|
Φρανσουά-Ωγκύστ-Ρενέ, ντε Σατωμπριάν ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΣατωμπριάνΑθήναΟδοιπορικό από το Παρίσι στην Ιερουσαλήμκαι απ' την Ιερουσαλήμ στο Παρίσι, μέσω Ελλάδας στον πηγαιμό και μέσω Αιγύπτου, Μπαρμπαριάς και Ισπανίας στην επιστροφή (1806) αποσπάσματα ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΞΗΜΕΡΩΣΕ Η ΜΕΓΑΛΗ μέρα της εισόδου μας στην Αθήνα . Στις 23 του μήνα στις 3 το πρωί, είχαμε όλοι καβαλήσει τ' άλογα. Αρχίσαμε να προχωράμε σιωπηλά πάνω στην Ιερά Οδό. Μπορώ να δια βεβαιώσω πως ακόμη κα ι ο πιο ευσεβής λάτρης της θεάς Δήμητρας δε θα 'χει νιώσει τόσο ζωηρή συγκίνηση σαν τη δική μου. Είχαμε φορέσει τα γιορτινά μας ρούχα , ο γενίτσαρος είχε γυρίσει το τουρμπάνι του απ ' τη μέσα μεριά κα ι, πράγμα ασυνήθιστο , τ' άλογα ήταν καθαρά και περιποιημένα . Διασχίσαμε την κοίτη ενός ποταμού που ονομαζόταν Σαρανταπόταμος ή Τα Σαράντα Ποτάμια κα ι που κατά πάσα πιθανότητα επρόκειτο για τον ελευσίνιο Κηφισό. Είδα με μερικά ερείπια χριστιανικών εκκλησιών χτισμένων πιθανόν πάνω στον τάφο του Ζάρηκα τον οποίο ο ίδιος ο Απόλλωνα ς είχε μυήσει στην τέχνη του άσματος. Κάποια άλλα ερείπια μας προαναγγείλανε τα μνημεία του Εύμολπου και του Ιπποθόοντα. Συναντήσα με τους Ρειτούς με τα ρεύματα αλμυρού νερού. Εκεί είναι που κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων, οι άνθρωποι του λαού έβριζαν τους περαστικούς σε ανάμνηση των ύβρεων που μια γριά είχε άλλοτε εκστομίσει κατά της Δήμητρας. Προχωρώντας στο βάθος, στο άκρο των στενών της Σαλαμίνας, εισχωρήσαμε στο πέρασμα που σχηματίζουν τα βουνά της Πάρνηθας και του Αιγάλεω. Το τμήμα αυτό της Ιεράς Οδού λεγόταν Μυστικό. Διακρίναμε τη Μονή Δαφνίου, απ' τις αρχαιότερες εκκλησίες της Αττικής, χτισμένη πάνω στα ερείπια του ιερού ναού του Απόλλωνα . Λίγο μακρύτερα, παρατηρήσαμε κάποια απομεινάρια του ναού της Αφροδίτης. Τέλος, το πέρασμα αρχίζει να πλαταίνει. Παρακάμπτουμε το όρος Ποικίλον που ορθώνεται στη μέση του περάσματος κρύβοντας τη θέα, κα ι ξαφνικά, ανακαλύπτουμε το λεκανοπέδιο της Αθήνας. Οι ταξιδιώτες που επισκέπτονται την πόλη του Κέκροπα φτάνουν συνήθως είτε από τον Πειραιά είτε από τη μεριά της Εύβοιας. Έτσι χάνουν ένα μέρος του θεάματος γιατί ερχόμενοι μεν από τη θάλασσα δε βλέπουν παρά το κάστρο, από τη μεριά δε της Εύβοιας, ο Άγχεσμος. κόβει τη θέα . Το καλό μου άστρο με οδήγησε στο σωστό δρόμο για ν' αντικρίσω την Αθήνα σε όλο της το μεγαλείο. Το πρώτο πράγμα που χτύπησε στα μάτια μου ήταν η Ακρόπολη λουσμένη στο φως της ανατολής. Βρισκόταν εκεί μπροστά μου, στην άλλη πλευρά της πεδιάδας, με φόντο τον Υμηττό, λες και στηριζόταν πάνω του. Μέσα σ' ένα συγκεχυμένο σύνολο πρόβαλλαν τα κιονόκρανα των Προπυλαίων, οι κολόνες του Παρθενώνα κα ι του Ερεχθείου, ένα τμήμα τείχους με τα κανόνια και τις πολεμίστρες του, γοτθικά ερείπια χριστιανών και χαμόσπιτα μουσουλμάνων. Δυο μικροί λόφοι, ο Άγχεσμος και το Μουσείο, υψώνονται βόρεια και νότια της Ακρόπολης. Ανάμεσά τους, στα ριζά του κάστρου, μου φανερώθηκε η Αθήνα: οι επίπεδες στέγες της, ανακατωμένες με μιναρέδες, κυπαρίσσια, ερείπια, μοναχικές κολόνες και τρούλους από τζαμιά στεφανωμένα από μεγάλες φωλιές πελαργών συνέθεταν ένα ευχάριστο θέαμα κάτω απ' τις αχτίδες του ήλιου. Αν και η Αθήνα είναι ακόμη αναγνωρίσιμη μέσα από τ ' απομεινάρια της, από το αρχιτεκτονικό σύνολο και τη γενική όψη των ερειπίων της, διαπιστώνει κανείς πως η πόλη της Αθηνάς δεν κατοικείται πλέον από το λαό της. Μ ια σειρά βουνών που καταλήγει στη θάλασσα κλείνει την πεδιάδα ή το λεκανοπέδιο της Αθήνας. Από το σημείο που στεκόμουνα στο όρος Ποικίλον, το λεκανοπέδιο φαινόταν διαιρεμένο σε τρεις λωρίδες ή περιοχές που εκτείνονταν παράλληλα, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο. Η πρώτη περιοχή, η πιο κοντινή μου, ήταν ακαλλιέργητη, σκεπασμένη με ρείκια. Η δεύτερη ήταν καλλιεργημένη και φρεσκοθερισμένη. Η τρίτη, ένας μακρύς ελαιώνας, απλωνόταν περιμετρικά από τις πηγές του Ιλωού ως το λιμάνι του Φαλήρου, περνώντας από τους πρόποδες του Άγχεσμου. Ο Κηφησός κυλάει μέσα σ' αυτό το δάσος που είνα ι τόσο παλιό λες κα ι προέρχεται απ ' την ελιά που η θεά Αθηνά έκανε να ξεφυτρώσει μέσα απ' τη γη. Η ξερή κοίτη του Ιλισού βρίσκεται στην άλλη πλευρά της Αθήνας, ανάμεσα στον Υμηττό και την πόλη. Η πεδιάδα δεν είναι απόλυτα επίπεδη. Μ ια μικρή αλυσίδα λόφων αποσπασμένων από τον Υμηττό προεξέχει σχηματίζοντας τα διαφορετικά υψώματα πάνω στα οποία η Αθήνα όρθωσε σιγά σιγά τα μνημεία της. Η έντονη συγκίνηση της πρώτης στιγμής δεν επιτρέπει ν ' απολαύσε ι κανείς όσο το δυνατό περισσότερο τα συναισθήματά του . Πλησίαζα στην Αθήνα με μια λαχτάρα που μου αφαιρούσε κάθε δυνατότητα σκέψης. Δεν ήταν τίποτε παρόμοιο μ' εκείνο που είχα νιώσει στη θέα της γης των Λακεδαιμονίων. Η Σπάρτη και η Αθήνα έχουν διατηρήσει, ακόμη κα ι μέσα στα ερείπιά τους, τους διαφορετικούς χαρακτήρες τους: της πρώτης είναι βλοσυρά, αυστηρά, μοναχικά ' της δεύτερης, χαμογελαστά, ανάλαφρα, ζωντανά. Στη θέα της πατρίδας του Λυκούργου, όλες οι σκέψεις γίνονται σοβαρές, αρρενωπές, βαθυστόχαστες. Η ψυχή θεριεύει, ανυψώνεται. Η πόλη του Σόλωνα μαγεύει με τη λάμψη του πνεύματος, με την αίσθηση της τελειότητα ς του ανθρώπου που τον θέλει νοήμονα, αθάνατο. Τα υψηλά αισθήματα της ανθρώπινης φύσης στην Αθήνα συνδυάζονταν μ' ένα είδος κομψότητας που έλειπε παντελώς από τη Σπάρτη. Η αγάπη της πατρίδας κα ι της ελευθερία ς για τους Αθηναίους δεν ήταν τυφλό ένστικτο αλλά συνειδητό συναίσθημα, εδραιωμένο πάνω στην αγάπη για το κάλλος σε όλες του τις εκφάνσεις, κάλλος που οι ουρανοί τούς είχαν τόσο απλόχερα μοιράσει. Τέλος, περνώντας από τα ερείπια της Σπάρτης στα ερείπια των Αθηνών, ένιωσα πως μπορεί ν α 'θελα να πεθάνω μαζί με τον Λεωνίδα, αλλά θα 'θελα να ζήσω με τον Περικλή. Προχωρούσα με προς τη μικρή αυτή πόλη που η επικράτειά της απλώνεται σε δεκαπέντε ή είκοσι λεύγες, με πληθυσμό μικρότερο απ' αυτόν ενός παρισινού προαστίου και που , ωστόσο, αντισταθμίζει μέσα στην ιστορία τη φήμη της ρωμαϊκής αυτοκρ ατορίας. Με τα μάτια συνεχώς προσηλωμένα πάνω στα ερείπια, θυμήθηκα κα ι της αφιέρωσα αυτούς τους στίχους του Λουκρήτιου: Primae frugiferos foetus mortalibus aegris Dididerunt quondam praeclaro nomine Athenae, Et recreaverunt vitam, legesque rogarunt; Et primae dederunt solatia dulcia vitae. Δε γνωρίζω τίποτε πιο δοξαστικό για τους Έλληνες από τα λόγια αυτά του Κικέρωνα : «Να θυμάσαι, Κόιντε , ότι άρχεις Ελλήνων οι οποίοι εκπολίτισαν όλους τους λαούς διδάσκοντάς τους την ηπιότητα κα ι την ανθρωπιά κα ι στους οποίους η Ρώμη χρωστάει τα φώτα της». Αν αναλογιστεί κανείς τι ήταν η Ρώμη την εποχή του Καίσαρα και του Πομπήιου και ποιος ήταν ο ίδιος ο Κικέρων, οι λίγες αυτές λέξεις αποτελούν υπέροχο εγκώμιο. Από τις τρεις λωρίδες ή περιοχές που χώριζαν mπροστά μας το λεκανοπέδιο των Αθηνών, διασχίσαμε γοργά τις δύο πρώτες, την ακαλλιέργητη και την καλλιεργημένη. Πάνω σ' αυτό το τμήμα της οδού δε βλέπει πλέον κανείς το μνημείο του Ρόδιου κα ι τον τάφο της Εταίρας. Διακρίνει όμως τα ερείπια μερικών εκκλησιών. Εισχωρήσαμε στον ελαιώνα . Πριν φτάσουμε στον Κηφισό, είδα με δυο τά φους και ένα βωμό αφιερωμένο στο Μειλίχιο Δία. Σε λίγο διακρίναμε την κοίτη του Κηφισού ανάμεσα σε κορμούς λιόδεντρων που τον περιστοίχιζαν σαν γέρικες ιτιές. Ξεπέζεψα για να χαιρετίσω τον ποταμό και να πιω απ ' το νερό του. Ίσα που βρήκα όσο μου χρειαζόταν σ' ένα βαθούλωμα . Το υπόλοιπο το είχαν εκτρέψει για την άρδευση των ελαιόδεντρων. Νιώθω πάντα χαρά να γεύομαι το νερό των φημισμένων ποταμιών που έχω συναντήσει. Έτσι, έχω πιει νερό του Μισισιπή, του Τάμεση, του Ρήνου, του Πάδου, του Τίβερη, του Ευρώτα, του Κηφισού, του Έρμου, του Γρανικού, του Ιορδάνη, του Νείλου, του Τάγη κα ι του Έβρου. Πόσοι είναι αυτοί που μπορούν στις όχθες αυτών των ποταμών να πουν σαν τους Ισραηλίτες: « sedimus et fleνimus! » Σε κάποια απόσταση αριστερά μου, διέκρινα τ' απομεινάρια της γέφυρας που ο Ξενοκλής της Λίνδου είχε χτίσει πάνω στον Κηφισό. Ξανανέβηκα στο άλογο και δεν έψαξα καν να βρω την ιερή συκιά, το βωμό του Ζέφυρου, τη Στήλη του Ανθεμόκριτου, αφού η σύγχρονη οδός δεν ακολουθεί στο σημείο αυτό την α ρχαία Ιερά Οδό. Βγαίνοντας από τον ελαιώνα , συναντήσαμε τον περίβολο ενός κήπου που καταλαμβάνει σχεδόν τη θέση του έξω Κερ αμεικού. Κάναμε μισή ώρα να φτάσουμε στην Αθήνα μέσα από ένα θερισμένο χωράφι σταριού. Ένας σύγχρονος τοίχος, ανακαινισμένος, που μοιάζει με περίβολο κήπου, τριγυρίζει την πόλη. Περάσαμε την πόρτα του και τρυπώσαμε στα δροσερά κα ι αρκετά καθαρά μικρά αγροτικά δρομάκια. Κάθε σπίτι είχε τον κήπο του, φυτεμένο με πορτοκαλιές και συκιές. Ο λαός μου φάνηκε χαρούμενος και περίεργος, χωρίς την κατήφεια των Μοραίτών. Μας έδειξαν το σπίτι του πρόξενου. Δεν υπήρχε πιο κατάλληλος άνθρωπος από τον κύριο Φοβέλ για να μου δείξει την Αθήνα : είνα ι γνωστό πως κατοικεί στην πόλη της Αθηνάς εδώ κα ι πολλά χρόνια . Γνωρίζει τις παραμικρές λεπτομέρειες, καλύτερα απ' όσο ένας Παριζιάνος γνωρίζει το Παρίσι. Έχουμε από αυτόν εξαιρετικές ανα μνήσεις κα ι του οφείλουμε τις πιο ενδιαφέρουσες παρ ατηρήσεις σχετικά με την Ολυμπία, την πεδιάδα του Μαραθώνα, τον τάφο του Θεμιστοκλή στον Πειραιά, το ναό της Αφροδίτης των Κήπων Κ.ά. Υπεύθυνος του Προξενείου Αθηνών, που γι' αυτόν δεν αποτελεί παρά τίτλο προστασίας, εργάστηκε και εργάζεται ακόμη σαν ζωγράφος στο Γραφικό ταξίδι στην Ελλάδα. Ο συγγραφέας του ωραίου αυτού έργου, κύριος ντε Σουαζέλ-Γκουφιέ , είχε την καλοσύνη να μου δώσει μια επιστολή για τον ταλαντούχο πρόξενο την οποία συνόδευα κα ι με μια ακόμη επιστολή από τον Υπουργό. [….] Ο κύριος Ροκ ήταν ένας από τους εμπόρους που μου έκαναν την τιμή να με επισκεφθούν. Είχε οικογένεια και με κάλεσε σπίτι του μαζί με τον κύριο Φοβέλ. Στη συνέχεια, άρχισε να μιλάει για την κοινωνία των Αθηνών: «Κάποιος ξένος, εγκατεστημένος από καιρό στην Αθήνα, ένιωσε ή ενέπνευσε ερωτικό πάθος που συζητήθηκε πάρα πολύ στην πόλη . . . Κουτσομπολιά στην κατοικία του Σωκράτη και φλυαρίες στους κήπους του Φωκίωνα . . . Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών δεν είχε ακόμη επιστρέψει από την Κωνσταντινούπολη. Δεν ήταν γνωστό αν ο πασάς της Εύβοιας, ο οποίος απειλούσε με φορολογία την Αθήνα, θα απέδιδε δικαιοσύνη. Οπωσδήποτε όμως, είχαν επισκευάσει τα τείχη της πόλης για να προστατευτούν από τυχόν επίθεση. Ελπίζανε, όμως, στον επικεφαλής των μαύρων ευνούχων, αφέντη των Αθηνών, που σίγουρα έχαιρε της εμπιστοσύνης του Σουλτάνου περισσότερο από τον πασά». ( Ω Σόλωνα ! Ω Θεμιστοκλή ! Ο αρχηγός των μαύρων ευνούχων ήταν αφέντης των Αθηνών και όλες οι άλλες πόλεις της Ελλάδας το θεωρούσαν αυτό μεγάλο προνόμιο ! ) Εν πάση περιπτώσει, ο κύριος Φοβέλ είχε κάνει καλά να εκδιώξει τον Ιταλό μοναχό που κατοικούσε στο Φανάρι του Δημοσθένη (ένα από τα ωραιότερα μνημεία των Αθηνών) και να τον αντικαταστήσει μ' ένα Γάλλο καπουτσίνο. Γιατί αυτός ο τελευταίος ήταν ηθικό στοιχείο, έξυπνος, ευπροσήγορος και πολύ ευγενής με τους ξένους που, κατά την επικρατούσα συνήθεια, πήγαιναν για επίσκεψη στη γαλλική μονή . Αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης στην Αθήνα. Ήταν φανερό πως ο κόσμος είχε το δικό του τρόπο ζωής όσο και αν ο ταξιδιώτης σαστίζει βρίσκοντας στην οδό Τριπόδων τις ενοχλητικές συνήθειες του χωριού του. Όταν εγώ έφτανα στην Αθήνα, δυο άλλοι Άγγλοι ταξιδιώτες είχαν μόλις αναχωρήσει και παρέμενε ακόμη ένας Ρώσος ζωγράφος που ζούσε εντελώς μοναχικά . Η Αθήνα αποτελεί πόλο έλξης των αρχαιολατρών καθώς βρίσκεται πάνω στο δρόμο της Κωνσταντινούπολης και φτάνει κανείς εύκολα εδώ μέσω θαλάσσης. Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, όταν έπεσε η μεγάλη ζέστη, ο κύριος Φοβέλ κάλεσε το γενίτσαρό του και το δικό μου και βγήκαμε έξω ακολουθώντας τους φρουρούς μας : η καρδιά μου χτυπούσε από χαρά και ντρεπόμουν για το νεανικό μου εν θουσιασμό. Ο ξεναγός μου μου έδειξε σχεδόν μπροστά στην πόρτα του τα ερείπια ενός αρχαίου ναού. Απ ' το σημείο αυτό στρίψαμε δεξιά και βαδίσαμε μέσα σε μικρά πολυσύχναστα δρομάκια. Φτάσαμε στην αγορά, δροσερή και πλούσια σε προμήθειες κρεάτων, κυνηγιού, λαχανικών και φρούτων. Όλος ο κόσμος χαιρετούσε τον κύριο Φοβέλ και ρωτούσε ποιος ήμουν. Κανείς όμως δεν μπορούσε να προφέρει τ' όνομά μου. Όσο για τους Τούρκους, εκείνοι έλεγαν: «Φραντσέζος ! Εφέντης ! » και κάπνιζαν τους ναργιλέδες τους, δεν ήξεραν τίποτε καλύτερο να κάνουν. Οι Έλληνες, καθώς περνούσαμε, σήκωναν τα χέρια πάνω απ ' το κεφάλι και φώναζαν: «Καλώς ήρθατε, αρχοντάδες ! Πάτε καλά για την παλαιάν Αθήνα ! » Και το ύφος τους ήταν τόσο περήφανο σαν να μας έλεγαν: «Πηγαίνετε στην πόλη του Φειδία και του Ικτίνου». Δε χόρταινα να κοιτάζω : νόμιζα πως έβλεπα παντού αρχαία ερείπια. Ο κύριος Φοβέλ μου εφιστούσε εδώ και κει την προσοχή πάνω σε κομμάτια γλυπτών που χρησίμευαν σαν ορόσημα, τοίχοι ή λιθοστρωτα και μου έλεγε πόσων ποδών ή δακτύλων ήταν το κάθε κομμάτι, από τι είδους κτίσματα προέρχονταν, τι έπρεπε να συμπεράνουμε σχετικά μ' αυτά σύμφωνα με τον Παυσανία, ποια ήταν η γνώμη του αβά Μπαρτελεμί, του Σπον, του Γουέλερ, του Τσάντλερ. Σε ποια σημεία έβρισκε ο ίδιος ο Φοβέλ αυτές τις γνώμες σωστές ή αβάσιμες. Σταματούσαμε σε κάθε βήμα . Οι γενίτσαροι και τα παιδάκια της γειτονιάς που περπατούσαν μπροστά μας σταματούσαν παντού όπου έβλεπαν ανάγλυφο, μετόπη ή κιονόκρανο. Προσπαθούσαν να διαβάσουν μέσα στα μάτια του κυρίου Φοβέλ αν τα κομμάτια ήταν αξιόλογα. Όταν ο πρόξενος κουνούσε το κεφάλι του, κουνούσαν κι εκείνοι το δικό τους και πήγαιναν να σταθούν τέσσερα βήματα πιο πέρα, μπροστά σ' ένα άλλο ερείπιο. Μ' αυτόν τον τρόπο οδηγηθήκαμε έξω απ' το κέντρο της σύγχρονης πόλης και φτάσαμε στο δυτικό τμήμα που ο κύριος Φοβέλ ήθελε να μου δείξει πρώτα, ώστε ν ' ακολουθήσουμε κάποια σειρά στις αναζητήσεις μας. Βγαίνοντας απ' το κέντρο της σύγχρονης Αθήνας και περπατώντας κατευθείαν προς δυσμάς, τα σπίτια αρχίζουν ν' αραιώνουν, ακολουθούν μεγάλες εκτάσεις κενές, άλλες εντός του τείχους και άλλες εκτός: μέσα σ' αυτές τις εγκαταλειμμένες εκτάσεις, βρίσκεται ο ναός του Θησέα , η Πνύκα και ο Άρειος Πάγος. |