Άμος Οζ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Η ιστορία αγάπης και σκότους είναι η ιστορία ενός παιδιού που θα γίνει μεγάλος συγγραφέας, η ιστορία της γέννησης ενός κράτους, οι μεγάλες μεταναστεύσεις, οι μεγάλες ιδέες, τα μεγάλα αδιέξοδα του 20ού αιώνα.

Άμος Οζ

Ιστορία αγάπης και σκότους

αποσπάσματα

«Όταν ήμουν μικρός, έλπιζα να μεγαλώσω και να γίνω βιβλίο. Όχι συγγραφέας, αλλά βιβλίο. Ανθρώπους μπορείς να σκοτώσεις σαν μυρμήγκια, ακόμα και συγγραφείς μπορείς να σκοτώσεις, δεν είναι δύσκολο. Τα βιβλία όμως, ακόμα και αν τα καταστρέψουν συστηματικά, πάντα υπάρχει πιθανότητα να σωθεί κάποιο αντίτυπο και να συνεχίσει να ζει πάνω στο ράφι!.... Ζωή χωρίς βιβλία είναι ζωή χωρίς νόημα… Όταν ο κόσμος του ανθρώπου σκοτεινιάζει, διαβάζει ένα βιβλίο και βλέπει έναν άλλο κόσμο.

[...] Κοίταζα τους ανθρώπους στο καφέ και προσπαθούσα να μαντέψω, σύμφωνα με την ενδυμασία τους και τις κινήσεις τους, σύμφωνα με την εφημερίδα που διάβαζαν και σύμφωνα με το τι παράγγελναν, ποιος ήταν ο καθένας τους και από πού κρατούσε η σκούφια του, και με τι ασχολιόταν συνήθως και τι έκανε πριν έρθει στο καφέ και πού θα πήγαινε μετά. Έτσι, με μερικά εξωτερικά και αβέβαια σημάδια, επινοούσα για τους θαμώνες του καφέ περιπεπλεγμένες και ανατριχιαστικές ιστορίες. Μέχρι σήμερα κλέβω μ αυτό τον τρόπο. Κυρίως αγνώστους. Και κυρίως σε δημόσιους χώρους γεμάτους ανθρώπους».

[...] «Είχα καταλάβει από πού ερχόμουν: από ένα ξεφτισμένο κουβάρι θλίψης και προσποίησης, πόθου και παραλογισμού, επαρχιώτικης σπουδαιοφάνειας και αισθηματικής αγωγής, και απαρχαιωμένων ιδανικών, και πνιγμένων φόβων, και υποταγής και απελπισίας. Μια απελπισία από εκείνο το ξινόγλυκο είδος, το σπιτικό, όπου μικροψεύτες προσποιούνταν τους επικίνδυνους τρομοκράτες και τους ηρωικούς απελευθερωτές, κακόμοιροι βιβλιοδέτες διατύπωναν τύπους παγκόσμιας λύτρωσης (...), ταμίες στο μπακάλικο και στο σινεμά έγραφαν κάθε νύχτα ποιήματα και μπροσούρες».

[...]
Αναδημοσίευση από LIFO.gr
Η μητέρα μου έβαλε τέλος στη ζωή της στο διαμέρισμα της αδερφής της στην οδό Μπεν – Γέουντα στο Τελ – Αβίβ τη νύχτα ανάμεσα στο Σάββατο και τη Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 1952. Στο Ισραήλ διεξαγόταν τότε μια δημόσια ιστορική συζήτηση πάνω στο ερώτημα αν επιτρέπεται ή απαγορεύεται το κράτος του Ισραήλ να απαντήσει και να πάρει από τη Γερμανία αποζημιώσεις για την απώλεια των περιουσιών των Εβραίων που δολοφονήθηκαν την περίοδο του χιτλερισμού. Υπήρχαν εκείνοι που συμφωνούσαν με τη γνώμη του Νταβίντ Μπεν – Γκουριόν, κατά την οποία δεν έπρεπε να επιτρέψουμε οι δολοφόνοι να γίνουν και κληρονόμοι, και ισχυρίζονταν σωστά ότι οι εβραϊκές περιουσίες που λήστεψαν οι Γερμανοί έπρεπε οπωσδήποτε να επιστραφούν αυτούσιες στο κράτος του Ισραήλ, ώστε να μπορέσει να αποκαταστήσει τους επιζήσαντες από τη σφαγή . Από την άλλη, υπήρχαν εκείνοι, με πρώτο και καλύτερο τον αρχηγό της αντιπολίτευσης Μεναχέμ Μπέγκιν, που υποστήριζαν με πόνο και οργή ότι αποτελούσε ηθικό έγκλημα καθώς και βεβήλωση της μνήμης των θυμάτων το ότι το κράτος των ίδιων των θυμάτων ήταν έτοιμο να πουλήσει στους Γερμανούς εύκολη άφεση αμαρτιών έναντι ενός μιασμένου βαλάντιου με χρήματα.

Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της χώρας, εκείνον το χειμώνα μεταξύ 1951 και 1952, έριχνε αδιάκοπα βροχές. Ο χείμαρρος Αγιαλόν, δηλαδή το ρέμα Μουσράρα, υπερχείλισε προκαλώντας πλημμύρες στη συνοικία Μοντεφιόρι στο Τελ – Αβίβ και απειλούσε και άλλες συνοικίες. Βαριές καταιγίδες προκάλεσαν μεγάλες καταστροφές στους καταυλισμούς από σκηνές, τενεκεδόσπιτα και παραπήγματα, όπου εκείνες τις μέρες στριμώχνονταν εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίοι πρόσφυγες που είχαν διαφύγει από τις αραβικές χώρες με τα ρούχα που φορούσαν, καθώς και χιλιάδες επιζήσαντες του Χίτλερ από την ανατολική Ευρώπη και τις βαλκανικές χώρες. Σε μερικές περιοχές εξαιτίας των καταιγίδων είχε κοπεί η επικοινωνία με αυτούς τους καταυλισμούς, οι οποίοι κινδύνευσαν από πείνα και λοιμούς. Το κράτος του Ισραήλ ήταν λιγότερο από τεσσάρων χρόνων και εκείνη την εποχή αριθμούσε λίγο παραπάνω από ένα εκατομμύριο ψυχές: σχεδόν το ένα τρίτο απ’ αυτούς ήταν πρόσφυγες εντελώς άποροι. Τα ταμεία του κράτους είχαν αδειάσει από τις επείγουσες στρατιωτικές δαπάνες και την απορρόφηση της μετανάστευσης, καθώς και εξ αιτίας μιας παραφουσκωμένης γραφειοκρατίας και αδέξιων χειρισμών, και οι υπηρεσίες υγείας, παιδείας και πρόνοιας ήταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Στην αρχή εκείνης της εβδομάδας ο Νταβίντ Όροβιτς, γενικός διευθυντής του υπουργείου Οικονομικών, είχε φύγει για μια επείγουσα επίσκεψη στην Αμερική, με την ελπίδα να εξασφαλίσει μέσα σε μια ή δυο μέρες βραχυπρόθεσμες πιστώσεις ύψους δέκα εκατομμυρίων δολαρίων, για να αποφευχθεί η πτώχευση. Για όλα αυτά μιλούσαμε ο πατέρας μου κι εγώ όταν γύρισε από το Τελ – Αβίβ: την Πέμπτη πήγε τη μητέρα μου στο σπίτι της θείας Χάγια και του θείου Τσβι, και μάλιστα έμεινε και ο ίδιος να περάσει εκεί τη νύχτα. Επιστρέφοντας την Παρασκευή άκουσε από τη γιαγιά Σλομίτ και τον παππού Αλεξάντερ ότι εγώ ήμουν λίγο κρυωμένος, αλλά επέμεινα να σηκωθώ και να πάω σχολείο. Η γιαγιά πρότεινε ο μπαμπάς και κι εγώ να μείνουμε και να περάσουμε το Σάββατο σπίτι τους: της φαινόμασταν κι οι δυο ότι είχαμε κολλήσει κάποιο μικρόβιο. Εμείς όμως προτιμήσαμε να γυρίσουμε σπίτι. Καθ’ οδόν από το σπίτι του παππού και της γιαγιάς προς το σπίτι μας, στο δρομάκι Πραγκ, ο μπαμπάς θεώρησε καλό να με πληροφορήσει, ως ενήλικος προς ενήλικο, ότι στο σπίτι της θείας Χάγια η διάθεση της μαμάς βελτιώθηκε ξαφνικά: την Πέμπτη το απόγευμα βγήκαν οι τέσσερις τους, ο Τσβι, η Χάγια, η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να καθίσουν για λίγο σε ένα μικρό καφενεδάκι, δυο βήματα από το σπίτι της Χάγια και του Τσβι, στην οδό Ντίζενγκοφ γωνία Ζαμποτίνσκι. Τελικά έμειναν εκεί μέχρι το κλείσιμο μιλώντας για ανθρώπους και βιβλία. Ο Τσβι διηγήθηκε διάφορα περίεργα περιστατικά από τη ζωή του νοσοκομείου, η μαμά φαινόταν καλά και συμμετείχε στην κουβέντα. Το βράδυ κοιμήθηκε μερικές ώρες, όμως στη μέση της νύχτας φαίνεται ότι ξύπνησε και πήγε να καθίσει στην κουζίνα για να μην ενοχλήσει αυτούς που κοιμόντουσαν. Νωρίς το πρωί, όταν ο πατέρας μου την αποχαιρέτησε για να επιστρέψει στην Ιερουσαλήμ και να προλάβει να συμπληρώσει μερικές ώρες δουλειάς στο τμήμα εφημερίδων, τον αποχαιρέτησε κι εκείνη με την υπόσχεση ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε για κείνη, τα χειρότερα ήταν πια πίσω της, και του ζήτησε, σε παρακαλώ, να προσέξεις πολύ το παιδί: εχθές φεύγοντας για το Τελ – Αβίβ, της φάνηκε ότι το παιδί είχε αρπάξει κρυολόγημα