Γιώργος Σαραντάρης

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Γιώργος Σαραντάρης

Ποιήματα

(ενδεικτικά)
1932

Εγώ δεν αγαπώ τίποτε άλλο

Εγώ δεν αγαπώ τίποτε άλλο
παρά οι μέρες να γίνουν πιο μεγάλες
πιο αργές,
και οι νύχτες πιο βαθιές
και από τον εαυτό μου να με κρύβουνε
σαν άγγελοι σαν θάνατοι γλυκοί.

Είσαι κλειστή
Είσαι κλειστή
σαν ένα σπίτι που κέντησε και σφάλησε ο κισσός
κι όπου γυρνάν τα περιστέρια
είσαι μυστικιά
σαν τις αθώες παιδούλες
που κρύβουν τη λαχτάρα τους
και κοκκινίζουνε
και αν εγώ τάχα σε αγάπησα
θαρρώ πως ήτανε ο έρως μου
ο εφηβικός ο έρως,
κάτι που μοιάζει την πρώτη αγάπη...
και στην ανάμνηση
μηχανικά
χαϊδεύω τα καστανά μαλλιά σου...

Ἀγαπημένη μου
Ἀγαπημένη μου, ἀπόψε μὲ βαραίνει μὲ κουράζει ἡ σιωπή·

Δὲν ὑπάρχουν ἄνθη στὸ τραπέζι,
καὶ τὸ πιάνο γίνεται περισσότερο πένθιμο
(δὲν ξέρω γιατί, μὰ εἶναι ὁλοφάνερο),
κι ὁ καθρέφτης καταπίνει κι αὐτὸς
κάθε μας λαχτάρα...

1933

Οι αγάπες επερίμεναν στον κήπο

Οι αγάπες επερίμεναν στον κήπο
ένα πρόσωπο φίλο
δεν γνώριζα ποιο·
ήθελαν να φύγω
μα η σκιά δεν άφηνε λέξη
να πούνε·
και κοίταζαν βουβές
απ' το πρόσωπό μου
στα δέντρα
κι εκείθε στον ουρανό·
ένιωθα τον πόνο τους
τον πόνο μου
ελυπόμουν μαζί τους
το χρόνο που έτρεχε μάταια
τη μέρα που έσβηνε άδεια
τη νύχτα που έκρυβε ακόμα
το πρόσωπο φίλο
που αυτές εποθούσαν
και δεν θα ήρχετο πια.

Ἡ ἀγάπη φυτρώνει
Ἡ ἀγάπη φυτρώνει
τώρα ποὺ λιποψυχᾷ ὁ ἔρωτας
καὶ συνήθεια - θέλει μὴ θέλει - γίνεται
ἡ τρυφερὴ συνάντηση δική μας
(ἄλλοτε εἴταν τόσο τρυφερή)
σέρνεται λυπημένη.

Τη θέα του κόσμου
Ὁ χρόνος διαφθείρει ἀόρατος
τὴ θέα τοῦ κόσμου·
ὁ ἄνθρωπος ἀφαιρεῖται
καὶ δὲν κοιτάζει,
κι ἂν κοιτάξει
δὲν βλέπει·
μέχρι τὸ θάνατο
τρώγεται ἀπὸ ἀόριστο πόθο
ἐνῶ τὸν διαφθείρει
κάποια δύναμη
πιὸ ἀόριστη ἀπὸ τὸ χρόνο.

1934

Διώχνω την παρουσία μου

Διώχνω τὴν παρουσία μου
ποὺ ἄφησα ἐλπίδα σὲ ὄνειρα καὶ σὲ λουλούδια
διώχνω τὰ τραγούδια ἀπ' τὴ φωνή μου·
γυρεύω τὸ ἄρωμα ποὺ τελειώνει
τὴ λάμψη μου
ποὺ θ' ἀπομείνει μιὰ στιγμὴ στὸν αἰθέρα
σὰν σβήσω
καὶ μὲ πικραίνει κάθε ἐπαφὴ
μὲ φάντασμα ἢ σῶμα
ὅταν σὲ ξαναβρίσκω θλιβερὴ συντροφιά μου,
παρουσία,
ὅπου κι' ἂν γείρεις τὴ θωριά σου,
σὰν σύννεφο ἢ σὰν γυναίκα.

Αν...
Αν εγώ εγκαταλείπω την πίστη στον εαυτό μου
τίποτα δεν είναι όμορφο πια

Αν εγώ φεύγω, πριν φτάσω στη στροφή
ο ουρανός σκεπάζεται απ' ομίχλη

Αν δεν αγαπήσω το κορίτσι μου,
πριν τη λησμονήσω θα μαραθεί

Κι αν πεθάνω πρόωρα,
στην αγαλλίαση του μεστού κορμιού
θα νιώσω άδεια τα χέρια μου
την ήσυχη μου στιγμή θα επηρεάσει

μελαγχολικά, το αδιάβαστο χρέος.

1935

Ο ύπνος της πικροδάφνης

Ἡ κόρη τοῦ σπιτιοῦ διασκεδάζει. Φτιάχνει ἀνθοδέσμες ἀπὸ γαρούφαλα ἀπὸ τριαντάφυλλα ἀπὸ μενεξέδες, καὶ τὶς πετάει σὲ ὅσους διαβάτες σταμάτησαν κάτω καὶ περιμένουν νὰ τὴν ἰδοῦν.

Περνάει ἕνας βλοσυρὸς ἄνθρωπος, καὶ σ' ἕναν τενεκὲ μαζεύει πέτρες. Βλέπει τὰ λουλούδια, ὅπως βλέπει κανεὶς τὰ σύννεφα· δὲν μπορεῖ νὰ τὰ πιάσει· θὰ τοῦ γλιστροῦσαν μέσα ἀπ' τὰ χέρια, ὅπως ὁ καπνὸς ἀπὸ τὰ σύννεφα.

Ὁ μικρὸς γιὸς ἑνὸς περιβολάρη σκέπτεται: Ἡ κόρη δὲν δείχνει, γιατὶ ἀσφαλῶς φοβᾶται μήπως ὁ ἀγέρας λερώσει τὴν ὀμορφιά της. Κρύβεται καὶ ξαποστέλνει τὰ δάκρυα τῆς μοναξιᾶς της. Ἡ ψυχή της γεμίζει ἀπὸ ἔρωτα, ὅπως ὁ λαιμός της ἀπὸ λυγμούς.

Οἱ ὥρες ἔγιναν γαρούφαλα τριαντάφυλλα μενεξέδες. Ἄλλο φῶς δὲν πέφτει στὸ δρόμο, ἄλλο τίποτε τὸ νωπὸ δὲν συμβαίνει! Ἀκόμα κι ὁ ἥλιος παραμερίζει τὰ μεσημέρια σὰν νὰ νιώθει πὼς τὸν ἐλησμόνησαν.

1936

Εμείς οι Έλληνες

Με τις ελιές με τα πεύκα
Με τα μάρμαρα με τη θάλασσα
Φυλάξαμε και άλλες αρετές
Δεν εξοφλήσαμε την ευφυία μας
Σ' έναν καιρό πιο ήμερο
Και πιο γενναίο
Δεν θα διστάσουμε
Δεν θα δειλιάσουμε
Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα
Στην ορχήστρα και στο χορό
Οι φωνές μας θα προσφέρουν
Κάτι σαν το επιούσιον
Το δικό μας πάθος.

Εμείς οι Έλληνες 2
Που σε χαρορύμενα νησιά έχουμε τόπο
Σε άμοιρη στεγνή γη
Που την υγραίνει ευλάβεια στον αιώνα
Η πλούσια ανάμνηση
Ο άφθονος ήλιος
Εμείς ίσαμε τώρα δουλοπάροικοι
Ξένων ξεμωραμένων εξουσιών
Που γέρασαν σαν δέντρα
Μελαγχολικά αγνάντια στον τάφο
Και με παράξενο με αλλόφρονα εγωισμό
Ακόμα μας κρατάν στην αγκαλιά τους
Πουλιά που κρυώνουμε
Και δεν νοιαζόμαστε να στήσουμε
Σε πιο πράσινο χώρο
Τη φωλιά μας
Εμείς πότε θα διαβούμε
Στην τύχη μας μια ώρα που δεν σβήνει
Στα χέρια μας στα νιάτα μας
Μια φούχτα δύναμη και θάρρος
Που τήνε χρειάζεται και χαιρετάει
Ο ζωντανός κόσμος
Η Δύση πού θα βρει καινούριο δρόμο
Για τις ανθρώπινες ψυχές;

1937

Το φως που ευφραίνει

Το φως που ευφραίνει
Διαιρείται
Εγώ εσύ η μοίρα
Οι νεαροί οι γέροι
Η τύχη των αγοριών
Στων κοριτσιών το στόμα
Η μέθη μέσα στο αντρίκιο
Σώμα

Πάλι μ' επηρεάζει η μνήμη
Κι εσένα σ' αγαπάω μητέρα
Πηγή των μυστικών του ύπνου.

1938

Γυναίκες και άνεμος

Είχαν φτάσει γυναίκες αλλόκοτες
Με πρόσωπα άσπρα και χιόνι στα χέρια
Τις είχε άλλοτε πλανέψει ο ήλιος
Σε μαυροντυμένες χώρες
Τώρα ζητιάνευαν το ψωμί
Και τρέμαν από λύπη κι από κρύο

Ήταν σαν άρρωστα πουλιά
Που τα βρήκαμε στην αγκαλιά μας
Σαν μας άφησε το σκοτάδι
Θέλαν τη δροσιά της λαλιάς μας
Ζητούσαν ένα τόπο απάνεμο
Λίγον ίσκιο

Πάνω τους μοιράζονταν ο στοχασμός μας
Γινόταν μονήρης και φλύαρος
Έκοβε βόλτες
Σαν να είχε καιρό μπροστά του
Σαν ν' ανακάλυπτε χώρο
Για να χορέψει

Τρώγαμε μαζί
Στα καταγώγια της σιωπής
Ανάμεσα σε κάτι καπνούς
Αφόρητους
Σε κάτι κρασιά
Που μας πίεζαν χάμω

Κάποτε αθόρυβα
Χωρίς κελάδημα
Μέσα στην άνοιξη
Βγαίναμε αγκαλιασμένοι
Πίναμε τον αγέρα
Πίναμε το νερό απ' τα λουλούδια

Χορταίναμε μοσχοβολιές
Σαν να ήταν χείμαρρος
Η ζώνη μας
Ύστερα τρελαινόμαστε
Με τις φωνές μας
Για να ησυχάσουμε

Αλλά φιλούσαμε
Λίγο-πολύ τον άνεμο
Λίγο-πολύ τα χρόνια
Μέσα στα πρόβατα
Λούζαμε το πρόσωπο
Μέσα στον ουρανό.

Είναι Γυναίκες...Είναι γυναίκες που κοντά τους γεννιέται η άνοιξη
Και γίνεται ο τόπος όπου κυλάν οι μέρες
Σαν τα ζουμπούλια μέσα στα χέρια της πρώτης νιότης

Είναι οι μέρες τότε περισσότερο ξανθές
Κι απ' τα μαλλιά μιας κόρης
Που το σκοτάδι δεν φοβούνται.

(1938)

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα...

Ἀκόμα δὲν μπόρεσα νὰ χύσω ἕνα δάκρυ
πάνω στὴν καταστροφὴ
δὲν κοίταξα ἀκόμα καλὰ τοὺς πεθαμένους,
δὲν πρόφτασα νὰ δῶ πὼς λείπουνε
ἀπὸ τὴ συντροφιά μου,
πὼς ἔχασαν τὸν ἀέρα ποὺ ἐγὼ ἀναπνέω
καὶ πὼς ἡ μουσικὴ τῶν λουλουδιῶν,
ὁ βόμβος τῶν ὀνομάτων ποὺ ἔχουνε τὰ πράγματα
δὲν ἔρχεται στ᾿ αὐτιά τους·
ἀκόμα δὲν χλιμίντρισαν τ᾿ ἄλογα
ποὺ θὰ μὲ φέρουν πλάι τους.
Νὰ τοὺς μιλήσω,
νὰ κλάψω μαζί τους
καὶ ὕστερα νὰ τοὺς σηκώσω ὄρθιους·
ὅλοι νὰ σηκωθοῦμε σὰν ἕνας ἄνθρωπος,
σὰν τίποτα νὰ μὴν εἶχε γίνει
σὰν ἡ μάχη νὰ μὴν εἶχε περάσει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια μας.

1939

Ακόμα κι η σελήνη

Ακόμα κι η σελήνη μάς θυμάται
Ήπιαμε νερά πολλά σε χίλιους κόσμους
Ήπιαμε πρόσωπα γυναικών γεμάτα ρόδα
Κρασιά που άναβαν όχι τον πόθο
Αλλά το ήμερο τρικύμισμα μέσα στην πλάση
Σταθήκαμε μπροστά στην πόρτα της αυγής
Για να περάσει ο ήλιος
Φιλήσαμε τη χλόη
Που είχε πατήσει ο Αυγερινός
Μιαν εποχή τραφήκαμε με πορτοκάλια

Τώρα τραβάμε τον καιρό από τη μέση
Γλεντοκοπάμε αλύπητα όταν σκάει η μέρα
Τα βράδια σε κορυφές βουνών
Μας ανεβάζει ο αγέρας
Και φέρνουμε μαζί μας γυναίκες και παιδιά
Για να μιλήσει ο τόπος
Να χαίρονται τα σπλάχνα
Που δεν μας τρώγει το σκοτάδι.

1940

Ω μουσική

Ω μουσική που απλώνεσαι
Και γίνεσαι υγεία
Ω μουσική σε ακούω
Φέρε τα δάχτυλά μου στο βουνό
Φέρε τα δάχτυλά μου στο ποτάμι
Κάνε με να πετώ
Κάνε με να κερδίσω το πουλί
Στο τρέξιμο
Η άνοιξη επρόλαβε να βάλει ένα χιτώνα
Η θάλασσα η δέσποινα κοιμάται
Ο κορυδαλλός αστράφτει
Ο ουρανός δεν μ’ εμποδίζει πια δεν με διώχνει
Η γη γίνηκε κύματα από χλόη

Έχω ανάγκη να με θάψουν
Έχω ανάγκη να με θάψουν
Μόνο αηδόνια
Μόνο βρύσες
Κελαηδήστε τους να πάψουν
Και ν' ακούσουνε τον πόνο
Τον δικό μου!
Κελαηδήστε τους ν' ασπρίσουν
Σαν αυλές στ' αγιόκλημα
Ριγμένες!
Είναι μέρες
Που τ' αηδόνια έχουν φύγει
Και βρύσες
Έχουν πει το μυστικό τους
Στους διαβάτες
Τέτοιες ώρες
Τέτοιες άσχημες παρθένες
Δεν θα ήθελα να πιάσω
Το λουλούδι και το χώμα
Το λουλούδι και τη γη.

Ο χρόνος απόψε φεύγει γλήγορα
Ο χρόνος απόψε φεύγει γλήγορα
Με τα πόδια στους ώμους

Θα του μιλήσω και θα σταθεί

Έτσι για να κοπεί ο πάγος

Και να έρθει το καλοκαίρι με τα παγώνια
Η βρύση με τις μέλισσες
Το βουνό από άμμο
Κι οι κόμποι των δακρύων των κοριτσιών
Να κρατήσουν το φεγγάρι
Στα γέλια των αγοριών
Να σπάσει το κύμα

Ο ουρανός μπαίνει στο καράβι
Κι άξαφνα η θάλασσα χορταίνει
Η μνήμη της τον άνθρωπο διπλώνει
Που ευθύς τραγουδά με το σουραύλι.

Ἡ ποίηση
(Πρόλογος)
Δὲ μπορῶ νὰ βρῶ πιά, τί θέλει νὰ πεῖ ποίηση. Μοῦ διαφεύγει. Τὸ ἤξερα, ἀλλὰ τώρα μοῦ διαφεύγει. Ἂν κάποιος μοῦ ρωτήσει αὐτὴ τὴ στιγμή, θὰ ντροπιαστῶ. Γιατὶ ἐξακολουθῶ νὰ εἶμαι ἐνδόμυχα βέβαιος πὼς ἡ ποίηση εἶναι μιὰ οὐσία, ἀπαράλλαχτα ὅπως καὶ ἡ ζωή. Καὶ κρύβω, κρύβομαι, κάτι κρύβω, ἀπὸ κάποιον κρύβομαι. Σὰ ν᾿ ἀρχίζω νὰ γίνομαι τρελός, καὶ νὰ ντρέπομαι.

Ἀλλὰ ἡ ποίηση; Κάποιος θὰ σταθεῖ ἱκανὸς νὰ πεῖ στοὺς ἄλλους, ὄχι σ᾿ ἐμένα ποὺ ἂν καὶ τὸ ξέρω φεύγω, τί εἶναι ποίηση!

Ἡ καρδιά μας
Ἡ καρδιά μας εἶναι ἕνα κῦμα ποὺ δὲν σπάει στὴν ἀκρογιαλιά. Ποιὸς μαντεύει τὴ θάλασσα, ἀπ᾿ ὅπου βγαίνει ἡ καρδιά μας; Ἀλλὰ εἶναι ἡ καρδιά μας ἕνα κῦμα μυστικό, χωρὶς ἀφρό. Βουβὰ πιάνει μία στεριά. Καὶ ἀθόρυβα σκαλίζει τὸ ἀνάγλυφο ἑνὸς πόθου, ποὺ δὲν ξέρει ἀπογοήτευση καὶ ἀγνοεῖ τὴν ἡσυχία.

Νὰ κοιμᾶσαι νηστικός
Νὰ κοιμᾶσαι νηστικός σὲ μία σοφίτα
Νὰ εἶσαι ὁ τεμπέλης τοῦ σπιτιοῦ
Νὰ γίνεσαι σκουπίδι
Ὅταν ἀνοίγεται ἕνα λερωμένο στόμα
Θὰ σηκώσω τὸ γιακὰ
Γιὰ νὰ φύγω σὰν ἕνας λῃστὴς
Ἀπὸ τὸ δικό μου σπίτι
Θὰ κοιμηθῶ στοὺς δρόμους
Γιὰ νὰ νιώσω ὁλάκερη τὴν πολιτεία
Νὰ τουρτουρίζει μαζί μου
Στὸ παλτό μου ἔχω ἕνα λεκὲ
Ἀλλὰ εἶναι καλὸ ποὺ δὲν τὸν βλέπω
Θὰ τὸ ξαπλώσω χάμω
Καὶ θὰ στρωθῶ πάνω του
Νὰ πιῶ λίγη βραδυὰ
Στὴ γωνιὰ τοῦ ἔρημου κήπου
Θὰ αἰστανθῶ τὴ σελήνη
Ὅπως δὲν αἰστάνθηκα τίποτε
Στὴ ζωή μου
Θὰ τὴν αἰστανθῶ στὰ χείλια μου
Σὰν ἕνα ἀχλάδι
Στὰ μάγουλα
Σὰν ἄλλα μάγουλα.

Πάλι...
Πάλι ὁ οὐρανὸς ἀνοίγει ἐδῶ τὴν πύλη
Πάλι σηκώνει τὴ σημαία
Ἐμεῖς μπαίνουμε χωρὶς φόβο
Τὰ μάτια τὰ πουλιὰ μαζί μας μπαίνουν
Ἀστράφτει ἡ πολιτεία ἀστράφτει ὁ νοῦς μας
Ἡ φαντασία τοὺς κήπους πλημμυράει
Εἶναι παιδιὰ ποὺ στέκονται στὶς βρύσες
Κορυδαλλοὶ στοὺς ὄρθρους ἀκουμπᾶνε
Στὶς λεμονιὲς ἄγγελοι χορτάτοι
Εἶναι ἀηδόνια ποὺ παντοῦ ξυπνᾶνε
Φλογέρες παίζουν ἔντομα βουίζουν
Εἶναι τραγούδια ἡ στάχτη τῶν νεκρῶν
Κι οἱ νεκροὶ κάπου ἀναγεννιοῦνται πάλι
Ὁλοῦθε μᾶς μαζεύει ὁ Θεὸς
Ἔχουμε χέρια καθαρὰ καὶ πᾶμε