| Λι Πο ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ | |||
|---|---|---|---|
Λι Ποεπιλεγμένα ποιήματαΖΩΗΟ ζωντανός είναι ένας περαστικός ταξιδιώτης.Ο νεκρός, ένα άτομο που επιστρέφει σπίτι. Ένα σύντομο ταξίδι μεταξύ ουρανού και γης, Τότε, δυστυχώς! είμαστε η ίδια παλιά σκόνη δέκα χιλιάδων χρόνων. Το κουνέλι στο φεγγάρι βγάζει μάταια το ελιξίριο. Το δέντρο της αθανασίας, έχει καταρρεύσει σε αποκαΐδια. Ο άνθρωπος πεθαίνει, τα λευκά του κόκαλα είναι άφωνα, χωρίς καμία λέξη Ενώ τα πράσινα πεύκα αισθάνονται τον ερχομό της άνοιξης. Κοιτάζοντας πίσω, αναστενάζω. Κοιτάζοντας μπροστά, αναστενάζω ξανά. Τι είναι πολύτιμο σε αυτή την ζωή της φευγαλέας δόξας; » Η ΔικαίωσηΕάν ο ουρανός δεν αγαπούσε το κρασί,Το Άστρο του Κρασιού δεν θα υπήρχε στον ουρανό. Αν η γη δεν αγαπούσε το κρασί, Η Άνοιξη του Κρασιού δεν θα υπήρχε στη γη. Δεδομένου ότι ο ουρανός και η γη αγαπούν το κρασί, Γιατί ένας πότης να ντρέπεται; Το άσπρο κρασί, ακούω, Έχει την καταπραϋντική αρετή ενός συνετού, Ενώ το κόκκινο είναι πλούσιο, λένε, Όπως το εύφορο μυαλό των σοφών. Αφού τόσο ο συνετός όσο και ο σοφός είναι πότες, Γιατί να αναζητούν τους ομοίους τους μεταξύ των θεών και των δαιμόνων; Τρεις κούπες ανοίγουν την μεγάλη πόρτα στην ευδαιμονία. Πάρτε μια γεμάτη κανάτα και το σύμπαν είναι δικό σας. Αυτήν την έκσταση του κρασιού Ο νηφάλιος ποτέ δεν θα κληρονομήσει. Πολεμώντας Νότια Απ' Το ΚάστροΠολέμησαν τη περασμένη χρονιά.Στη πάνω όχθη του ποταμού Σανγκ-Καν. Πολεμούν αυτή τη χρονιά στα υψίπεδα των βουνών Λικ. Πλένουν τα σπαθιά και τις πανοπλίες τους στα κρύα κύματα της θάλασσας Τιάο-Τσιν. Τα άλογα τους ελευθερώνουν στα βουνά Τιαν κι εκείνα ψάχνουν το λιγοστό γρασίδι κάτω απ’ το χιόνι. Καιρό, πολύ καιρό πολεμούσαν, δέκα χιλιάδες μίλια απ' τα σπίτια τους μακριά. Οι πανοπλίες τους λιώσανε, οι στρατιώτες γεράσανε. Ω! οι πολεμόχαροι Τάταροι! Η μόνη τους διασκέδαση: η σφαγή, το μακελειό! Το μόνο θέαμα των ματιών τους, από τα αρχαία χρόνια: πεδιάδες με άσπρα κόκαλα και κίτρινη άμμο. Μάταιο ήταν, ο Αυτοκράτορας του Τσι-ιν που έχτισε το Μεγάλο Τείχος, ελπίζοντας τις μανιασμένες ορδές τους να εμποδίσει. Σ’ όλο το μήκος που διατρέχει τη χώρα το Τείχος, μέχρι τα μέρη της δυναστείας των Χαν, καίνε οι φρυκτωρίες. Οι φωτιές συνεχίζουν να καίνε! Ο πόλεμος δε θα σταματήσει ποτέ! Οι στρατιώτες πολεμούν και σκοτώνονται σε θανάσιμα αγκαλιάσματα στα πεδία των μαχών, την ώρα που τ’ άλογα τους πληγωμένα, ουρλιάζουν σπαρακτικά, τεντώνοντας τους λαιμούς τους στον έρημο ουρανό. Τα σταχτιά κοράκια και τα πεινασμένα όρνεα σκίζουν τα κορμιά και παίρνουν μαζί τους τα μακριά σπλάχνα των σκοτωμένων. Και τα κρεμάνε στα κλαδιά άψυχων, πεθαμένων δέντρων. Ω! οι στρατιώτες που για τόσο καιρό πολεμάνε -το αίμα τους ξέρανε ακόμα και τους θάμνους της ερήμου. Μα πέρα από αυτό, τί άλλο κατάφεραν οι στρατηγοί; Ξίφη και βέλη, επικίνδυνα, καταραμένα εργαλεία, για αφέντες συνετούς που σ' αυτά καταφεύγουν μόνον όταν δε μπορούν να κάνουν αλλιώς. ΕμπιστευτικόΉταν το κρασίσε μια κούπα χρυσή και μια κοπέλα δεκαπέντε χρονών απ' το Βου τα φρύδια της μαύρα βαμμένα τα παντοφλάκια της άλικα, χρυσά κεντημένα. Κι αν στα λόγια δεν ήτανε τόσο καλή τραγουδούσε όμως τόσον ωραία! Φάγαμε κι ήπιαμε μαζί και φώλιασε στο τέλος στην αγκαλιά μου. Πίσω από τις κουρτίνες τις στολισμένες με κόκκινους λωτούς πώς μπορούσα να αρνηθώ τον πειρασμό των θέλγητρων της; |