στίχο του Σαίξπηρ “lo, here the gentle lark weary of rest” και ξαναπήδησα στο κρεβάτι. Το τράνταγμα με έκανε να βήξω – έφτυσα – είχε παράξενη γεύση – ήταν κατακόκκινο αίμα. Από εκείνη τη στιγμή, συνέχισα να φτύνω, κάθε φορά που έβηχα, και λίγο περισσότερο αίμα. Ω ναι, φυσικά φοβάμαι. Όμως μόνο για δυο λόγους. Δεν θέλω να είμαι άρρωστη, εννοώ ‘σοβαρά’, μακριά από τον Τζακ. Ο Τζακ είναι η πρώτη μου σκέψη. 2ον, δεν θέλω να ανακαλύψω ότι πρόκειται για γνήσια φυματίωση, ίσως θα προχωρήσει καλπάζοντας – ποιος ξέρει; – και δεν έχω γράψει όσα ήθελα. Αυτό έχει σημασία. Πόσο αφόρητο θα ήταν να πεθάνω – ν’ αφήσω θραύσματα, αποσπάσματα… τίποτα πραγματικά ολοκληρωμένο.20/2/ 1918… Μετά από εκείνη τη μικρή κρίση που είχα, κάτι παράξενο συνέβη. Νιώθω πως η αγάπη και η λαχτάρα μου για τον έξω κόσμο – εννοώ τον κόσμο της φύσης – έχει ξαφνικά αυξηθεί ένα εκατομμύριο φορές. Όταν σκέφτομαι τα λουλουδάκια που φυτρώνουν στο γρασίδι και τα μικρά ρυάκια και τα μέρη όπου μπορούμε να ξαπλώσουμε και να κοιτάμε τα σύννεφα – ω, απλώς πονάω γι’ αυτά – γι’ αυτά μαζί μ’ εσένα. Με σένα μακριά, το άθροισμα όλων όσα υπάρχουν είναι μηδέν. Νιώθω τόσο πολύ σαν ένα μικροκαμωμένο κοριτσάκι που κάποιος το κλείδωσε στο σκοτεινό ντουλάπι – κι ας είναι μέρα. Δεν θέλω να χτυπήσω την πόρτα ή να κάνω θόρυβο, αλλά θέλω να έρθεις μ’ ένα κλειδί φτιαγμένο από τα χέρια σου και να με βγάλεις έξω, και μετά να το σκάσουμε στις μύτες των ποδιών για έναν πιο ήπιο, πιο καλοσυνάτο τόπο, όπου ο καθένας θα μας έμοιαζε περισσότερο στην καρδιά και το μέγεθος. Δεν πρέπει να σκεφτείς ότι, καθώς τα γράφω αυτά, είμαι τρομερά λυπημένη. Ναι, είμαι, αλλά, ξέρεις, πίσω απ’ τη λύπη μου υπάρχει απόλυτη πίστη, και ελπίδα και αγάπη. |