|
Λεοπόλντ Σενγκόρ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ | |||
|---|---|---|---|
Λεοπόλντ Σενγκόρεπιλεγμένα ποιήματαΜΑΥΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑΜαύρη Γυναίκα! Γυμνή Γυναίκα!Ντυμένη στο χρώμα σου Που είναι η ζωή Και με τη γύμνια σου Που είναι η ομορφιά. Στη σκιά σου έχω αναστηθεί, Νιώθοντας την αβρότητα των χεριών σου Επάνω στα μάτια μου Και τώρα, ψηλά πολύ, στην κορυφή Του ηλιοψημένου παρελθόντος Μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού Το απομεσήμερο, Έρχομαι κοντά σου, ω πρόθυμη Δική μου Γη. Και η ομορφιά σου μου τρυπάει τη καρδιά Όπως το βλέμμα του ισχυρού αετού Μαύρη γυναίκα! Γυμνή γυναίκα! Ώριμο φρούτο σκοτεινής σάρκας Μαύρου κρασιού συγκρατημένης έκστασης Στόμα που κάνει τα χείλη μου να τραγουδούν. Σαβάνα με καθαρούς ορίζοντες Σαβάνα που τρέμει κάτω από το καυτό χάδι του ανατολικού ανέμου Ταμ-ταμ, σκαλιστό ζωντανό ταμ-ταμ που γογγύζει Κάτω από του κατακτητή τα δάχτυλα Η χαμηλότονη φωνή σου Είναι του εραστή τραγούδι. Μαύρη γυναίκα! Γυμνή γυναίκα! Λάδι αρυτίδωτο από τους ανέμους, λάδι πού μαλακώνει τους μηρούς αθλητών επάνω στης πριγκίπισσας τους μηρούς, γαζέλα με ουράνιους δεσμούς, Μαργαριτάρια είναι τα αστέρια που λάμπουν τη νύχτα επάνω στη σάρκα σου. Απολαυστικό παιχνίδι του μυαλού, εικόνα κόκκινου χρυσού πάνω στη φλεγόμενη σάρκα, στη σκιά των μαλλιών σου κοντά στους ήλιους των ματιών σου όπου στενεύει ἡ αγωνία μου. Γυμνή γυναίκα! Μαύρη γυναίκα! Να τραγουδήσω θέλω την εφήμερη ομορφιά σου. Να ριζώσω την ύπαρξή σου στην αιωνιότητα. Προτού σε φθάσει ἡ φθονερή μοίρα και στάχτη σε κάνει για να θρέψει με αυτή τις ρίζες της ή ζωή. ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟΑυτή τη νύχτα έχειςΓια μια ακόμη φορά επιτεθεί Μια νύχτα δίχως το φως του φεγγαριού Στην άκρη λίμνης προδοσίας Εκεί που ο πάνθηρας αγρυπνά Μέσα από την αψίδα κλαδιών. Α, η φωτιά των νυχιών σου στην πλάτη μου Αγωνία τα μεσάνυχτα, Καθώς βγάζω κραυγές και τρέμω Μέχρι τα δάχτυλα των εγκλωβισμένων μου ποδιών. Ω θάνατε, παντοτινέ εχθρέ, Τρεις φορές έχεις έρθει Θυμάμαι στο κυνήγι μου για τη ζωή Σαν το παιδί που πάει Για τα βαριά τα φρούτα Κινούμενο πίσω από το φοινικόδεντρο Μονάχα για να δεχτεί Ένα δεύτερο χτύπημα κατάραχα, Που το ξαπλώνει φαρδύ πλατύ κάτω Φοβερέ θάνατε, πού κάνεις τον άνθρωπο να τρέχει πιο γρήγορα κι απ' τον πολεμιστή που γύρισε εφτά φορές γύρω από την εφτάπυλη Πόλη -παρατήρησέ με στην ακμή της ανδρικής μου ηλικίας στον πόθο και τη θέλησή μου, αν και ο χειμώνας έχει πλέον φτάσει εδώ με τις τραυματικές βροχές του και τα μακριά γαμψά του νύχια. Δεν έχεις νιώσει τη βία στη μέση μου Τη δύναμη της μυϊκής μου θέλησης, Ξέρω, ὁ χειμώνας θα φωτιστεί Από μια μακρινή ανοιξιάτικη ημέρα: Που η μυρωδιά της γης θα μεθάει Περισσότερο κι από το άρωμα των λουλουδιών και θα προσφέρει τα σφιχτά στήθη τρεμάμενα κάτω απ τις θωπείες του κατακτητή καθώς θα πηδώ σαν τον Προφήτη διαδηλώνοντας το πνεύμα της Αφρικής, όπως ο γλύπτης μια οργισμένης μάσκας και η ανίερη σκουροπρόσωπη γυναίκα θα επιστρέφει στα χόρτα ανακατώνοντας την επιτύμβια φωνή της με τον ιερό, της Αυγής χορό. Αυτή που έφυγε με τον κόσμο Ανέκφραστη ανάμεσα μας, Μια μέρα κάποιου λαμπερού χειμώνα. TOΤEMΠρέπει να τον κρύψω στις φλέβες μουΤις πιο βαθιές, τον πρόγονό μου Που το τραχύ του δέρμα Έχει χτυπηθεί από αστραπές και κεραυνούς Τον υπερασπιστή μου τον ζωώδη Πρέπει να τον κρύψω Έτσι που να μην μπορώ τα φράγματα, Να σπάσω του σκανδάλου: Είναι το αίμα μου αυτός Που αφοσίωση ζητάει, Τη γυμνή μου περηφάνια προστατεύοντας Ενάντια στον εαυτό μου Και στον χλευασμό άλλων φυλών Πιο τυχερών. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥΓια μια ακόμη φορά η καρδιά μου σαν πέτραΒαδίζει κάτω από την υψηλή πόλη της τιμής Και ένα τρέμουλο τρέχει μέσα στις ζεστές στάχτες Του άνδρα με τα αστραφτερά μάτια, του πατέρα μου Επάνω στην πείνα μου, η σκόνη των 16 χρόνων περιπλάνησης, Κι η ταραχή των δρόμων όλων της Ευρώπης Ο βόμβος των δυνατών πόλεων Κι οι πόλεις χτυπημένες από χίλια κύματα, Πάνω στο κεφάλι μου. Η καρδιά μου έχει μείνει τόσο αγνή, Όσο ο ανατολικός άνεμος τον Μάη μήνα ii Κι απορρίπτω τις μαρτυρίες του αίματος μου Σε μυαλά κενά από ιδέες Σε εκείνη την κοιλιά την εγκαταλειμμένη Από τις δυνάμεις του θάρρους Αφήστε με να ακολουθήσω τη χρυσή νότα Του αυλού της σιωπής, Αφήστε με να ακολουθήσω τον ποιμένα Τον ονειροπόλο συνάνθρωπο μας Του παλιού καιρού, Γυμνό, Κάτω από την λευκή γιρλάντα του Μ ένα λουλούδι από φλογόδεντρο στο μέτωπο. Διαπέρασε, ποιμένα, με μια νότα διαφορετική, το σπίτι που κλονίζεται, όπου οι ένοικοι και οι σκελετοί των παραθύρων είναι κούφιοι από τους τερμίτες. Κι η καρδιά μου για μια ακόμη φορά Κοντά στους τάφους όπου έχει αποθέσει Σεβάσμια την τρανή γενιά του σ ανάπαυση Δεν χρειάζεται χαρτί και μολύβι Μόνο το ηχηρό μέταλλο του ποιητή Και το χρυσοκόκκινο, οξύ, Εργαλείο της γλώσσας του. |