Αλμπέρτο Μοράβια

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ο Μοράβια καταφέρνει να σκιαγραφήσει μια ολόκληρη εποχή (το έργο γράφτηκε το 1960) με τα ήθη και τα έθιμά της, τα άγχη της, τα υπαρξιακά αδιέξοδα των πλουσίων, τη ζοφερή πραγματικότητα των φτωχών.

Αλμπέρτο Μοράβια

Η Πλήξη

«Εν αρχή ην η πλήξις, κοινώς γνωστή ως «χάος». Ο Θεός βαρέθηκε την πλήξη και δημιούργησε τον ουρανό, τη γη, τα νερά, τα ζώα, τον Αδάμ, την Εύα. Και οι τελευταίοι, που βαρέθηκαν με τη σειρά τους στον Παράδεισο, έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό. Και ο Θεός τους βαρέθηκε και τους έδιωξε από τον Παράδεισο.»

«Θυμάμαι πάρα πολύ καλά πώς έγινε και σταμάτησα να ζωγραφίζω. Έμεινα βράδυ, ύστερα από οκτώ ώρες που βρισκόμουνα στο στούντιό μου, ζωγραφίζοντας για πέντε ή δέκα λεπτά κάθε τόσο κι έπειτα πέφτοντας πάνω στο ντιβάνι και μένοντας εκεί ακίνητος κοιτάζοντας το ταβάνι για μια ή δύο ώρες - εντελώς ξαφνικά και ύστερα από τόσες μάταιες προσπάθειες είχα μια καταπληκτική έμπνευση. Έσβησα το τσιγάρο μου βιαστικά σ’ ένα τασάκι γεμάτο με αποτσίγαρα, πετάχτηκα σαν αίλουρος από τη θέση μου, εκεί που ήμουνα βυθισμένος τόσην ώρα, άρπαξα μια μικρή σπάτουλα που τη μεταχειριζόμουνα μερικές φορές για να ανακατώνω τα χρώματα κι άρχισα να σκίζω μ΄ αυτήν το τελάρο που πάνω του είχα ζωγραφίσει πριν, και δεν σταμάτησα παρά μόνο αφού το είχα κάνει κουρέλι.

Άρπαξα τότε από τη γωνιά του δωματίου ένα τελάρο λευκό στο ίδιο μέγεθος, πέταξα τα σκισμένα κομμάτια από το άλλο κι έβαλα στη θέση του πάνω στο καβαλέτο το άδειο. Και αμέσως μετά απ’ αυτό κατάλαβα πως όλη αυτή η ενεργητικότητά μου - να την πω δημιουργική;- ξοδεύτηκε εντελώς σ’ αυτή την άγρια χειρονομία μου για καταστροφή. Είχα δουλέψει πάνω σ’ αυτό το τελάρο τους τελευταίους δύο μήνες, με μια σκυλίσια υπομονή και χωρίς ανάπαυση»...

«Τώρα όταν σκέφτομαι τα περασμένα χρόνια, ανακαλύπτω ότι πάντα υπέφερα από πλήξη. Αλλά χρειάζεται να καταλάβει κανείς τι θέλω να πω μ' αυτή τη λέξη. Γιατί για πολλούς ανθρώπους, πλήξη σημαίνει το αντίθετο από τη διασκέδαση. Για μένα, αντίθετα, η πλήξη δεν είναι το αντίθετο της διασκέδασης. Θα πρέπει να προχωρήσω για να πω ότι στην πραγματικότητα και σε ορισμένες πλευρές της η διασκέδαση, η ευχαρίστηση, μπορεί να δίνει μια διέξοδο, μια διαφυγή από τις έγνοιες, αλλά ωστόσο όλα αυτά σε μια πολύ ιδιαίτερη μορφή. Για μένα η πλήξη μοιάζει να είναι ένα είδος ανεπάρκειας και ατέλειας, κι ακόμα μια έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα, όταν πλήττω, έχει πάντα το ίδιο ατελές αποτέλεσμα επάνω μου όπως – για να κάνω χρήση μιας μεταφοράς – μια πολύ μικρή κουβέρτα πάνω σ ένα κοιμισμένο άνθρωπο μια νύχτα του χειμώνα. Σπρώχνει την κουβέρτα στα πόδια του και το στήθος του κρυώνει τότε την τραβάει πάνω στο στήθος του και κρυώνουν τα πόδια του. Κι έτσι ποτέ δεν καταφέρνει ν' αποκοιμηθεί εντελώς. Η πάλι για να χρησιμοποιήσω μια άλλη σύγκριση, η πλήξη μου μοιάζει με μια επαναλαμβανόμενη και μυστηριώδη διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος μέσα σ΄ ένα σπίτι».