Θόρντον Ουάιλντερ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κυρίαρχη φιγούρα στο έργο είναι ένας Διευθυντής Σκηνής, ο οποίος κουβεντιάζει με τον κόσμο, δίνει πληροφορίες γύρω από το έργο. Στα κύρια πρόσωπα του έργου είναι η Έμιλυ, η οποία στην πρώτη πράξη ερωτεύεται τον συμμαθητή της Τζωρτζ, στη δεύτερη τον παντρεύεται και ζουν μαζί για εννέα χρόνια, μέχρι τον θάνατό της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Κατά την τρίτη πράξη ζει στον παρέδεισο και ζητά μια χάρη: να της δοθεί η ευκαιρία να επισκεφτεί ξανά τη Γη για μια μόνο μέρα, μια χαρούμενη μέρα (τα γενέθλιά της), ώστε να δει αγαπημένα της πρόσωπα. Η επιθυμία της ικανοποιείται, όμως το ταξίδι θα την γεμίσει απογοήτευση καθώς θα συνειδητοποιήσει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν μάθει να εκτιμούν αυτά που τους δίνονται όσο βρίσκονται εν ζωή.

Θόρντον Ουάιλντερ

Η μικρή μας πόλη

(Απόσπασμα από την πρώτη πράξη του έργου)
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
Δεν υπάρχει αυλαία. Δεν υπάρχουν σκηνικά. Το κοινό, όταν κάθεται, βλέπει τη σκηνή άδεια στο μι μισοσκόταδο, 'Αμέσως ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ, με το καπέλο στο κε φάλι και την πίπα στο στόμα, μπαίνει στη σκηνή και αρχί ζει να στήνει ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες στο προ σκήνιο αριστερά και πάλι τραπέζι και καρέκλες στο προ σκήνιο δεξιά, «'Αριστερά» και «δεξιά» λογαριάζονται με μέτρο τον ηθοποιό που αντιμετωπίζει το κοινό. Καθώς τα φώτα της αίθουσας σβήνουν, ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ έχει ετοιμάσει τη σκηνή και, ακουμπώντας στη δεξιά κουίντα, παρακολουθεί τους αργοπορημένους θεατές που πηγαίνουν στις θέσεις τους. “Οταν η πλατεία είναι τελείως σκοτεινή, αρχίζει να μιλά :

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ: Το έργο μας λέγεται «Η μικρή μας πόλη». Το έγραψε ο Θόρντον Ουάιλντερ' το σκηνοθέτησε ο Α... Παίζουν σ' αυτό η κ. Β... η κ. Γ... η κ. Δ... ή δίς Ε. . ή δίς Ζ... ο κ. Η... ο κ. Θ... ο κ. Ι... και πολλοί άλλο. Η μικρή μας πόλη ονομάζεται Γκρόβερ Κόρνερς. Είναι στην πολιτεία του Νιού Χάμσαϊρ, κοντά στα σύνορα της πολιτείας της Μασαχουσέτης, Γεωγραφικό μήκος 42 μοίρες και 40 λεπτά της μοίρας, γεωγραφικό πλάτος 70 μοίρες και 37 λεπτά. Η πρώτη πράξη θα μας δείξει μια μέρα απ' τη ζωή της μικρής μας πόλης. Η μέρα είναι η 7 Μαΐου 1901. Η ώρα είναι λίγο πριν από την αυγή. (Ένας κόκορας λαλεί.) Στον ουρανό αρχίζουν να φαίνονται κάτι φωτεινές ανταύγειες, εκεί στην ανατολή, πίσω από τα βουνά μας. Ο Αυγερινός πάντα γίνεται θαυμαστά λαμπρός, ακριβώς πριν αρχίσει να σβήνει. Κοιτάει το άστρο για μια στιγμή και κατόπι πηγαίνει στο βάθος.) Ναι, τώρα πρέπει να σας δείξω πώς είναι η πόλη μας. "Εδώ πίσω ( δηλαδή παράλληλα στον τοίχο του βάθους) είναι ο κεντρικός μας δρόμος. Πέρα εκεί στο βάθος, ο σιδηροδρομικός σταθμός. Οι ράγες τραβάνε προς τα εκεί. Πέρα από τις σιδηροδρομικές γραμμές είναι ο συνοικισμός των Πολωνών και κάτι οικογένειες Καναδών. (Προς τα αριστερά, εκεί κάτω είναι η εκκλησία των Συνοδικών από την άλλη μεριά η εκκλησία τον Πρεσβυτεριανή οί Μεθοδιστες και “Ενωτικοί από δω πέρα. O Βαπτιστές κάτω στη ρεματιά κοντά στο ποτάμι. Η εκκλησία των Καθολικών είναι εκεί, πέρα από τις γραμμές. Εδώ είναι το Δημαρχείο – και Ταχυδρομείο μαζί. Οι φυλακές είναι στο υπόγειο . 'Ο Μπράιαν κάποτε έβγαλε ένα λόγο από αυτά τα σκαλοπάτια. Εδώ γύρω είναι σειρά τα μαγαζιά. Μπροστά τους είναι κάτι παλούκια για να δένουν τα άλογα. Το πρώτο αυτοκίνητο θα έρθει σε πέντε χρόνια - άνήχε στον τραπεζίτη Κάρτραίτ, τον πλουσιότερο συμ πολίτη μας κάθεται στο μεγάλο άσπρο σπίτι, πάνω στο λοφάκι , 'Εδ είναι το μπακάλικο και εδώ το μαγαζί του κ. Μόργκαν καφενείο μαζί κι εμπορικό. "Ολη σχεδόν η πόλη καταφέρνει να περνάει μια φορά τη μέρα από' αυτά τα δύο μαγαζιά. Το δημοτικό σχολείο είναι εκεί κάτω. Το γυμνάσιο ακόμα πιο πέρα. Το πρωί στις εννιά παρά τέταρτο, τα μεσημέρια, και στις τρεις το απομεσήμερο, όλη η πόλη μπορεί ν' ακούσει τα τσιριχτά και τα ξεφω νητά από τις αυλές των σχολείων, (Πλησιάζει το τραπέζι και τις καρέκλες που βρίσκονται εμπρός δεξιά.) Εδώ είναι το σπίτι του γιατρού μας, τού γιατρού Γκίμπς. Εδώ είναι η πόρτα της αυλής του.
(Δυό πλαίσια τοξοτά εμφανίζονται και στις δύο κουΐντες.)
“Ορίστε και κάτι σαν σκηνικό, για εκείνους που πιστεύουν πως πρέπει να υπάρχουν σκηνικά. "Εδώ είναι κήπος. Φασολάκια... μπιζελιές... αραποσίτι... μολόχες κι ένα σωρό τσουκνίδες. (Διασχίζει τη σκηνή προς τα αριστερά.) "Εκείνα τα χρόνια η εφημερίδα μας έβγαινε δυο φορές την εβδομάδα- «ό Φρουρός του Γκρόβερς Κόρνερς». Αυτό εδώ είναι το σπίτι του κ. Γουέμπ, εκδότη, διευθυντή και άρχισυντάκτη. Εδώ εμπρός είναι ο κήπος της κυρίας Γουέμπ. Είναι ίδιος και απαράλλαχτος με τον κήπο της κ. Γκίμπς, μόνο που έχει και πολλούς ήλιους. "Εδώ ακριβώς, έχουμε μια μεγάλη φουντουκιά.
(Ξαναγυρίζει στη θέση του στη δεξιά κοντα και κοιτάζει στην πλατεία για ένα λεπτό.)
Συμπαθητικό μέρος, καταλαβαίνετε τι θέλω να πώ. Κανείς πολύ σπουδαίος δε βγήκε ποτέ από τη μικρή μας πόλη - απ' ό,τι ξέρουμε τουλάχιστο. Οι πιο παλιές ταφόπετρες στο κοιμητήρι, απάνω εκεί στο βουναλάκι, γράφουν 1670 ή 1680 – και από ονόματα, Γκρόβερ και Κάρτραίτ και Γκιμπς και Χέρσεϊ, τα ίδια ονόματα που έχουν ακόμα εδώ οι ζωντανοί Λοιπόν, όπως σας έλεγα, κοντεύει πια να ξημερώσει. Το μόνο φώς μες στην πόλη είναι σ' ένα χαμόσπιτο κάτω στις ράγες, όπου μιά Πολωνέζα γέννησε δίδυμα πριν από λίγο. Και στο σπίτι του Τζόε Κράου ελλ , ότι ό γιός του ο Τζο σηκώθηκε κιόλας να κάνει διανομή της εφημερίδας και στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Σόρτυ Χόουκινς σηκώνει τη σημαιούλα για το τραίνο της Βοστώνης των 5 45'. ('Ακούγεται σφύριγμα τραίνου).

Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ κοιτάζει το ρολόι της τσέπης του και κουνάει ικανοποιημένος το κεφάλι.) Φυσικά έξω στα περίχωρα ένα γύρο, έχει φώτα αναμμένα από ώρα – ποιός αρμέγει τις αγελάδες του, ποιος το ένα, ποιος το άλλο. Όμως οι άνθρωποι της πόλης κοιμούνται αργά. Έτσι λοιπόν, άλλη μια μέρα έχει αρχίσει. Να ο γιατρός Γκιμπς κατηφορίζει τη δημοσιά, γυρνάει από τη γέννα. Νά και η γυναίκα του, κατεβαίνει στην κουζίνα για να ετοιμάσει το πρωινό. Ο γιατρός ο Γκίμπς πέθανε το 1930. "Έδωσαν το όνομά του στο καινούργιο νοσοκομείο. Η κυρία Γκιμπς πέθανε πρωτύτερα – πάει μάλιστα πολύς καιρός που παντρεύτηκε έναν ασφαλιστή στο Κάντον, στην πολιτεία του Οχάιο, και πέθανε εκεί πέρα από πνευμονία, όμως την έφεραν ύστερα εδώ. Τώρα είναι εκεί ψηλά στο κοιμητήρι, μ ένα σωρό Γκιμπς και Χέρσεϊ το πατρικό της ήταν Χέρσεϊ, Τζούλια Χέρσεϊ την έλεγαν προτού να παντρευτεί το γιατρό Γκιμπς σ' αυτήν έχει την εκκλησιά. Μας αρέσει να ξέρουμε στα μέρη μας, τα γεγονότα της ζωής του καθενός Νά. Ο γιατρός Γκίμπς. Κι από δώ έρχεται ο Τζόε Κόουλ μικρός που μοιράζει το «Φρουρό» του κ. Γουέμπ. (Ο γιατρός Γκιμπς κατεβαίνει τον κεντρικό δρόμο από τ' αριστερά. Στο σημείο όπου θα στρέψει για να τραβήξει για το σπίτι του, σταματά, αφήνει χάμω τη φανταστώ - η – μαύρη τσάντα του, βγάζει το καπέλο του, και σκουπίζει το πρόσωπό του, αποκαμωμένος, μ' ένα τεράστιο μαντήλι . Η ΚΥΡΙΑ ΓΚΙΜΠΣ μπήκε στην κουζίνα της και έκανε όλες τις κινήσεις σαν να έβαλε ξύλα, άναψε φωτιά, και τώρα ετοιμάζει το πρωινό. Τώρα ο ΤΖΟ ΚΡΟΥΕΛΑ ξεκινάει από τα δεξιά στον κεντρικό δρόμο, ρίχνοντας φανταστικές εφημερίδες σε υποθετικές πόρτες.)

TΖΟ. Καλημέρα σας, γιατρέ,
ΓΚΙΜΠΣ. Καλημέρα, Τζό,
TZO. Είναι κανείς άρρωστος, γιατρέ;
ΓΚΙΜΠΣ. "Οχι. Είχαμε δίδυμα, πέρα στους Πολωνούς.
TΖΟ Θέλετε την εφημερίδα σας γιατρέ;
ΓΚΙΜΠΣ: Ναι, δώσε μου την. "Έγινε τίποτα σπουδαίο στον κόσμο από την Τετάρτη ως τα σήμερα;
ΤΖΟ: Μάλιστα γιατρέ. Η δασκάλα μας, η δις Φόστερ παντρεύτηκε με κάποιον από' το Κονκορντ.
ΓΚΙΜΠΣ. Για φαντάσου ! Και πώς το πήρατε εσείς τα' αγόρια :
ΤΖΟ. Δηλαδή, εμένα δε μου πέφτει λόγος, όμως λέω πως όταν μια βαλθεί να γίνει δασκάλα, πρέπει να μείνει και δασκάλα
ΓΚΙΜΠΣ. Πώς είναι το γόνατό σου, Τζό;