Τα μικρά αυτά κειμενάκια που έχουν συγκεντρωθεί σε αυτό τον τόμο είναι μια προσπάθεια να συγκροτηθεί ένας
τέτοιος μικρόκοσμος όταν με τύλιγε και με απειλούσε το σκοτάδι. Δεν είχα πρόθεση να τα δημοσιεύσω.
Τα θεωρούσα πολύ προσωπικά. Και από μια σύμπτωση κατάλαβα πως δεν υπάρχει προσωπικός λόγος. Αφού είμαστε όντα με λόγο,
είμαστε μέσα στην κοινωνία. Και η κοινότητα είναι αυτή που σου δίνει ένα λόγο για να ανακαλύψεις
την προσωπικότητά σου, μοναδική και ανεπανάληπτη, όπως ακριβώς είναι τα δακτυλικά σου αποτυπώματα. Συνομιλητές υπάρχουν.
Αρκεί να μπορείς να μιλήσεις. Και έτσι βγήκε αυτό το βιβλίο.
(Περικλής Κοροβέσης, Απρίλιος 2013, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Περικλης Κοροβέσης
Παράπλευρες καθημερινές απώλειες
[Αποσπάσματα από
«Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων»,
Αθήνα, Στοκχόλμη, Ακράτα 1995-2012]
Άγνωστος Στρατιώτης
Κάθε χώρα έχει ένα μνημείο για τον άγνωστο στρατιώτη της.
Η Γαλλία στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ένα εκατομμύριο νεκρούς.
Από αυτούς τo ένα τρίτο ήταν χωρίς όνομα.
Αλλά όταν τους καλούσαν είχαν όνομα, διεύθυνση, αριθμό μητρώου.
Κανένας στρατός δεν έχει άγνωστους στρατιώτες.
Αλλά όταν σκοτώνονται, φαίνεται πως σκοτώνεται και τ’ όνομά τους.
Άσυλο στο Χαρτί
Εμείς οι φυλακισμένοι του χαρτιού,
χάσαμε τόση ζωή, όσο η έκταση των γραπτών μας.
Δεν είχαμε κι άλλη λύση.
Ήρθαμε και δεν μας περίμεναν.
Χτυπήσαμε την πόρτα, αλλά δεν μας άνοιξαν.
Μιλήσαμε και η γλώσσα μας ήταν ξένη.
Καταφύγαμε στο χαρτί, ζητώντας άσυλο,
όμως κι εδώ εξόριστοι είμαστε.
Δεν είχε χώρο για μας, μόνο για τις λέξεις.
Απόδραση
Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.
Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.
Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.
Όλα είναι στο κεφάλι σου.
Σπάσ’ το και πέτα.
Ο ουρανός είναι απέραντος.
Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙
βρες την.
Λαθρομετανάστης
Κάθομαι στο καφενείο στην Αχαρνών
και κοιτάζω το δρόμο που γίνεται θέατρο.
Μπροστά από το τραπέζι,
περνούν οι ομορφιές του κόσμου:
λυγερές από μακρινές χώρες,
το ίδιο απρόσιτες όπως όλες οι όμορφες∙
στιβαρά παλικάρια που το βήμα τους
δαμάζει την άσφαλτο∙
χαρούμενες παιδικές φωνές,
φτάνουν στα κουρασμένα αυτιά μου.
Αλλά κανείς δεν τους θέλει
και τους βρίσκω συγγενείς μου.
Λαθρομετανάστης ήμουν κι εγώ στη ζωή μου,
χωρίς χαρτιά και άδεια παραμονής.
Και στην πρώτη σκούπα με απέλασες.
Και μου έρχεται να χωθώ
σ’ αυτό το πολύχρωμο πλήθος και να τους πω:
«Πάρτε με μαζί σας, είμαι δικός σας».
Δημόσιο Χρέος
“Το δέντρο που έδεσαν και εκτέλεσαν τον Λουμούμπα, υπάρχει ακόμα στο δάσος Μοναντιγκούσα.
Είναι γεμάτο σφαίρες που φαίνονται ακόμα.
Πέρασαν απο το λεπτό κορμί του Πατρίς και καρφώθηκαν στον κορμό του δέντρου.
Το δέντρο επέζησε και θυμίζει πάντα το αποτρόπαιο έγκλημα των Βρυξελλών.
Ο εκτελεστής Μομπούτου πήρε δώρο σε πρώτη φάση τριάντα χρόνια εξουσίας.
Ήτανε, βλέπετε, ευρωπαϊστής, φιλελεύθερος και εκσυγχρονιστής.
Η διεθνής κοινότητα απέκτησε έναν πιστό φίλο. Ο Μομπούτου ανταποκρίθηκε στην φιλία γενναιόδωρα.
Έδωσε διαμάντια, χρυσό, πετρέλαιο, κοβάλτιο, χαλκό, και ότι άλλο πολύτιμο είχε η γη του Κονγκό στα σπλάχνα της.
Το ανεξάρτητο Κονγκό γίνεται πάλι αποικία. Και όταν ο Μομπούτου αποδήμησε εις Κύριον,
άφησε μια περιουσία ίση με το δημόσιο χρέος. Ήταν η δεύτερη δόση του δώρου
του από την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για τις υπηρεσίες του. Λίγοι
γνωρίζουν πως οι δυο αυτοί οργανισμοί είναι μηχανές πολέμου.
Κάνουν τις πρώην αποικίες, πάλι αποικίες. Αυτή τη φορά όχι με οβίδες, αλλά με χρέος.”
Μέσος Έλληνας
“Θέλουμε την σωτηρία μας και αγαπάμε την καταστροφή μας. Ψηφίζουμε κόμματα που μας έπεισαν με ψέμματα
και πιστέψαμε πως θα βρούμε δουλειά με την ψήφο μας. Και πάντα περιμένουμε στις ατέλειωτες ουρές παντού.
Θυμώνουμε, αγανακτούμε, βρίζουμε. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτα. Ξαναγυρίζουμε στα ίδια.
Έτσι έχουμε συνηθίσει. Την καταστροφή μας την ξέρουμε. Αυτό μας δίνει σιγουριά. Το άγνωστο είναι αβέβαιο.
Και αυτό μας τρομάζει.”
Ξέρω πώς είναι ο θάνατος
Ξέρω πώς είναι ο θάνατος
…και θα ‘χω αφήσει τόσα πίσω.
Ιδέες, αποφάσεις και αυτή την συγκατοίκηση με τον Μπαχ,
που ‘ταν ασφυκτική.
…και ένας ακόμα άγνωστος, θα μείνει, με τους αγνώστους.
Μπορεί και να θυμάμαι τα χέρια σου, τα μάτια σου, την πέτρα που έσκυψες και μάζεψες δίπλα από την θάλασσα.
Για αυτό σου λέω, ξέρω πώς είναι ο θάνατος
Μια άλλη βραδιά όπως όλες οι άλλες..
«Γι αυτό σου λέω, ξέρω πως θα είναι ο θάνατος μια απλή βραδιά»
[…]