ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Μαρσέλ Προυστ

Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο

Απο τη μεριά του Σουάν

Οι πρώτες σελίδες

Γιὰ χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα τὸ κερί, τὰ μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ὥστε δὲν πρόφταινα ν' ἀναλογιστῶ: «Με παίρνει ὁ ὕπνος.» Καί, μισὴ ὥρα ἀργότερα, ἡ σκέψη πὼς καιρὸς ἦταν πιὰ ν' ἀναζητήσω τὸν ὕπνο μὲ ξυπνοῦσε• ἤθελα ν' ἀκουμπήσω τὸ βιβλίο που νόμιζα πως κρατοῦσα ἀκόμα στὰ χέρια μου καὶ νὰ σβήσω τὸ φῶς• δὲν εἶχα πάψει ὅσο κοιμόμουν νὰ κάνω συλλογισμούς πάνω σ' ὅ,τι εἶχα μόλις διαβάσει, οἱ συλλογισμοὶ ὅμως αὐτοὶ εἶχαν ἀκολουθήσει ἕναν κάπως παράξενο δρόμο• εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς ἤμουν ἐγὼ ὁ ἴδιος αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε τὸ βιβλίο: μία ἐκκλησία, ἕνα κουαρτέτο, ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ Φραγκίσκου Α'δ καὶ τοῦ Καρόλου Κουίντου.

“ Αὐτὴ ἡ πεποίθηση βαστοῦσε λίγα δευτερόλεπτα ὕστερα ἀπὸ τὸν ξύ πνο μου• δὲν μοῦ φαινόταν παράλογη, ἀλλὰ βάραινε τὰ μάτια μου σὰν ἀχλὴ καὶ τὰ ἐμπόδιζε ν᾿ ἀντιληφθοῦν πὼς τὸ κερὶ δὲν ἦταν πιὰ ἀναμμένο. Ύστερα ἡ πεποίθηση αὐτὴ ἄρχιζε νὰ μοῦ γίνεται ἀκατανόητη, όπως οἱ σκέψεις μιᾶς προγενέστερης ζωῆς στὴ μετεμψύχωση• τὸ θέμα τοῦ βιβλίου μοῦ γινόταν ξένο, ἤμουν ἐλεύθερος νὰ ταυτιστῶ μαζί του ἢ ὄχι• τὴν ἴδια στιγμὴ ξανάβρισκα τὸ φῶς μου κι ἀποροῦσα βλέποντας γύρω μου ένα σκοτάδι, ἀπαλὸ καὶ ξεκουρα στικὸ γιὰ τὰ μάτια μου, κι ἴσως πιότερο ἀκόμα γιὰ τὸ μυαλό μου, ποὺ τοῦ φαινόταν σὰν κάτι ἀδικαιολόγητο, ἀκατανόητο, σὰν κάτι ἀληθινὰ σκοτεινό.

Αν αναρωτιόμουν τί ὥρα μποροῦσε νά 'ναι• ἄκουγα τὸ σφύριγμα τῶν τραίνων πού, κοντινὸ ἢ ἀπόμακρο, όπως κελάηδημα πουλιοῦ στὸ δάσος, φανερώνει τὶς ἀπο στάσεις, μοῦ περιχάραζε τὴν ἔκταση τοῦ ἔρημου κάμπου, ὅπου ὁ ταξιδιώτης προχωρεῖ βιαστικὰ γιὰ νὰ φτάσει στὸν ἑπόμενο σταθμό• καὶ τὸ μονοπάτι ποὺ ακολουθεί θα χαραχτεί στην κνήμη του ἀπ' τὸν ἐρεθισμὸ ποὺ προκάλεσαν καινούργιοι τόποι, πράξεις ἀσυνήθιστες, ἡ πρόσφατη συζήτηση κι ὁ ἀποχαιρετισμὸς κάτω ἀπ' τὴν ξένη λάμπα ποὺ τὸν συντροφεύουν ἀκόμα μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, ἡ γλυκιὰ γαλήνη τῆς ἐπιστροφῆς σὲ λίγο.

᾿Ακουμποῦσα τρυφερὰ τὰ μάγουλά μου πάνω στὰ ὄμορφα καὶ φουσκωτὰ μαξιλάρια πού, γεμάτα καὶ δροσερά, εἶναι σὰν τὰ μάγουλα τῆς παιδικῆς μας ηλικίας. Άναβα ένα σπίρτο γιὰ νὰ κοιτάξω τὸ ρολόι μου. Σχεδόν μεσάνυχτα, Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄρρωστος, ἀναγκασμένος νὰ φύγει ταξίδι καὶ νὰ κοιμηθεῖ σ' ἕνα ἄγνωστο ξενοδοχεῖο, ξυπνὰ ἀπὸ μιὰ ξαφνικὴ κρίση, καὶ χαίρεται βλέπον τας κάτω ἀπ' τὴν πόρτα μιὰ γραμμὴ ἀπ' τὸ φῶς τῆς μέρας. Τί εὐτυχία, εἶναι κιόλας πρωί! Σὲ λίγο θὰ σηκωθοῦν οἱ ὑπηρέτες, θὰ μπορεῖ νὰ χτυπήσει τὸ κουδούνι, θά 'ρθουν νὰ τοῦ προσφέρουν βοήθεια. Ἡ ἐλπίδα πὼς θ' ἀνακουφιστεῖ τοῦ δίνει τὴ δύναμη νὰ ὑπομείνει. Νά, τοῦ φάνηκε πὼς ἄκουσε βήματα• τὰ βή ματα πλησιάζουν, ὕστερα ἀπομακρύνονται. Κι ἡ φωτεινὴ γραμμὴ τῆς μέρας, ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπ' τὴν πόρτα του, ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Εἶναι μεσάνυχτα• μόλις ἔσβησαν τὸ γκάζι• ὁ τελευταῖος ὑπηρέτης ἔφυγε καὶ θὰ πρέπει τώρα νὰ μείνει ὅλη τὴ νύχτα ὑποφέροντας, χωρὶς γιατρικό.

Μ' ἔπαιρνε ξανὰ ὁ ὕπνος καὶ συχνὰ ξυπνοῦσα μόνο γιὰ λίγο, γιὰ μιὰ στιγ μή, ὅσο γιὰ ν' ἀκούσω τὴν ξυλεία νὰ τρίζει ἀπὸ μόνη της στοὺς σανιδωμένους τοίχους, ν᾿ ἀνοίξω τὰ μάτια μου καὶ νὰ τὰ καρφώσω στὸ καλειδοσκόπιο τοῦ σχο ταδιοῦ, νὰ γευτῶ χάρη σ' ἕνα στιγμιαῖο ἀμυδρὸ φῶς τῆς συνείδησης τὸν ὕπνο ποὺ σκέπαζε τὰ ἔπιπλα, τὸ δωμάτιο, τὸ σύνολο αὐτὸ ποὺ ἐγὼ δὲν ἤμουν παρὰ ένα μικρό του κομμάτι καὶ ποὺ γυρνοῦσα γρήγορα νὰ ἑνωθῶ μὲ τὴν ἀσύνειδή του ύπαρξη. Ἢ ἀκόμα, ὅταν μέσα στὸν ὕπνο μου συναντοῦσα χωρὶς προσπά θεια μιὰν ἡλικία ἀπ' τὴν πρωτινή μου ζωὴ πού 'χε διαβεῖ γιὰ πάντα, καὶ ξα νάβρισκα μιὰν ἀπ᾿ τίς παιδικές μου φοβίες, μήπως λόγου χάρη ὁ μεγάλος μου θεῖος μὲ τραβήξει ἀπ' τὶς μποῦκλες τῶν μαλλιῶν μου, φοβία πού εἶχε διαλυθεῖ τὴ μέρα ——ἀπαρχὴ γιὰ μένα μιᾶς καινούργιας ἐποχῆς— ποὺ μοῦ τὶς ἔκοψαν. Είχα ξεχάσει όσο κοιμόμουν τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, ξανάβρισκα ὅμως τὴν ἀνάμνησή του μόλις κατόρθωνα νὰ ξυπνήσω γιὰ νὰ γλιτώσω ἀπ' τὰ χέρια τοῦ μεγάλου Belou μου, ἀλλὰ καὶ πάλι, γιὰ περισσότερη σιγουριά, σκέπαζα ὁλότελα τὸ κ φάλι μου μὲ τὸ μαξιλάρι πρὶν ξαναγυρίσω στὸν κόσμο τῶν ὀνείρων.

Μερικές φορές, όπως η Εύα γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ πλευρὰ τοῦ ᾿Αδάμ, μιὰ γυναίκα γεννιόταν, ὅσο κοιμόμουν, ἀπὸ μιὰν ἄβολη θέση τοῦ μηροῦ μου. Φτιαγμένη ἀπὸ τὴν ἡδονὴ ποὺ ἤμουν ἕτοιμος νὰ γευτῶ, φανταζόμουν πὼς ἐκείνῃ ἦταν ποὺ μοῦ τὴν πρόσφερνε. Τὸ κορμί μου, νιώθοντας μέσα στὸ δικό της τὴ δική μου ζεστασιά, γύρευε νὰ σμίξει μαζί του, ξυπνοῦσα. Οἱ ἄλλοι θνητοὶ μοῦ φαίνονταν πολὺ μακρινοὶ σὲ σχέση μ' αὐτὴ τὴ γυναίκα πού 'χα ἐγκαταλείψει πρὶν ἀπὸ λίγες μόλις στιγμές• τὸ μάγουλό μου ἦταν ἀκόμα ζεστὸ ἀπ' τὸ φιλί της, τὸ σῶμα μου όλο κομμάρα ἀπ' τὸ βάρος τοῦ κορμιοῦ της. Αν, όπως τύχαινε καμιὰ φορά και εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς γυναίκας πού 'χα γνωρίσει στὴ ζωή, ἤθελα ν' ἀφοσιωθῶ ὁλότελα σ' ἕνα σκοπό: νὰ τὴν ξαναβρῶ, σὰν αὐτοὺς ποὺ φεύγουν ταξίδι γιὰ νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους μιὰ πολυπόθητη πολιτεία καὶ φαντάζονται πὼς μποροῦν νὰ γευτοῦν στὴν πραγματικότητα τὴ γοητεία τοῦ ὀνείρου. Σιγὰ σιγὰ ἡ ἀνάμνησή της ἔσβηνε, εἶχα ξεχάσει τὸ κορίτσι ποὺ εἶδα στ' όνειρό μου.
Από «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας, εκδόσεις Ηριδανός.

(Αποσπάσματα)

…Ένας άνθρωπος που κοιμάται κρατά σε κύκλο ολόγυρά του το νήμα που δένει τις ώρες, την τάξη που ακολουθούν τα χρόνια και οι κόσμοι. Τα συμβουλεύεται όλ’ αυτά με το ένστικτό του μόλις ξυπνήσει και διαβάζει σ’ ένα δευτερόλεπτο το σημείο της γης που κατέχει ο ίδιος, το χρόνο που κύλησε όσο κοιμόταν• όμως οι σειρές τους μπορούν να μπερδευτούν, να κοπούν. Αν τα ξημερώματα, ύστερα από αϋπνία, τον πάρει ο ύπνος ενώ διαβάζει, σε μια στάση πολύ διαφορετική απ’ αυτή που συνηθίζει όταν κοιμάται, τότε το υψωμένο χέρι του αρκεί να σταματήσει τον ήλιο, να τον κάνει να υποχωρήσει και, στην πρώτη στιγμή του ξύπνου του, δεν θα γνωρίζει πια την ώρα, θά ‘χει την εντύπωση πως μόλις πλάγιασε να κοιμηθεί…

[...]
Αναρωτιόμουν τι ώρα μπορούσε νά ‘ναι· άκουγα το σφύριγμα των τραίνων που, κοντινό ή απόμακρο, όπως το κελάηδημα πουλιού στο δάσος φανερώνει τις αποστάσεις, μου περιχαράζει την έκταση του έρημου κάμπου, όπου ο ταξιδιώτης προχωρεί βιαστικά για να φτάσει στον επόμενο σταθμό· και το μονοπάτι που ακολουθεί θα χαραχτεί στη μνήμη του απ’ τον ερεθισμό που προκάλεσαν καινούργιοι τόποι, πράξεις ασυνήθιστες, η πρόσφατη συζήτηση κι ο αποχαιρετισμός κάτω απ’ την ξένη λάμπα που τον συντροφεύουν ακόμα μέσα στη σιωπή της νύχτας, η γλυκειά γαλήνη της επιστροφής σε λίγο.

[...]
… η καρδιά μου φούσκωνε, λες κι ένας καλός θεός μου είχε επιστρέψει αυτή τη σκέψη κι είχε αναγνωρίσει πως ήταν θεμιτή κι ωραία. Τύχαινε, καμιά φορά, μια σελίδα του να λέει: αυτά τα ίδια πράγματα που έγραφα συχνά το βράδυ στη γιαγιά μου και στη μητέρα μου όταν έμενα άϋπνος, και τότε η σελίδα αυτή του Μπεργκότ μου φαινόταν σα μια συλλογή από επιγραφές για να τοποθετηθούν πάνω από τα γράμματά μου. Ακόμα κι αργότερα, όταν άρχισα να γράφω ένα βιβλίο με μερικές φράσεις, που η ποιότητά τους δεν στάθηκε αρκετή να με πείσει: για να συνεχίσω, ξαναβρήκα το αντίστοιχό τους στον Μπεργκότ. Αλλά μόνο τότε, όταν τις διάβαζα στο έργο του, μπορούσα να τις χαρώ• όταν τις έγραφα εγώ ο ίδιος, στη προσπάθειά μου να τις κάνω ν’ αποδώσουν αυτό ακριβώς που διέκρινα στη σκέψη μου, κι από φόβο μήπως δεν κάνω «κάτι που να μοιάζει», δεν είχα τον καιρό ν’ αναρωτηθώ αν αυτό που έγραφα ήταν ευχάριστο! Στην πραγματικότητα όμως μόνο τέτοιες φράσεις, μόνο τέτοιες σκέψεις αγαπούσα αληθινά…

[…]
…Γιατί στα επόμενα βιβλία του, όταν έκανε κάποια αναφορά σε μια μεγάλη αλήθεια ‘η στο όνομα μιας φημισμένης εκκλησίας, έκοβε την αφήγησή του και, με μιαν επίκληση, μιαν αποστροφή, μια μεγάλη προσευχή, άφηνε απόλυτα ελεύθερα αυτά τα ξεσπάσματα, που στα πρώτα του έργα περιορίζονταν εσωτερικά στον πεζό του λόγο και τα διέκρινες μόνο σε κάποιους κυματισμούς στην επιφάνεια, κυματισμούς πιο απαλούς ίσως ακόμα, πιο αρμονικούς, όταν έμεναν έτσι κρυφοί και δεν μπορούσες να πεις με ακρίβεια που γεννιόταν και που έσβηνε το ψιθύρισμά τους. Αυτά τ’ αποσπάσματα, που τα χαιρόταν κι ο ίδιος, ήταν και τ’ αποσπάσματα που προτιμούσαμε. Εγώ τουλάχιστον τα ήξερα απ’ έξω. Λυπόμουν μόλις ξανάπιανε το νήμα της αφήγησης. Κάθε φορά που μιλούσε για κάτι που η ομορφιά του δε μου είχε ως τότε αποκαλυφθεί, για τους πευκώνες, για το χαλάζι, για την Παναγία των Παρισίων, για την Αταλία ή τη Φαίδρα, κατόρθωνε με μιαν εικόνα να κάνει να ξεχυθεί ως μέσα μου αυτή η ομορφιά…

[…]
…η επινοητικότητα του πρώτου μυθιστορήματος στάθηκε ότι κατάλαβε πως στο μηχανισμό των συναισθημάτων μας, αφού η εικόνα είναι το μόνο ουσιαστικό στοιχείο, η απλοποίηση που θα πήγαινε να καταργήσει καθαρά και ξάστερα τα πραγματικά πρόσωπα θα ήταν μια αποφασιστική τελειοποίηση. Έναν πραγματικό άνθρωπο, όσο βαθιά κι αν τον συμπαθούμε, τον βλέπουμε ως ένα μεγάλο βαθμό με τις αισθήσεις μας, παραμένει δηλαδή για μας αδιαπέραστος, προσφέρει ένα νεκρό βάρος που η ευαισθησία μας δεν μπορεί να το σηκώσει. Αν σου τύχει κάποιο κακό, μόνο σ’ ένα ελάχιστο τμήμα την συνολικής ιδέας που έχουμε γι’ αυτόν θα μπορούσαμε να συγκινηθούμε· κι ακόμα περισσότερο, μόνο σ’ ένα τμήμα της συνολικής ιδέας που έχει για τον εαυτό του θα μπορέσει ο ίδιος να συγκινηθεί…

[…]
«Σταματούσα για να δω πάνω στο τραπέζι, όπου η παραμαγείρισσα τα είχε μόλις ξεφλουδίσει, μπιζέλια αραδιασμένα και μετρημένα στη σειρά σαν πράσινες μπίλλιες σ’ ένα παιχνίδι· αλλά στεκόμουν γεμάτος θαυμασμό μπροστά στα σπαράγγια, που έχουν χρώμα θαλασσί και ροζ και η μυτερή άκρη τους, με λεπτότατες πινελιές μωβ και γαλάζιες, ξεθωριάζει ανεπαίσθητα ως τη ρίζα τους –λερωμένη ακόμα από το χώμα του φυτούμε ιριδισμούς που δεν είναι γήϊνοι. Είχα την εντύπωση πως οι ουράνιες αυτές αποχρώσεις πρόδιδαν τα γλυκύτατα πλάσματα που, κάτω απ’ τη μεταμφίεση της σφιχτής και γευστικής τους σάρκας, άφηναν να διαφανεί, σ’ αυτά τα χρώματα που γεννιούνται με τη χαραυγή, σ΄ αυτές τις απόπειρες ουράνιου τόξου, σ’ αυτό το σβήσιμο γαλανής βραδιάς, η πολύτιμη ουσία, που την αναγνώριζε και πάλι, όταν όλη η νύχτα μετά το δείπνο, όπου είχα φάει σπαράγγια, τα πλάσματα τούτα έπαιζαν τις ποιητικές και άσεμνες φάρσες τους, όπως σε παραμύθι του Σαίξπηρ, μετατρέποντας το δοχείο μου σε βάζο με αρώματα…»


“Tόσες φορές στη ζωή μου, η πραγματικότητα με είχε απογοητεύσει, γιατί τη στιγμή που την συνελάμβανα, η φαντασία μου, που ήταν το μόνο όργανό μου για να χαρώ την ομορφιά, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί της, σύμφωνα με τον αδήριτο νόμο που λέει πως δεν μπορεί κανείς να φαντάζεται παρά μόνον αυτό που είναι απόν. Και να που ξαφνικά το αποτέλεσμα αυτού τού σκληρού νόμου βρέθηκε εξουδετερωμένο, από ένα υπέροχο τέχνασμα τής φύσης, που έκανε να φαντάζει μια αίσθηση – ο θόρυβος τού πιρουνιού και τού σφυριού, ο ίδιος τίτλος βιβλίου κ.λ.π. -ταυτοχρόνως στο παρελθόν, πράγμα που επέτρεπε στη φαντασία μου να το γευτεί, και στο παρόν, όπου η πραγματική ενεργοποίηση των αισθήσεών μου από τον θόρυβο, την επαφή με το ύφασμα κ.λ.π. είχε προσθέσει στα όνειρα τής φαντασίας αυτό που συνήθως τούς λείπει, την ιδέα τής ύπαρξης, και χάρη σ’ αυτήν την υπεκφυγή είχε επιτρέψει στον εαυτό μου να αποκτήσει, να απομονώσει, να ακινητοποιήσει – για το διάστημα μιας αστραπής – αυτό που δεν συλλαμβάνει ποτέ: ένα κομμάτι καθαρού χρόνου.

Το ον που αναγεννήθηκε μέσα μου, όταν με τέτοια ανατριχίλα χαράς είχα ακούσει τον θόρυβο, κοινό και για το κουτάλι που ακουμπάει στο πιάτο και για το σφυρί που χτυπάει τον τροχό, όταν είχα νοιώσει την ανισότητα των βημάτων μου πάνω στα σκαλοπάτια τής αυλής των Γκερμάντ και τού βαπτιστηρίου τού Αγίου Μάρκου, αυτό το ον δεν τρέφεται παρά με την ουσία των πραγμάτων, μόνο σ’ αυτήν βρίσκει την επιβίωσή του, τις απολαύσεις του. Μαραίνεται στην παρατήρηση τού παρόντος, το οποίο δεν μπορούν να τού προσφέρουν οι αισθήσεις, στην αντιμετώπιση ενός παρελθόντος, το οποίο η ευφυία του αποστεγνώνει, στην αναμονή ενός μέλλοντος, το οποίο η θέληση κατασκευάζει με τα θραύσματα τού παρόντος και τού παρελθόντος, από την πραγματικότητα των οποίων και πάλι αφαιρεί, κρατώντας από αυτά ό,τι ταιριάζει στον ωφελιμιστικό σκοπό, στενά ανθρώπινο, που τούς αποδίδει.

Αλλά αρκεί ένας θόρυβος, μια μυρουδιά, που ακούστηκε ή μυρίστηκε κάποτε, να παρουσιαστούν ξανά, ταυτοχρόνως μέσα στο παρόν και μέσα στο παρελθόν, πραγματικοί χωρίς να είναι επίκαιροι, ιδανικοί χωρίς να είναι αφηρημένοι, ώστε αμέσως η διαρκής και συνήθως κρυμμένη ουσία των πραγμάτων να βρεθεί ελεύθερη και ο πραγματικός εαυτός μας, που ενίοτε για καιρό έμοιαζε νεκρός, αλλά δεν ήταν τελείως, να ξυπνήσει, να ζωντανέψει δεχόμενος την θεία τροφή που τού προσφέρεται. Ένα λεπτό απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου επαναδημιούργησε μέσα μας, για να μπορέσει αυτός να το νοιώσει, τον άνθρωπο απελευθερωμένο από την τάξη τού χρόνου. Και γι αυτό είναι κατανοητό να εμπιστεύεται τη χαρά του, ακόμα κι αν η γεύση απλώς ενός μπισκότου δεν μπορεί να περικλείει τις αιτίες αυτής τής χαράς, είναι κατανοητό η λέξη “θάνατος” να μην έχει νόημα γι’ αυτόν. Αφού βρίσκεται έξω από τον χρόνο, τι μπορεί να φοβάται από το μέλλον; Σ’ αυτήν την στοχαστική παρατήρηση τής ουσίας των πραγμάτων ήμουν τώρα αποφασισμένος να προσκολληθώ, να την αποτυπώσω, αλλά πώς; Με ποιo μέσο;

“Δεν ήθελα πια να αφήσω το εαυτό μου σε ψευδαισθήσεις για άλλη μια φορά, γιατί επρόκειτο να γνωρίσω πλέον, αν ήταν πράγματι δυνατόν να πετύχω αυτό που, πάντοτε απογοητευμένος όπως ήμουν απ’ την παρουσία των τόπων και των ανθρώπων, είχα (μολονότι για μια φορά ένα κομμάτι μουσικής τού Βεντέιγ πήγε να με πείσει για το αντίθετο) πιστέψει ως ακατόρθωτο. Δεν επρόκειτο λοιπόν να πειραματιστώ και πάλι προς την κατεύθυνση που από καιρό ήξερα πως δεν οδηγεί πουθενά. Εντυπώσεις σαν αυτές που γύρευα να αποτυπώσω δεν μπορούσαν παρά να εξαφανιστούν, αν ερχόντουσαν σε επαφή με μιαν άμεση απόλαυση που υπήρξε ανίκανη να τις γεννήσει. Ο μόνος τρόπος να τις γευτώ περισσότερο, ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω περισσότερο εκεί όπου βρισκόντουσαν, δηλαδή μέσα μου, να τις αποσαφηνίσω μέχρι τα βάθη τους…