|
Αδαμάντιος Κοραής ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο Κοραής περνάει το μήνυμα του διαφωτισμού μέσω ενός ιερέα που συνειδητοποιεί την αμάθειά του και προθυμοποιείται να μορφωθεί, συγκεράζοντας τις προγονικές αξίες με τις απαιτήσεις των νέων καιρών, κάμπτοντας τις αντιδράσεις των δυνάμεων της παράδοσης που μονοπωλούσαν την πνευματική χειραγώγηση των Ελλήνων και ήταν συνήθως εχθρικές απέναντι σε κάθε νεωτερισμό. |
|---|
Αδαμάντιος Κοραής
(αποσπάσματα)ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Η συναναστροφή μου είναι με τον Έφημέριον του χωρίου, άνδρα, όστις παρά τάλλα του πολλά προτερήματα καυχάται, και ότι εις όλην την νήσον δεν ευρίσκεται Παπάς να αναγιγνώσκω παρ' αυτόν γρηγορότερα τα καθίσματα του ψαλτηρίου. Εις της εορτής των Χριστουγέννων τον όρθρον, τον συνέβη να πτερνισθή εις την ανάγνωσιν τόσον σφοδρά, ώστε να σβεση την λαμπάδα. Όταν την άναψαν, συλλογιζόμενος πόσον έχασε καιρόν εις την μεταξύ σκοτίνα, προτίμησε να πηδήση ψαλμόν όλόκληρον, τον μακρότερον, παρά το όνειδος να μακρύνη τον καιρόν της αναγνώσεως υπέρ το σύνηθες. Δεν εξεύρω, αν διά την ταχυτάτην ταύτην ανάγνωσιν, ή διά την φυσικήν ημών των Χίων κλίσιν εις τα σκωπτικά παρωνύμια, ο Βολισσινός 'Εφημέριος ονομάζεται από τους πολίτας της Χίου ΠαπάΤρέχας και το παρωνύμιο ήρεσε τόσον εις τον παρονομαζόμενον, ώστε δεν σ' ακούει πλέον εαν τον καλέσης με το κύριόν του όνομα. Καυχάται προς τούτοις και εις εξηκοντατέσσερα ταξείδια, και φαντάζεται εαυτόν ώς άλλον Οδυσσέα, από τον οποίον τούτο μόνον διαφέρει ότι τα έκαμεν εις αυτά της νήσου τα εξηκοντα τέσσερα χωρία, χωρίς κίνδυνον κανένα της θαλάσσης. Διά να σε δώσω, φίλε, μικρόν παράδειγμα της οποίας απέκτησε από τα ταξείδια πολυπειρίας, πέρασεν εδώ προ μηνών Αγγλος τις περιηγητής, με σκοπόν να ανακαλύψη κανένα υπόμνημα της εις Βολισσόν διατριβής του Ομήρου, είχε σιμά του και δύο μικρά παιδάρια. Μόλις τ άκουσεν ο Παπά Τρέχας να συλλαλώσι με τον πατέρα των, και μ' ερωτήσεων έκστατικός, Ποίαν γλώσσαν λαλούσι;-Τήν Άγγλικήν, τον απεκρίθην και η έκστασίας του έγινεν απολίθωσης. Δεν μπορεί να χωρήση του Βολισσινού Οδυσσέως ή κεφαλή, πώς τόσον νεαρά παιδάρια ήτο δυνατόν να λαλώσι γλώσσαν εις αυτόν άγνωστος. Δεν εξεύρω πλέον, ποίαν γλώσσαν, και εις ποίαν ηλικίαν, κατ' αυτόν, έπρεπε να λαλώσι των Αγγλων τα τέκνα. Είμαι βέβαιος, ότι γελάς την ώραν ταύτην διά την απορίαν του ΠαπάΤρέχα, αλλά τι ήθελες κάμει, αν παρών παρόντος ήκουες αυτολεξεί από το στόμα του τους λόγους τούτους. Τα διαβολόπουλα, τόσον μικρά νά μιλούν εγγλέζικα. Γέλα, φίλε, όσο θέλει, αλλά πρόσεχε μη καταφρονήσης δια τούτο τον σεβάσμιον Παπά Τρέχαν. Ναι! Σεβάσμιος, αληθώς είναι ως σε το λέγω. Μ΄όλην ταύτην την απλότητα, δεν ημπορείς να στοχαστείς πόσον είναι φιάνθρωπος ο καλός τούτος ιερεύς, πόσον φροντίζει δια την χρησοήθεια του μικρού του ποιμνίου, με ποιαν ψυχής διάθεσιν παρηγορεί τους ενορίτας εις τας δυστυχίας αυτών, και τους συμβουλεύει, όταν ευτυχώσιν, να έχωσι πρόνοιαν των δυστυχουντων. [...] Πριν σοφισθή την προγονικήν ημών σοφίαν, περιήρχετο τα χωρία της Χίου, να συνευφραίνεται με τους άλλους ιερέας φίλους του• αλλά τώρα, παρά την φιλικήν ταύτην επίσκεψιν, ασχολείται και εις έρευναν παλαιών επιγραφών ελληνικών ή λειψάνων τέχνης αρχαίας οποιωνδήποτε. Αν η επιγραφή ή το λείψανον δύναται να μεταφερθή, το φέρει αυτός εις την Βιβλιοθήκην της πόλεως• αν είναι ολίγον βαρύτερον, μεταχειρίζεται την βοήθειαν των Βολισσινών*, διά να το καταβάση εις την πόλιν• αν όμως σιμά του βάρους είναι και προσκολλημένον εις την γην, δίδει την είδησιν εις τους πολίτας, διά να γνωρίζωσι καν τον τόπον και ν' αγρυπνώσιν εις την φύλαξιν αυτού. Είχε πρότερον μεγάλην εύνοιαν εις τους Άγγλους, εκ των οποίων εγνώρισε πολλούς περιηγητάς• αφού όμως έμαθεν ότι μας γυμνώνουσι καθημέραν από τα πολύτιμα της προγονικής δόξης δείγματα και τα μεταφέρουσιν εις την Αγγλίαν, όπου η θέα των γίνεται εις τους λοιπούς Ευρωπαίους δύσκολος, και εις ημάς τους ταλαιπώρους κτήτορας αδύνατος, δεν αρκείται πλέον να τους βλέπη και να τους παρατηρή με ζηλοτυπίαν• αλλ' ευθύς, όταν ακούση Άγγλον επιδημούντα* εις την Χίον, το μηνύει πρώτον εις τους Βολισσινούς, έπειτα πέμπει αποστόλους* εις τα λοιπά χωρία, και εμπνέει εις όλων των κατοίκων τας ψυχάς τόσον φόβον, όσον ήθελεν εμπνεύσειν και παρουσία ληστών. Πως ήτο δυνατόν, φίλε μου, να κρατήσω τον γέλωτα, όταν με ηρώτησε, με τα σωστά του, αν ήτο δυνατόν να στήσωμεν εις τα κεραμίδια της Βολισσινής εκκλησίας τηλεγραφικόν όργανον(!) να μηνύη γρηγορώτερα εις όλα τα πέρατα της νήσου τους κινδύνους των κατοίκων. – Α! μ' έλεγε μίαν των ημερών, αν είχα εξουσίαν! – Τι ήθελες κάμειν, Δέσποτά μου; – Να περιέλθω όλην την Ελλάδα, να συναθροίσω όσα ήτο δυνατόν να εύρω αντίγραφα ελληνικά, λιθικάς επιγραφάς και τέχνης λείψανα παντοία, και να τα θησαυρίσω όλα εις την πόλιν μας. – Και σε το συγχωρούσιν αι άλλαι πόλεις; – Όλη η Ελλάς σήμερον είναι μία ψυχή και μία πόλις• κανείς από τους όντως φιλογενείς Έλληνας δεν στοχάζεται την Χίον ως πόλιν χωριστήν, αλλ' ως της μεγάλης και κοινής πόλεως τον αρμοδιώτερον τόπον εις φυλακήν* τοιούτων κειμηλίων. – Έπειτα, Δέσποτά μου; – Έπειτα; Εις μεν τους Έλληνας εντοπίους και ξένους ν' αφήνω να τα θεωρώσι δωρεάν• εις δε τουςαλλογενείς* να τα δείχνω με πληρωμήν. – Αλλά συγχώρησέ με να σε είπω ότι μεταβάλλεις το πράγμα εις εμπορίαν. Αλλογενής ήμην κι εγώ εις τους Παρισίους, όπου ευρίσκονται πολλά τοιαύτα συναθροισμένα των προγόνων μας κειμήλια• αλλά το κοινωνικώτατον και φιλανθρωπότατον γένος των Γάλλων εις όλους όλα τα εκατάστησε κοινά• ώστ' είναι τόσον εύκολον σχεδόν να εμβής εις τας Βιβλιοθήκας και τα Μουσεία των, όσον και εις τον ίδιόν σου οίκον. – Αλλ' ούδ' εγώ την πληρωμήν δεν την ζητώ ως μισθόν. – Ως τι λοιπόν; – Την επιβάλλω ως ποινήν δι' όσα μας εστέρευσαν, και δεν παύουν να μας στερεύωσι καθημέραν. Συγχωρημένη, ή μάλλον επαινετή ήταν η αχόρταστος επιθυμία να γυμνώνωσι την Ελλάδα από τα καλά της, εν όσω η Ελλάς εκοιμάτο εις τον χάλκινον ύπνον της βαρβαρότητος• διότι τότε δεν μας έκλεπταν, αλλ' έσωζαν από την απαιδευσίαν, ως από Χάρυβδιν, τα σωτηρίας άξια κειμήλια των προγόνων μας. Εάν τότε κατά τύχην ο αλλογενής εύρισκεν εις τον οίκον μου αντίγραφον Ελληνικόν, ήθελε κάμειν έργον αξιέπαινον θεραπεύων την τυφλήν μου αισχροκέρδειαν, διά να λυτρώση* πράγμα πολύτιμον από τας απαιδεύτους χείρας ιδικάς μου, και τας έτι πλέον απαιδεύτους της παπαδίας μου, η οποία μόνα τα καθαρά χαρτία σέβεται, και σχίζει όσα βλέπει γραμμένα, ως άχρηστα πλέον εις γραφήν. Τόση ήτον η τότε δυστυχία του γένους. – Αλλά και σήμερον, μήπως είμεθ' ευτυχέστεροι; – Μη βλασφημής, τέκνον μου. Η παιδεία βέβαια είναι μακράν, πολλά μακράν ακόμη, απ' όσον έπρεπε κι εδύνατο να λάβη πλατυσμόν•* αλλ' όμως απεκτήσαμεν καν ό,τι προ πεντήκοντα χρόνων μας έλειπε, την αίσθησιν λέγω ότι μας λείπουσι πολλά. Τα γυμνάσια των επιστημών πληθύνονται καθ' ημέραν• αι διδασκαλικαί καθέδραι ελευθερώνονται από το βάρος της σχολαστικής μωρίας*, και κατέχονται από διδασκάλους σοφούς και ζηλωτάς* του σοφισμού του γένους των• από τους ιερωμένους, βλέπεις, πολλοί είναι στολισμένοι με παιδείαν, και αν έμειναν τινές με της αμαθίας τηνλέραν*, ή προθυμούνται να την πλύνωσι, καθώς εγώ, ή πληρώνουσι τα πλυστικά των άλλων. Τι γελάς; Μη μου έφυγε λόγος ανόητος από το στόμα; – Όχι, Δέσποτά μου• με εύφρανεν η προσφυής παραβολή* σου. Λουτρόν αληθώς είναι η παιδεία. — Και λουτρόν θαυμάσιον• οσάκις, ή από ανάγνωσιν, ή σοφών ανδρών συνομιλίαν, ελευθερωθώ από καμμίαν πρόληψιν, χαίρω ως καθαρισμένος μίαν από τας πολλάς μου λέρας. Αλλά δεν ετελείωσα τον λόγον μου. Oι αλλογενείς Ευρωπαίοι, και εξαιρέτως οι σοφοί των περιηγηταί, επληροφορήθησαν από την αυτοψίαν ότι δεν ήσαν αλαζόνος κόμποι* όσα προ ετών τινών έλεγε προς αυτούς είς από τους ημετέρους συμπατριώτας περί της σημερινής καταστάσεως της Ελλάδος. Δεν έπρεπε λοιπόν πλέον να μας αρπάζωσι, με πρόφασιν φυλακής, ό,τι είμεθα καλοί να φυλάξωμεν ημείς. Εξ εναντίας, εχρεωστούσαν, οσάκις ευρίσκουν αντίγραφον εις χείρας αγραμμάτου, να δίδωσι την είδησιν εις τους διδασκάλους και επιτρόπους των επισημοτέρων γυμνασίων, να το αγοράζωσι και να το αποθέτωσιν εις τόπον ασφαλή. Τούτο και τους αλλογενείς ήθελε δείξειν ότι φυλάσσουν αληθώς εις την καρδίαν την οποίαν επαγγέλλεται το στόμα των φιλοσοφίαν, και ημάς ενισχύσειν βλέποντας ότι μας αντευεργετούσι, δι' όσας έλαβαν μεγάλας ευεργεσίας από τα συγγράμματα των προγόνων μας. – Πόσας και ποίας; – Ικανός δεν είμαι να κρίνω πόσας και ποίας ακριβώς• σ' ακούω καθ' ημέραν εγκωμιάζοντα την ευνομίαν, την σοφίαν, τα έθη και ήθη, με συντομίαν, τον πολιτισμόν της φωτισμένης Ευρώπης, και πιστεύω ότι δεν με απατάς. Εις την γαλλικήν γλώσσαν, ήγουν την γλώσσαν του πλέον πολιτισμένου ευρωπαϊκού έθνους, δεν είμαι αρκετά δυνατός, ουδ' ανέγνωσ' ακόμη πολλά των βιβλία• από τα ολίγα όμως γνωστά εις εμέ και απ' ολίγας τινάς μεταφράσεις, όσων η ανοστία δεν ίσχυσε ν' αφανίση του πρωτοτύπου το άλας, εσυμπέρανα ότι αληθώς των Ευρωπαίων ο πολιτισμός έκαμε μακροτέρας προόδους• αλλ' εσυμπέρανα και τούτο εν ταυτώ, ότι χωρίς των Ελλήνων την βοήθειαν ο πολιτισμός των εκινδύνευε ν' αργήση εις πολλάς ακόμη εκατονταετηρίδας. – Πώς τούτο; – Πώς; Εξεύρεις καλύτερά μου ότι ηφανίσθησαν ελληνικά συγγράμματα πάμπολλα• ερωτώ σε αν η τοιαύτη δυστυχία δεν εδύνατο να είναι βαρυτέρα, ήγουν να αφανισθώσιν όλα και να μη μείνη άλλο, πλην μόνη η ανωφελής μνήμη του ελληνικού ονόματος, ως των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, των Μήδων, οι οποίοι, εάν ποτέ επολιτίσθησαν, δεν αφήκαν ίχνος πολιτισμού εις την οποίαν εγεννήθησαν κι ετάφησαν γην. – Των ενδεχομένων ήτο και τόση δυστυχία. – Τότε, φίλε, όσον καιρόν εδαπάνησαν και όσους κόπους εκοπίασαν οι πρόγονοί μας να υψώσωσι του πολιτισμού τον πύργον, τόσους κόπους εχρεώστει να κοπιάση, και τόσον καιρόν να τρίψη, έως ν' αναβή εις τον οποίον ευρίσκεται την σήμερον πολιτισμού βαθμόν η Ευρώπη. Αλλά τώρα τι εσυνέβη; Εκέρδισε και τον καιρόν και τους κόπους, και τους μεταχειρίζεται να υψώνη καθ' ημέραν ανώτερον τον πύργον των Ελλήνων, και να πλατύνη τον Oρίζοντα, διά να ανακαλύψη όσα ήτον αδύνατον να φανερωθώσιν ακόμη εις εκείνους. – Έμεινε τώρα ν' αναβώμεν και ημείς τον πύργον. – Όχι μόνον ν' αναβώμεν, αλλά και να τον υψώσωμεν μεγαλύτερον. [...] «Ούτε διάβολος ήμην, προ της παιδείας, ούτ’ άγγελον μ’ έκαμεν η παιδεία. Αλλ’ ο απαίδευτος Παπατρέχας, χωρίς να ήτο κακός, έπραττε κ’ έλεγε πολλά κακά, διότι δεν ήξευρεν ο ταλαίπωρος, ούτε τι έπρασσεν, ούτε τι έλεγεν». «Η απαιδευσία πολλήν ενδίδωσι ροπήν εις αδικίαν». Η παιδεία, τέκνον μου (τώρα το καταλαμβάνω ο δυστυχής), όταν είναι μοιρασμένη αναλόγως εις έθνος ολόκληρον, γίνεται φραγμός και τοίχος εις τας επιχειρήσεις των κακών ανθρώπων, και αν δεν των διορθώση την ψυχήν, τους αναγκάζει και μη θέλοντας να φαίνονται καλοί. Τίνας αδικούσι πλέον εύκολα οι άδικοι; τους απαιδεύτους, και δια τούτο αδυνάτους να γνωρίσωσιν ή να υπερασπίσωσι τα κτήματά των. Τίνας εκδύνουσι οι κλέπται; Τους ανικάνους να φυλάξωσι τα κτήματά των. Τίνας απατώσιν οι πλάνοι; Όσους η απαιδευσία έκαμεν ευκόλους να πλανώνται». |