|
Διονύσιος Σολωμός ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Το έργο δεν είναι ένα ενιαίο ποίημα, αλλά αποτελείται από τρία σχεδιάσματα σε αποσπασματική μορφή. Το Α΄ Σχεδίασμα, είναι πιο λυρικό ενώ το Β΄ περιέχει πιο σημαντικά σε ποιητική σύλληψη κομμάτια, αποτελείται από συνολικά 61 αποσπάσματα και συντέθηκε κατά την παραμονή του ποιητή στην Κέρκυρα, το διάστημα 1833-1844. Τέλος, το Γ΄ Σχεδίασμα, περιλαμβάνει 15 ποιητικά αποσπάσματα και συντέθηκε από το 1844 μέχρι το τέλος της ζωής του ποιητή. |
|---|
Διονύσιος Σολωμός
ΑποσπάσματαΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Α 1. Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κι’ ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Mεσολόγγι· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση, και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κι’ εσβενότουνε· και με φωνή που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου άρχισε: «Το χάραμα επήρα Του Ήλιου το δρόμο, Κρεμώντας τη λύρα Τη δίκαιη στον ώμο, Κι’ απ’ όπου χαράζει Ώς όπου βυθά, Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.» 3. Γρικούν να ταράζη Του εχθρού τον αέρα Mιαν άλλη, που μοιάζει Τ’ αντίλαλου πέρα· Και ξάφνου πετιέται Mε τρόμου λαλιά· Πολληώρα γρικιέται, Κι’ ο κόσμος βροντά. 4. Αμέριμνον όντας Τ’ Αράπη το στόμα Σφυρίζει, περνώντας Στου Mάρκου το χώμα· Διαβαίνει, κι’ αγάλι Ξαπλώνετ’ εκεί Που εβγήκ’ η μεγάλη Του Mπάιρον ψυχή. ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ B 1. Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει. Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει· Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει: «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι; Οπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.» 2. Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι, Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη. Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα, Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο· Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο. Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη, Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει· Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει. Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της. [...] 9. Ετούτ’ είν’ ύστερη νυχτιά· όλα τ’ αστέρια βγάνει· Ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι. Και απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του ’λυχτάει. Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει· Στα μάτια και στο πρόσωπο φαίνοντ’ οι στοχασμοί τους· Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους. Αγάπη κι’ έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν· Τα σπλάχνα τους κι’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν· Γλυκιά κι’ ελεύθερ’ η ψυχή σα νάτανε βγαλμένη, Κι’ υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη. ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ 1. Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα, Κι’ αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου Με λογισμό και μ’ όνειρο, τί χάρ’ έχουν τα μάτια, Τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος, Που ξάφνου σού τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια (Κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τώ Βαϊώνε! Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα, Ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει, Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ’ναι κρυμμένα· Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου, Κι’ ευθύς εγώ τ’ Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω; Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι [...] 6. Ο Πειρασμός Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα, Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος. Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους, Κι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια. Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα. Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο, Ακίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο, Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα, Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο. Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες· Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε, Ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι, Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη, Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, Κι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του. [...] 12. Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες Γύρου στη φλόγα π’ άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν Μ’ αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια, Ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ· Και γγίζ’ η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα· Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχτες να γιομίσουν. |