,
|
Τάκης Σινόπουλος ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Στην πρώτη περίοδο της ποιητικής παραγωγής του Σινόπουλου (1940-1965) κυριαρχούν το περιγραφικό και λυρικό στοιχείο και η στοχαστική γραφή, δνώ στη δεύτερη (γύρω στα 1965 και ως το τέλος) επικεντρώνεται στα πλαίσια της φθοράς και του θανάτου, με έναν περιγραφικό, αντιποιητικό και συχνά ειρωνικό λόγο. |
|---|
ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
Φίλιππος Εδώ στοχάζομαι, δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος σε τούτη την ακίνητη κοιλάδα. Πολλά του τάξαμε από λάφυρα κι από σειρήνες. Μα κείνος ήτανε στραμμένος σ’ άλλα οράματα. Μια απέραντη πατρίδα ονειρευότανε. Πού είναι το πρόσωπό σας το αληθινό σας πρόσωπο; μου φώναξε. Έφυγε κλαίγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά. Ύστερα τα καράβια εφράξανε τη θάλασσα. Μαύρισε η γη την πήρε ένας κακός χειμώνας. Μαύρισε το μυαλό ένα μακρύ ποτάμι το αίμα. Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Φυσάει απόψε δυνατά. Μεσάνυχτα στη Λάρισα το έρημο καφενείο. Η φάτσα του συναχωμένου γκαρσονιού κι η νύχτα σαρωμένη Φωτιές παντού και πυροβολισμοί μια πολιτεία φανταστική κι ασάλευτη δέντρα πεσμένα στις οικοδομές. Ποιο είναι το δίκιο του πολεμιστή ο αγώνας που σε πάει σ’ άλλον αγώνα; Δε θα ξανάρθει ο Φίλιππος. Αμετανόητος πάντα πείσμωνε. Οι σκοτεινές μέρες του ‘φταιγαν τα ερειπωμένα πρόσωπα. Το αίμα του ακούγοντας ανέβηκε τα λαμπερά βουνά. Κι απόμεινα Μονάχος περπατώντας και σφυρίζοντας μέσα στην κούφια Λάρισα. Και τότε ως τη Μακεδονία βαθιά σαλεύοντας ημίκλειστη μες στο πλατύ φεγγάρι του χειμώνα μιλώντας μόνο περί σώματος η χηρευάμενη κυρία Πανδώρα. Πέθανε χτικιάρης ο άντρας της τις μέρες του σαράντα τέσσερα. (Ο Φίλιππος ήταν υπαρκτό πρόσωπο, φίλος του ποιητή ο οποίος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1942). ΝΕΚΡΟΔΕΙΠΝΟΣ (1972) ΠΕΡΙΠΟΥ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ Ἔτσι κατέβηκε ἀπ' τὸν πόλεμο, μὲ φαγωμένα τ' ἄρβυλα καὶ τὸ χακί του ἀμπέχωνο. Μονάχα ἐκείνη ἡ σκοτεινὴ κατηφοριά, πιὸ χαμηλὰ τὰ δέντρα ἀνοίγοντας, ἕνα κομμάτι ποταμιού - ποτάμι παγωμένο φῶς. Βρῆκε τὸ σκύλο του - δὲ γαύγισε. Καὶ κάτι σκοτωμένοι δίχως ὄνομα τὸ πρῶτο ἀπόγευμα. Ὕστερα πολλὰ μπερδεμένα ἀπογεύματα, στὸ κάτω τῆς γραφῆς ὅλα χωνεύονται στὰ χαρτιά, συλλογίστηκε. Μέρες ξερὲς σὰ ντουφεκιές, ἕνα φεγγάρι ἀκίνητο πάνω σὲ σπίτια καὶ συρματοπλέγματα. Ἀμίλητοι ἄνθρωποι τοῦ γύρεψαν ταυτότητα, ξανὰ ταυτότητα. Τὸν πῆρε ἡ κόρη τοῦ κακοῦ καὶ πάλεψε. Κι' ὅπως κοιμότανε τὴ νύχτα, ματωμένα βουνὰ καὶ πέτρες ποὺ πέφτανε ἀπάνω του, γύρω-γύρω μισοί, μισοφώτιστοι οἱ φίλοι του καὶ οἱ ἄλλοι μὲ φάτσες ποὺ μόλις θυμόταν, μὲ περίεργα μάτια συναγμένοι τὸν κοίταζαν. Ποὺ πάγαινε καμμιὰ φορὰ στὸν ἔρωτα, βρισκόταν ἀντιμέτωπος μὲ κεῖνες τὶς μαινάδες, ἀνεβαίνανε κοπάδι ἀπ' τὸ γυαλό, τὸν κυνήγαγαν ὥς πάνω στὸ λόφο. Δρασκέλιζε ξέρες κι' ἀμμότοπους, σακατεμένος δίψαγε, ἔπινε ἀπὸ σκοτεινὲς πηγές. Συνέχεια βουλίαζε κι' ἀνέβαινε στὸν ἴδιο λάκκο. Δὲν κάτεχε ἄλλη δύναμη, μονάχα τὰ χαρτιὰ τοῦ βασανίζοντας, ἕνα σωρὸ σβησίματα, τὸ βράδυ ἀνάστατος, ὅταν ὁ κόσμος παρασταίνεται μὲ πρόσωπα νεκρῶν. Μιὰ μέρα εἶδε ἕνα χέρι μὲ σπασμένα δάχτυλα, μιὰ μέρα ὁ φοβερὸς ἀέρας. Τὰ χρόνια μὲ τὰ χρόνια ἀβάσταχτα. Κι' οἱ αἰῶνες παντοῦ τὸ ἴδιο σκοτάδι. Μετρώντας πόσος θάνατος τοῦ περίσσευε καὶ πρὶν καὶ μετὰ ἀπὸ κάθε ποίημα. Ἔφραζε μὲ παλιὲς ἐφημερίδες τὸ κορμί, νὰ μὴν περνᾶνε ἀπ' τὶς χαραματιὲς τὰ νερὰ καὶ τὸ κρύο. Ὕστερα ἐκείνη ἡ θάλασσα, στὸν Ἁγιαντρέα χαράματα, κι' ὅ,τι στὸν ἴσκιο τῆς καραδοκώντας, ἕνα ἄγριο φῶς στὴν ὄψη του, καθὼς ἀνέβαινε τὸ δρόμο στὸν αἰθέρα, ἔνοικος τώρα τοῦ παντοτεινοῦ, κεκυρωμένος. (από τη Συλλογή, I, Eρμής 1976) Tοπίο θανάτου H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ' αλάτι και το φως τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή. Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει νa’ ναι εκείνος. Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι. Ήταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς σκαλίζοντας την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα. Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ' αυτή τη χώρα; είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο. M' ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού ν' ακούς τ' ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης. Tώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ' αυτή τη χώρα τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς; Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα πούχες λαγού μαλλί για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ' τον ήλιον αποκρίσου αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νάρθεις αποκρίσου. Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω. Tο φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη. H θάλασσα τα κυπαρίσσια τ' ακρογιάλι πετρωμένα σ' ακινησία θανατερή. Kαι μόνο αυτός ο Eλπήνωρ που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα τυραννισμένος απ' την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα. ΝΥΧΤΟΛΟΓΙΟ (1978) ΝΥΧΤΑ στοὺς δρόμους τοῦ Περισσοῦ. Ἕνας μεσόκοπος γιατρὸς περπατάει ἀργὰ στοὺς δρόμους τῆς συνοικίας του. Τώρα βρίσκεται πίσω ἀπὸ τὶς ξεχασμένες οἰκοδομὲς ἐρή-μων παλιῶν ἐργοστασίων. Συλλογίζεται γιὰ λίγο τὸν ἄρρωστο ποὺ ἔστειλε στὸ νοσο¬κομεῖο. Ἕνας ἀντιπαθητικός, ἀνάποδος, ὅλο ἐξηγήσεις γύρευε, φοβόταν θὰ πεθάνει, δὲν ἤθελε νὰ ξεκολλήσει ἀπὸ τὸ σπίτι του. Τώρα ὁ γιατρὸς περπατάει συλλογισμένος, ἀνή¬συχος, βασανισμένος, ἀξεδίψαστος, ἀνικανοποίητος, βαρὺς ἀνάμεσα στὴ σκέψη καὶ τὴν κούραση. Ξέρει τί θέλει, μὰ δὲν ξέρει τί θέλει, τί γυρεύει σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ τὸν τυραννάει, ἐκεῖνο ποὺ ἀναδεύει μέσα του ἀκατάπαυστα, τὸν πονάει, τὸν καταματώνει. Τὰ ὄνειρά του ἔχουν ἕνα πλῆθος σκιές, οἱ ἐπιθυμίες του εἶναι γεμάτες ἀγκάθια. Ἕνα φεγγάρι πλατὺ στὸν οὐρανό, φεγγαρόφωτο της ἄνοιξης, ἀσημώνει στέ¬γες σπιτιῶν, δρομάκια, δρόμους, λιγοστὰ δέντρα. Ἡ σελήνη, τὸ ψυχρόν της ἀργύριον, ὁ Κάλβος καὶ τὰ λοιπά. Ἀργότερα, τσακισμένος γυρίζει στὸ σπίτι του. Τρώει, πέφτει νὰ κοιμηθεῖ, τὸ γεμάτο φεγγάρι τοῦ φέρνει ἀϋπνίες. Ὁ γιατρὸς ὡστόσο κοιμᾶται, τὸ τηλέφωνο κοιμᾶται, τὰ φῶτα σβηστά, ὅλος ὁ κόσμος τριγύρω κοιμᾶται. Καληνύχτα. |