,
|
Νταριο Φο ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο Ντάριο Φο στηλιτεύει στο ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ τον τρόπο με τον οποίο τόσο το κράτος, τα συνδικάτα και η Εκκλησία αδιαφορούν για τους εργάτες, αφήνοντάς τους μόνους κι αβοήθητους. Στο έργο, δύο οικογένειες αναγκάζονται να «κινητοποιηθούν» διαφορετικά από ό,τι ορίζει ο νόμος για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Οι γυναίκες καταφεύγουν σε ξεκαρδιστικά εφευρήματα, και κατορθώνουν να κοροϊδέψουν τόσο την εξουσία όσο και τους άντρες του. |
|---|
Ντάριο Φο
Απόσπασμα απόεκδ. Κατσάνος Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Μπαίνει μια γυναίκα (Αντονία) ακολουθούμενη από μια άλλη πιο νέα (Μαργαρίτα), φορτωμένες με ψώνια που τ' αφήνουν πάνω στο τραπέζι. ΑΝΤΩΝΙΑ. Στάθηκα τυχερή που σε συνάντησα. Διαφορετικά δεν ξέρω πώς θα τα κουβαλούσα όλα αυτά. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Μπορώ να μάθω πού βρήκες χρήματα για ν' αγοράσεις όλα αυτά τα πράγματα; ΑΝΤΩΝΙΑ. Στο είπα πως δεν τ' αγόρασα. Τα κέρδισα με κουπόνια του TIDE. Έπειτα βρήκα μέσα σ' ένα τέτοιο κουτί ένα χρυσό νόμισμα. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Αυτά πήγαινε να τα πεις σε καμιά άλλη... χρυσό νόμισμα... ΑΝΤΩΝΙΑ. Γιατί, δεν το πιστεύεις; ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Ε..., όχι. ΑΝΤΩΝΙΑ. Τότε να σου διηγηθώ κάτι άλλο. Ε,... πού πας; ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. (Πάει να φύγει). Γεια σου. ΑΝΤΩΝΙΑ. Στάσου, στάσου. Περίμενε. Θα σου πω την αλήθεια, αλλά πρώτα κλείσε την πόρτα. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. (Κλείνει την πόρτα). Εμπρός, λέγε. (Κάθεται). ΑΝΤΩΝΙΑ. Λοιπόν, πήγα σούπερ-μάρκετ και εκεί ήταν ένα τσούρμο γυναίκες και δυο-τρεις άνδρες που κάνανε μεγάλη φασαρία για τις τιμές που αυξήθηκαν μέχρι αηδίας. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Σωστά τό 'πες. Μέχρι αηδίας. ΑΝΤΩΝΙΑ. (Κοιτά τα ψώνια που με το ζόρι χωρούσαν μέσα στο ντουλάπι). Τα ζυμαρικά και η ζάχαρη, δε λέγεται. Για να μη μιλήσουμε για το κρέας και τα συσκευασμένα είδη. Και ο διευθυντής προσπαθούσε να μας καλμάρει. «Μα εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα», έλεγε, «τις τιμές τις βάζει η διεύθυνση, αυτή αποφάσισε τις αυξήσεις». «Αποφάσισε; Με ποιανού άδεια;» «Με κανενός άδεια. Είναι νόμιμο. Υπάρχει ελεύθερο εμπόριο. Ελεύθερος ανταγωνισμός». Ελεύθερος ανταγωνισμός εναντίον ποιου; Εναντίον μας; Και μεις πάντα πρέπει ν' απειλούμαστε, τα λεφτά ή τη ζωή σας; «Είστε ληστές» τους φώναζα εγώ. Και μετά κρύφτηκα. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. Μπράβο. Σωστά έκανες. ΑΝΤΩΝΙΑ. Μετά, μια γυναίκα είπε: «Φτάνει, μέχρι εδώ. Αυτή τη φορά τις τιμές θα τις καθορίσουμε εμείς... Θα πληρώσουμε αυτό που πληρώναμε πέρυσι. Και αν κάνετε τους δύσκολους τα παίρνουμε και φεύγουμε χωρίς να πληρώσουμε τίποτα. Καταλάβατε;» Έπρεπε νά 'βλεπες το διευθυντή. «Είστε τρελές. Θα καλέσω την αστυνομία». Φεύγει προς το ταμείο σαν αστραπή για να τηλεφωνήσει, μα το τηλέφωνο δε λειτουργεί. Κάποιος έκοψε το καλώδιο. «Συγγνώμη, αφήστε με να πάω στο γραφείο μου. Συγγνώμη». Αλλά δεν μπορούσε να περάσει. Όλες οι γυναίκες από γύρω του. Μας σπρώχνει. Και τότε μια γυναίκα κάνει πως τρώει τάχα μια κλωτσιά, πέφτει κάτω και κάνει τη λιπόθυμη. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ. (Γελώντας). Α...α... τι ωραία! [...] ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΖΟΒΑΝΙ. Σ' έναν καπιταλιστή δεν πρέπει ποτέ να λες: «αχ, σας παρακαλώ, θα μπορούσατε λιγάκι να μου κάνετε λίγο χώρο ν' αναπνεύσω κι εγώ; θα μπορούσατε να είστε λίγο πιο καλός, με λίγη περισσότερη κατανόηση; Ας συμφωνήσουμε...» Όχι. Ο μόνος τρόπος για να μιλήσεις μαζί τους είναι να τους στριμώξεις στον καμπινέ, να τους χώσεις το κεφάλι μέσα στη λεκάνη και να τραβήξεις το καζανάκι. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο, ίσως με λιγότερο φανταχτερές βιτρίνες, ίσως με λιγότερες λεωφόρους, αλλά με λιγότερες λιμουζίνες, με λιγότερους απατεώνες. Τους πραγματικούς απατεώνες, αυτούς τους μισάνθρωπους με τις χοντρές κοιλιές. Κι έτσι θα είχαμε δικαιοσύνη. Έτσι, εμείς που βγάζουμε πάντα το φίδι απ' την τρύπα για τους άλλους, θα μπορούμε επιτέλους να σκεφτούμε και τον εαυτό μας. Να κτίζουμε σπίτια που να ανήκουν σε μας... να ζούμε μια ζωή που θά 'ναι ολότελα δική μας. Να ζούμ σαν ολοκληρωμένοι άνθρωποι τέλος πάντων. Να ζούμε σ' έναν κόσμο όπου η επιθυμία σου να γελάσεις, ξεσπάει από μέσα σου σα γιορτή, η επιθυμία να παίξεις και να γιορτάσεις... κι επιτέλους να κάνεις μια δουλειά που να σ' ευχαριστεί... σαν κανονικοί άνθρωποι κι όχι σαν ζώα που ζουν και υπάρχουν χωρίς χαρά και φαντασία. Ένας κόσμος όπου μπορεί κανείς να δει ξανά ότι υπάρχει ακόμη ένας ουρανός... τα λουλούδια που ανθίζουν... ότι ακόμα υπάρχει άνοιξη... και τα κορίτσια που γελούν και τραγουδούν. (Προχωρούν στο μπροστινό μέρος της σκηνής). Και όταν μια μέρα πεθάνεις, δε θα πεθάνεις σα γέρος, πεταμένος σα στιμένη λεμονόκουπα, αλλά σαν άνθρωπος που έζησε ελεύθερος κι ευχαριστημένος μαζί με τους άλλους ανθρώπους.. (Σιγά σιγά σβήνει το φως ενώ λέγονται οι τελευταίες λέξεις). ΤΕΛΟΣ |