,
|
Στρατής Μυριβήλης ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Στη δασκάλα με τα χρυσά μάτια, ο ήρωας επιστρέφει από τον πόλεμο στη Μυτιλήνη και βρίσκεται σε μεγάλο ηθικό δίλλημα, ανάμεσα στο σεβασμό προς τη μνήμη του σκοτωμένου φίλου του και στον έρωτα που αισθάνεται για τη χήρα εκείνου. |
|---|
Στρατής Μυριβήλης
απόσπασμα)«Σ' ευχαριστώ. Είσαι ανεκτίμητος... Μόνο συ μπορείς με τέτοιον απλό τρόπο να 'σαι καλός... Εεε, Λεωνή! Συλλογιέμαι καμιά φορά τ’ είναι ο κόσμος. Κοίτα δω. Κάναμε μήνες στον Ουλαμό μαζί, κι όμως ήμασταν ξένοι... Κάτι περισσότερο κιόλας από ξένοι. Είναι ανάγκη να σ' το πω, μια που έτυχε. Το 'χω, ξέρεις, βάρος στη συνείδησή μου από τη μέρα που είμαι δω μαζί σου. Λοιπόν, στον Ουλαμό... δε σ' αγαπούσα καθόλου. Όλη την παρέα σου, αλλά εσένα περισσότερο... Αυτές οι εύκολες επιτυχίες σου στις βαθμολογίες, το ύφος σου στα γυμνάσια... Η συμπάθεια που σου δείχναν οι αξιωματικοί... όλα αυτά Μια μέρα πέρασες απέξω απ' τη διμοιρία μας. Εγώ διάβαζα με κάτι άλλους συναδέλφους, δασκάλους. Στυλώθηκες όρθιος από πάνω μας, με τα χέρια στην κιλότα και είπες "καλημέρα σας, παιδιά”. Γύρισα και σε κοίταξα, έτσι ψηλόν, από πάνω μου και ξαναγύρισα στο βιβλίο τα μάτια, χωρίς να σου δώσω πίσω την καλημέρα σου. Το 'κάνει επίτηδες. Για να σε προσβάλω. Εσύ δεν το πρόσεξες. Τότες αυτό με ταπείνωσε χειρότερα. Θα πεις, τ' είναι αυτό; Ένα τίποτα. Όμως να που το ξαναθυμήθηκα, και με τυραγνεί από τη μέρα που είμ' εδώ μαζί σου... Τώρα που σου το λέω, ξανασαίνω σα να βγάζω κάτι από πάνω μου... Λοιπόν, λέω, πόσοι τέτοιοι άνθρωποι δεν ανταμώνουνται μέσα στη ζωή. Περνούν ο ένας δίπλα στον άλλο, σκουντιούνται με τους αγκώνες από απροσεξία. «Παρντόν! - Τίποτα”. Και όμως αυτοί μπορεί να 'ναι προορισμένοι... Να, εσύ... Kα νένας δε μου 'δωσε ποτές πιο πολλήν αφοσίωση στη ζωή μου. Κι εγώ που δεν απάντησα τότες στην κα λημέρα σου...» Άρχισε να κλαίει πάλι. Έκλαιγε η νικημένη του περηφάνια μαζί του. Ο Λεωνής του πήρε το χέρι μέσα στα δικά του. Ήταν κοκαλιάρικο και ζεστό. «Έλα, ησύχασε. Έτσι είναι η ζωή. Ούτε έχουμε καμιάν ευθύνη γι' αυτά όλα. Τώρα εμείς μπορούμε να πούμε ένα “ευχαριστώ” στον πόλεμο που μας γνώρισε και μας πλησίασε τόσο πολύ. Φαίνεται πως ο κάθε άνθρωπος είναι ένα θαυμάσιο πλάσμα, τυλιγμένο μέσα στην αχινοπροβιά του σκαντζόχε ρου. Η σύμπτωση, ή ένα δυνατό περιστατικό σαν που ναι ο πόλεμος, τινάζει καμιά φορά την αγκαθόπετσα, κι οι καρδιές σμίγουν και συναγρικιούνται...» «Ναι... Αυτό είναι... πεθάνω για σένα, Λεωνή...» Πέρασε κάμποση ώρα κι ο άρρωστος μιλούσε για διάφορα πράματα με πολύ ξαστερωμένο μυαλό. Για μια στιγμή σούφρωσε τα φρύδια. Σαν κάτι να 'θελε να θυμηθεί: «Έχω ακόμα μια χάρη να σου γυρέψω, Λεωνή». «Ό,τι θέλεις». «Σύρε το κουτι της εκστρατείας κάτ’ από το κρεβάτι μου. Το βρήκες; Ωραία... Πάρε τώρα το κλειδάκι, αυτό που ναι κρεμασμένο από την αλυσίδα, εκεί στο κομοδίνο. Αυτό που ναι μαζί με τη σφυρίχτρα μου. Έτσι μπράβο. Άνοιξε και δώσε μου ένα μαύρο πέτσινο πορτοφολάκι που έχω στο θερινό χιτώνιο. Είναι στην απάνω τσέπη... Αυτό. Άνοιξε το Έχει μέσα το θραύσμα που με χτύπησε, τη φωτογραφία της γυναίκας μου, κι ένα ρολογάκι του χεριού... Ναι;» «Ναι. Όλα είν' εδώ εντάξει». «Αυτό το ρολογάκι είναι σταματημένο στις τέσ σερις και είκοσι το πρωί. Σταμάτησε την ώρα που έσκασε η οβίδα. Την ώρα που έπεσα. Δε θέλω να μετακινηθούν οι δείχτες του... Θέλω να το κρατήσω έτσι για πάντα... Μια θύμηση για τον γιο μου... Σου είπα πως έχω έναν γιο; Έλα δω... Πάρε τ ρα και τη βέρα του γάμου μου απ' το δάχτυλο... Έτσι... Βάλ' την κι αυτή μέσα στο πορτοφόλι και φύλαξέ τα όλα μαζί... Είναι ώρες που φοβούμαι μη μου τα ψειρίσει κανένας νοσοκόμος... Δεν αξίζουν τίποτα για τους άλλους, όμως... είναι βλέπεις όλα μου τα κειμήλια... Θα τα κρατήσεις εσύ, και θα τα δώσεις στη γυναίκα μου... Εγώ -μην κάνεις έτσι-, ώρες ώρες σκοτίζομαι. Θαμπώνει το μυαλό μου και ξεχνώ... Είναι αστείο, όμως... Λοιπόν θα της τα δώσεις;» «Μα. Δε θ’ αργήσεις να πας ο ίδιος με άδεια...» «Ναι... βέβαια... Αλλά εσύ θα φύγεις σίγουρα σε λίγες μέρες. Μην ακούς τους γιατρούς, Λεωνή. Εγώ έχω ακόμα πολύ ψωμί να φάω στο Νοσοκομείον... Πώς το 'πε ο Νασρεντίν;... “Εγώ, αφεντι κό, έτσι που 'πεσα, και φέτος εδώ μπαϊράμι και του χρόνου εδώ Πάσχα”. Ξέρεις τι γίνεται;... Λοιπόν, θα της τα δώσεις;» «Θα της τα δώσω». «Ορκίσου μού το, Λεωνή». «Σου τ' ορκίζομαι». «Σαν αξιωματικός και σαν άντρας;» «Σαν αξιωματικός και σαν άντρας». Μπράβο Τώρα είμαι ήσυχος. Ήσυχος... Σ' ευχαριστώ, αδερφέ». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του που είχανε νόημα. Κατόπι έπεσε πάλι στο ασυνάρτητο παραμιλητό του. Ήτανε πια το χαροπάλεμα που αρχίζει. Κάτι μισές κουβέντες, κάτι λέξεις, κάτι κουρέλια από φράσεις μόλις ξεχώρισαν μέσα στην τρομακτική του αγωνία. «Τ' όπλο μου!... Τ' όπλο μου!...» Μέσα στην αγγελόκρουση έβλεπε ανθρώπους που γύριζαν πάνω σ' ένα αυτοκίνητο σαν πυροσβεστική αντλία, και τίναζαν με τους σωλήνες ασφυξιογόνα αέρια, να δηλητηριάσουν τους λαβωμένους. Γύρευε τη μάσκα του. Γύρευε βοήθεια με τα μάτια του που ξαφνικά ζωντάνευαν, έτρεχαν νευρικά απ' εδώ κι απ' εκεί, ικέτευαν και παρακαλιούντανε. Η αναπνοή του γινόταν κοντή, γρήγορη και λαχανιασμένη. Ήταν πολύ βασανιστικό. Κατά το βράδυ παράδωσε. Την ώρα που ο ήλιος έγερνε πάνω από τους χαμηλούς κίτρινους λόφους του Εσκί, μια δέσμη τριανταφυλλιές αχτίδες μπήκαν από το δυσμικό παραθύρι και γιόμισαν το νεροπότηρο του αρρώστου. Η βιαστική του αναπνοή σταμάτησε μ' ένα μεγάλο, βαθύτατον αναστεναγμό, που φούσκωσε το μαλλιαρό στήθος του κι ύστερα τ' άφησε να καταπέσει ξεκουραστικά για πάντα. Κάτι σα μια φυσούνα που άδειασε με το ίδιο βάρος της. Τότες μονάχα τα χείλη του σταμάτησαν το φριχτό παιχνίδι τους, η αρτηρία στο λαιμό του έπαψε να χτυπά, τα φρύδια πήξαν και στάθηκαν. Σα μια μεγάλη παρένθεση που έκλεισε. ΥΣΤΕΡΑ' ΑΠΟ ΛΙΓΕΣ ΜΕΡΕΣ, ακόμα δεν πρόφτασε να πάρει την άδειά του ο Δρίβας, και τα περιστατικά ήρθανε το 'να πάνω στο άλλο. Η καταστροφή. Η σφαγή των αθώων. Τα μαρτύρια. Η ντροπή του άταχτου φευγιού. Μέρες και νύχτες γεμάτες αγριεμό. Όμως τούτη η περίοδο του Νοσοκομείου απόμεινε μέσα του το πιο βαθύ καρφί. Βρήκε την πικρή γοητεία της να κυριαρχεί μέσα στο θυμητικό του, τις τυραγνιστικές λεπτομέρειες πεντακάθαρες, απ το φαρμάκι της. Απορούσε τώρα με πόση επιμέλεια ήτανε θησαυρισμένα στη μνήμη του τόσα λόγια, τόσα κινήματα. Πώς η φαντασία του ξανάδινε έτσι έντονα, μία προς μία, ένα πλήθος αποχρώσεις από συγκινήσεις και συναισθήματα, που πέρασαν άψε-σβήσε πάνω στην ψυχή του κείνες τις παράξενες μέρες. Σκέφτηκε: Τι θησαυρούς αποθηκεύει η ζωή μέσα στον άνθρωπο που έχει ξυπνητές τις αισθήσεις και άγρυπνο το πνεύμα του». Κατόπι, μονομιάς, ντράπηκε για τούτη την εγωιστική σκέψη. Συμμάζεψε από μπροστά του τα θυμητάρια του σκοτωμένου. Τα ξανακοίταξε ένα-ένα με τρυφερή συγκίνηση. Ξανάζησε τον όρκο της φιλίας του, την ιερή επισημότητα της ώρας που έδωσε την υπόσχεση πάνω σ' αυτά. Ξανάβαλε όλα εκείνα τα φτωχά πραγματάκια μέσα στο μικρό πορτοφόλι, έσυρε ένα μεγάλο φάκελο, το έκλεισε μέσα κι έγραψε απέξω με μαβί μολύβι: «Τα θυμητάρια του Στρατή Βρανά». |