ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ ΠΟΜΠΗ:
Δεν έγραψα κάποια αλληγορική εικόνα των μαρτυρίων κάποιου προφήτη κατατρεγμένου από την πατρίδα του, Δυστυχώς όχι! Αυτό που έγραψα ονομάζεται «πομπή» και με αυτό τον τρόπο τιμωρούν οι άνδρες της γυναίκες τους όταν τους απατούν: είναι μια ηθογραφική σκηνή που την είδα ακριβώς όπως την περιγράφω, στις 15 Ιουλίου του 1891 στο χωριό Καντιμπόφσκα της επαρχίας του Χέρσον.

ΜΑΞΙΜ ΓΚΟΡΚΙ

Η ΠΟΜΠΗ

Στο δρόμο του χωριού, ανάμεσα στ’ άσπρα σπιτάκια, τραβάει με άγρια ουρλιάσματα μια παράξενη συνοδεία. Ένα πλήθος από λαό προχωράει, βαδίζει πυκνό κι αργά, κουνιέται σαν ένα μεγάλο κύμα. Μπροστά πηγαίνει ένα κακόμοιρο αλογάκι: όταν σηκώνει το ένα από τα μπροστινά του πόδια, κουνάει τόσο κωμικά το κεφάλι του που θαρρείς πως το στόμα θ’ ακουμπήσει στις σκόνες του δρόμου, κι όταν τραβάει το πισινό του πόδι, λες και θα καθίσει καταγής. Στο μπροστινό μέρος του αμαξιού, που το σέρνει το αλογάκι, είναι δεμένη με ένα σκοινί μια μικρόσωμη, ολότελα γυμνή γυναίκα, σχεδόν παιδί ακόμα. Περπατάει από το ένα πλευρό του αμαξιού με παράξενο βήμα. Το κεφάλι της με κατάμαυρα, πυκνά σουρομαδημένα μαλλιά είναι στραμμένο προς τα πάνω και γέρνει λίγο προς τα πίσω, τα μάτια της ορθάνοιχτα, κοιτάζουνε μακριά και πέρα με ένα ηλίθιο βλέμμα. Το κορμί της είναι καταματωμένο, το αριστερό από τα ελαστικά, κοριτσίστικα στήθια της είναι καταξεσκισμένο και τρέχει αίμα. Μια κόκκινη γραμμή σέρνεται στην κοιλιά της και το αριστερό της σκέλος, ίσαμε κάτω, στο γόνατο. Πιο κάτω η αιμάτινη γραμμή είναι σκεπασμένη με μια σκούρα κρούστα από σκόνη. Φαίνεται πως από το σώμα της γυναίκας αυτής έχει ξεγδαρθεί μια μακριά στενή λουρίδα του πετσιού της, και πως την έχουν δείρει στην κοιλιά με ξύλο, γιατί είναι φοβερά πρησμένη και κατάμαυρη. Τα χαριτωμένα και μικρά πόδια της μόλις που αγγίζουν το χώμα, ολόκληρο το σώμα της είναι κυρτωμένο και τρεκλίζει, πότε από δω και πότε από κει, έτσι που δεν μπορεί να καταλάβει κανείς πως βαστιέται ακόμη αυτή η γυναίκα στα πόδια της, που κι αυτά είναι καταματωμένα, και πως δεν πέφτει καταγής να συρθεί πίσω από το αμάξι στο δρόμο..

Πάνω στο αμάξι κάθεται ένας μεγαλόσωμος χωρικός με μια άσπρη μπλούζα κι ένα μαύρο καπέλο, που από κάτω του προβάλλουν κάτι ξανθές μπούκλες. Στο ένα χέρι κρατάει τα γκέμια κα στο άλλο το μαστίγιο, μια μαστιγώνει τα καπούλια του αλόγου, μια το κορμί της μικρόσωμης, ολότελα παραμορφωμένης γυναίκας. Τα μάτια του ξανθού χωρικού είναι πλημμυρισμένα με αίμα και σπινθηροβολούν από χαρά και μοχθηρία. Τα μαλλιά του δείχνουν ακόμη πιο πράσινα τα πρασινωπά του μάτια. Τα ανασκουμπωμένα του μανίκια ξεσκεπάζουν κάτι δυνατά, τριχωτά μπράτσα, το στόμα του είναι ανοιχτό και γεμάτο κοφτερά κάτασπρα δόντια. Κάθε τόσο φωνάζει ο χωρικός:
«Να στρίγγλα, α! α! Πάρε κι αυτήν, πάρε και τούτην. Δεν είναι έτσι βρε παιδιά;»
Πίσω από το αμάξι και τη γυναίκα βαδίζει ένα μεγάλη πλήθος από λαό και φωνάζει, ουρλιάζει, γελάει, σφυρίζει, πειράζει. Νέοι τρέχουν από πίσω και πολλοί από αυτούς πηγαίνουν κοντά της και της φωνάζουν ξεδιάντροπα λόγια. Τότε ένα ηχηρό γέλιο σκεπάζει όλες τις άλλες φωνές, καθώς και το σφύριγμα που κάνει το καμουτσίκι στον αέρα. Γυναίκες με ξαναμμένα τα πρόσωπα τους και μάτια που λάμπουν από χαρά ακολουθούνε. Άνδρες φωνάζουν στον χωρικό που κάθεται στο αμάξι κάτι βρώμικο. Εκείνος γυρίζει πίσω και γελάει ανοίγοντας το στόμα του πλατιά. Μια καμουτσιά πέφτει τώρα πάνω στο κορμί της γυναίκας. Το λιανό και μακρύ καμουτσίκι διπλώνεται γύρω από τον ώμο της και σφηνώνεται κάτω από την μασκάλη της. Τότε ο χωρικός τραβάει με φόρα το μαστίγιο προς το μέρος του. Η γυναίκα βγάζει μια δυνατή κραυγή και πέφτει ανάσκελα. Πολλοί από το πλήθος τρέχουν κοντά της και σκύβουν από πάνω της ευχαριστημένοι. Το αλογάκι για μια στιγμή σταματάει, ύστερα όμως ξαναρχίζει το δρόμο του και η γυναίκα σέρνεται πάλι πίσω από το αμάξι και πάνω στο δρόμο. Το φτωχό αλογάκι, προχωρώντας αγάλια αγάλια κουνάει το κεφάλι του σαν να ήθελε να πει: «Είναι ντροπή να είναι κανείς ζώο! Σε κάθε ατιμία είναι αναγκασμένος να παίρνει μέρος». Ο ουρανός, ο καλοκαιρινός ουρανός είναι κατακάθαρος και δίχως το παραμικρό συννεφάκι, ο ήλιος πλημμυρίζει τον κόσμο με τις φλογισμένες του αχτίδες.