|
Μπορίς Παστερνάκ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο γιατρός Γιούρι Ζιβάγκο, oρφανός από μικρός, γόνος μιας αριστοκρατικής οικογένειας κι ορφανός από μικρός, παίρνει μέρος ως στρατιωτικός γιατρός στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, κάνει μια επώδυνη εξωσυζυγική σχέση, συλλαμβάνεται από τους αντάρτες του Κόκκινου Στρατού και τους υπηρετεί υποχρεωτικά για δυο χρόνια και μέσω της ζωής του αναπαριστάται η κοινωνία στην Ρωσία των πρώτων δεκαετιών του 20ου αώνα, από τη Φεβρουαριανή Επανάσταση του 1905, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Οκτωβριανή Επανάσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο, μέχρι τον θάνατο του ήρωα το 1928. |
|---|
Μπορίς ΠαστερνάκΔόκτωρ ΖιβάγκοΠροχωρούσαν, προχωρούσαν κι έψελναν «Αιωνία σου η μνήμη», κι ακόμη κι όταν στέκονταν έμοιαζε σα να συνέχιζαν να ψέλνουν στον ίδιο ρυθμό, τα πόδια, τ' άλογα, η πνοή του ανέμου.Οι περαστικοί παραμέριζαν να περάσει η νεκρική πομπή, μετρούσαν τα στεφάνια κι έκαναν το σταυρό τους. Οι περίεργοι έμπαιναν στην ακολουθία, ρωτούσαν πως τον λένε τον νεκρό;». Τους απαντούσαν «Ζιβάγκο». «Α, μάλιστα. Α, έτσι!» «Όχι αυτόν, όμως. Εκείνη κηδεύουν.» «Το ίδιο κάνει. Αιωνία της η μνήμη. Είναι μιας πρώτης τάξεως κηδεία.» Σπινθήρισαν και τα τελευταία λεπτά, λεπτά μετρημένα, δίχως επιστροφή. «Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η Οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή.» Ο ιερέας σταύρωσε τη Μαρία Νικολάγιεβνα κι έριξε πάνω της μια χούφτα χώμα. Έψαλαν το «μετά πνευμάτων δικαίων». Άρχισε μια φοβερή βιασύνη. Έκλεισαν το φέρετρο, το σφράγισαν, άρχισαν να το κατεβάζουν στη γη. Σαν τυμπανοκρουσία, μια βροχή χαλίκια από τέσσερα φτυάρια τράνταξε και σκέπασε το ξύλινο φέρετρο. Ένας μικρός λόφος σχηματίστηκε. Πάνω στο λόφο σκαρφάλωσε ένα δεκάχρονο αγόρι. Μονάχα η αποβλάκωση κι η αναισθησία που κυριεύουν συνήθως τον κόσμο στο τέλος μιας κηδείας, μπορούσαν να δημιουργήσουν την εντύπωση πως το αγόρι σκόπευε να βγάλει λόγο πάνω στον τάφο της μη τέρας του, Σήκωσε το κεφάλι και με βλέμμα άδειο στράφηκε στις φθινοπωρινές ερημιές και στους θόλους του μοναστηριού. Με την πλακουτσωτή του μύτη έκανε ένα μορφασμό. Ο λαιμός του τεντώθηκε. Αν ήταν λυκόπουλο, η κίνηση αυτή θα έδινε το σύνθημα πως ετοιμαζόταν ν' αρχίσει το ουρλιαχτό. Το αγόρι έκρυψε το πρόσωπο με τα χέρια του και ξέσπασε σε λυγμούς. Ένα περαστικό σύννεφο άρχισε να το ραντίζει στα χέρια και στο πρόσωπο με τις ψιχάλες μιας ξαφνικής, παγερής νεροποντής. Στον τάφο πλησίασε ένας άνθρωπος ντυμένος στα μαύρα, με μανίκια ζαρω μένα και στενά, που κολλούσαν στα μπράτσα του. Ήταν ο αδελφός της νεκρής, ο θείος του αγοριού που έκλαιγε. Το όνομά του, Νικολάι Νικο λάγιεβιτς Βεντενιάπιν, ιερέας που είχε αποφασίσει να ξυριστεί και να εγκαταλείψει το σχήμα. Ζύγωσε το αγόρι και το οδήγησε έξω από το νεκροταφείο. 2 Πέρασαν τη νύχτα σ' ένα από τα κελιά του μοναστηριού, που παρα χώρησαν στον θείο λόγω της παλιάς γνωριμίας. Ήταν παραμονή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Την επομένη θα πήγαιναν με τον θείο μακριά στο Νότο, σε μία από τις πόλεις της επαρχίας του Βόλγα, όπου ο πατήρ Νικόλαος εργαζόταν στον εκδοτικό οίκο της προοδευτικής εφημερίδας της περιοχής. Τα εισιτήρια αγορασμένα, τα πράγματά τους πακεταρισμένα κι έτοιμα στα κελιά για την αναχώρηση. Πέρα μακριά, από τον γειτονικό σταθμό, ο αέρας έφερνε στ' αυτιά τους τα σφυρίγματα από τα τρένα, καθώς έκαναν μανούβρες. Προς το βράδυ η θερμοκρασία έπεσε πολύ. Τα δυο παράθυρα στο ισόγειο έβλεπαν σε μια γωνιά του μικρού κήπου (με κίτρινες ακακίες και παγωμένα λασπόνερα, στο δρόμο που κατέληγε στο κοιμητήριο όπου το ίδιο πρωί είχαν κηδέψει τη Μαρία Νικολάγιεβνα. Ο κήπος ήταν άδειος, μονάχα λίγα λάχανα εδώ κι εκεί, που είχαν γίνει μπλε από το κρύο. Όταν φυσούσε, αι ακακίες σείονταν τα δαιμονισμένες και κείτονταν στο δρόμο. Τη νύχτα ο Γιούρα ξύπνησε από ένα χτύπημα στο παράθυρο. Το σκοτεινό κελί έλαμπε από ένα λευκό υπερφυσικό φως, Ο Γιούρα έτρεξε με το πουκάμισα στο παράθυρο και κόλλησε το πρόσωπό του στο κρύο τζάμι. Δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε το δρόμο ούτε το νεκροταφείο ούτε τον κήπο. Έξω, μονάχα η μανιασμένη θύελλα κι ο αέρας, που έκανε το χιόνι να καπνίζει, Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως η θύελλα γινόταν επίτηδες τόσο φοβερή. Σφύριζε κι ούρλιαζε και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να κινήσει το ενδιαφέρον του Γιούρα, σα να διασκέδαζε προκαλώντας του. Από τον ουρανό ατέλειωτα νήματα από άσπρο ύφασμα έπεφταν ασταμάτητα στη γη και σκέπαζαν με πέπλα το νεκρικό κρεβάτι. Η θύελλα ήταν μονάχα στον κόσμο. Κανένας δεν μπορούσε να την ανταγωνιστεί. Η πρώτη επιθυμία του Γιούρα, όταν απομακρύνθηκε από το παράθυρο ήταν να ντυθεί και να τρέξει στο δρόμο, σα να μπορούσε να κάνει κάτι. Απ' τη μια τον φόβιζε μήπως τα λάχανα του μοναστηριού παγώσουν και χρειαστεί να τα θάψουν, απ' την άλλη πως η μητέρα του, που βρισκόταν κάτω απ' το χιόνι δίχως τη δύναμη ν' αντισταθεί, θα βυθιζόταν ακόμη πιο βαθιά στη γη. Όλη ετούτη η ιστορία τελείωσε και πάλι με δάκρυα. Ο θείος του ξύπνησε, του μίλησε για τον Χριστό, τον παρηγόρησε, κι ύστερα χα σμουρήθηκε και τράβηξε σκεφτικός για το παράθυρο. Είχαν αρχίσει να ντύνονται. Ξημέρωνε. 3 Όσο ζούσε η μητέρα του, ο Γιούρα δεν ήξερε πως ο πατέρας τους τους είχε εγκαταλείψει από καιρό και ταξίδευε σε διάφορες πόλεις της Σιβηρίας και του εξωτερικού, πως γύριζε με γυναίκες και πως είχε εξανεμίσει τη μυθική περιουσία τους. Πάντοτε του 'έλεγαν πως ο πατέρας του βρισκόταν στην Πετρούπολη, στην αγορά. Συνήθως του μιλούσαν για την αγορά του Ιρμπίτ. Ύστερα η μητέρα του, πάντα της φιλάσθενη, αρρώστησε από φυματίωση κι άρχισε να ταξιδεύει στο νότο της Γαλλίας και στη Βόρεια Ιταλία. Ο Γιούρα είχε πάει δύο φορές μαζί της. Έτσι, σ' αυτή την αναστάτωση και σε μόνιμες απορίες κύλησε η παιδική του ηλικία. Πολύ συχνά τον άφηναν σε ξένα χέρια, σε χέρια που δεν ήταν ποτέ τους τα ίδια. Είχε συνηθίσει αυτές τις αλλαγές και μέσα σ' όλη τούτη τη σύγχυση η απουσία του πατέρα δεν του γεννούσε απορίες. Μικρό παιδάκι ακόμη, είχε προλάβει την εποχή που το όνομά του σήμαινε πολλά και διάφορα. Υπήρχαν η βιοτεχνία Ζιβάγκο, η Τράπεζα Ζιβάγκο, το οικοδομικό συγκρότημα Ζιβάγκο, ο κόμπος γραβάτας Ζιβάγκο, η καρφίτσα γραβάτας Ζιβάγκο, ακόμη κι ένα γλυκό, σε στρογγυλή φόρμα, σαν κέικ με ρούμι, έφερε το όνομα αυτό. Στη Μόσχα αρκούσε να πει κανείς στον αμαξά «πήγαινε με στο Ζιβάγκο», κι η άμαξα κινούσε ευθύς για το βασίλειο. Ένα ήσυχο πάρκο περικύκλωνε τη διαδρομή. Πάνω στα έλατα, τα κοράκια τίναζαν την πάχνη από τα λυγισμένα κλαδιά και τα κρωξίματά τους αντηχούσαν σαν τα ξερόκλαδα που σπάνε. Από τις νεόκτιστες οικοδομές τα πιο ακριβά σκυλιά έτρεχαν να προϋπαντήσουν τον ταξιδιώτη. Τα φώτα ήταν αναμμένα. Η νύχτα απλωνόταν. Όλα τούτα είχαν χαθεί. Ήταν φτωχοί. |