|
Ρόμπερτ Στήβενσον< ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Ρόμπερτ ΣτήβενσονΤο νησί των θησαυρώνΟι πρώτες σελίδεςΕΠΕΙΔΗ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΡΙΛΩΝΕΎ, ο γιατρός Λέβεζυ κι οι άλλοι μου ζήτησαν να γράψω όσα γνωρίζω για το Νησί των Θησαυρών, δίχως να παραλείψω καμιά λεπτομέρεια εκτός από την ακριβή τοποθεσία του, γιατί υπάρχει ακόμα εκεί κάποιος θησαυρός - παίρνω την πέννα το σωτήριο έτος 17... και ξαναγυρίζω στην εποχή όπου ο πατέρας μου κρατούσε το πανδοχείο «Ο ναύαρχος Μπένμποου» και που ο γέρο - Θαλασσινός με το ηλιοψημένο δέρμα και τη μαχαιριά στο μάγουλο ήρθε για πρώτη φορά να μείνει κάτω από τη στέγη μας. Τον θυμάμαι τόσο καθαρά, λες κι ήταν μόλις χτές: μπήκε στην πόρτα με βήμα βαρύ, ενώ η ναυτική κασέλα του τον ακολουθούσε μέσα ο ένα καροτσάκι. Ήταν ψηλός, γεροδεμένος, δυνατός. Τα καστανά μαλλιά του έπεφταν σε μια λιγδιασμένη κοτσίδα στους ώμους της λεκιασμένης μπλε ζακέτας του. Τα χέρια του ήταν βρώμικα , με νύχια μαύρα, σπασμένα και γεμάτα χαρακιές Η σπαθιά που του χάραζε το μάγουλο μ' ανατρίχιαζε, έτσι που άσπριζε ή ουλή στο θαλασσοδαρμένο του πρόσωπο. Θαρρώ πώς τον ξαναβλέπω να κοιτάζει ολόγυρα σιγοοφυρίζοντας αυτό το παλιό ναυτικό τραγούδι που θα το ακούγαμε αργότερα τόσο συχνά Κι οι δεκαπέντε είμαστε κλεισμένοι στο μπουντρούμι μ' αχώριστη παρέα μας ένα μπουκάλι ρούμι Ύστερα χτύπησε τον πάγκο με το μπαστούνι του και μόλις πρόβαλε ο πατέρας μου, παράγγειλε απότομα ένα ποτήρι ρούμι Το πιε σιγά - σιγά, με ύφος γνώστη, δίχως να πάψη να περιεργάζεται τον περίγυρο μ' εξεταστικό βλέμμα, - Όμορφο λιμανάκι, είπε στο τέλος, και το καπηλειό είναι χτιομένο σε καλό μερος. Σίγουρα θα μαζεύει πολύ κόσμο, , Ο πατέρας μου του απάντησε ότι δυστυχώς, η πελατεία ήταν πολύ λίγη - Τόσο το καλύτερο, έκανε εκείνος Ενα τέτοιο αραξοβόλι ψάχνω κι εγώ. *Ε Λεβέντη, στράφηκε στον άνθρωπο που έσπρωχνε το καροτσάκι, άφησε δώ την κασέλα μου Θα μείνω εδώ λίγο καιρό, συνέχισε Είμαι βολικός άνθρωπος, ρούμι. λαρδί και αυγά είναι όλα όσα χρειάζομαι, και κείνο το ύψωμα εκεί πάνω για να παρακολουθώ τα καράβια που περνάνε Πώς να με φωνάζεις: Λέγε με «καπετάνιο A, καταλαβαίνω τι σε απασχολεί Έριξε στον πάγκο τρία τέσσερα χρυσά νομίσματα, -Μόλις τελειώσουν, πες μου το έκανε υπεροπτικά, λες κι ήταν κανένας ναύαρχος Και για να λέμε την αλήθεια, όσο βρώμικα κι αν ήταν τα ρούχα του, του τραχιά κι όξεστη η συμπεριφορά του δεν έμοιαζε γι απλός ναύτης αλλά γι' αφεντικό που έχει συνηθίσει να διατάζει και να τον υπακούνε. Ο άνθρωπος που του κουβαλούσε την κασέλα του μάς είπε πως είχε ξεμπαρκάρει την προηγούμενη μέρα και πως είχε πάρει σβάρνα όλα τα πανδοχεία της ακτής. Φαντάζομαι πως διάλεξε τελικά το δικό μας γιατί άκουσε πώς ήταν ήσυχο, με καλό κι απομονωμένο. Αυτό ήταν όλα όσα μπορέσαμε να μάθουμε για τον νοικάρη μας φαγητό. Ήταν ένας άνθρωπος εξαιρετικά λιγομίλητος. Όλη μέρα τριγύριζε στην ακροθαλασσιά και στα βράχια, μ' ένα μακρύ κυάλι. Το βράδυ καθόταν σε μια γωνιά πίνοντας δυνατό ρακί Τόν περισσότερο καιρό δεν απαντούσε όταν κάποιος πήγαινε να του μιλησει τον κάρφωνε με το άγριο βλέμμα ξεφυσώντας σαν ροκάνα, που γρήγορα όλοι έμαθαν να τον αφήνουν στην ησυχία του. Κάθε φορα που γυριζε από τον περίπατό του, ρωτούσε μήπως είχε φανη κατά δω κανένας ναυτικός. Στην αρχή σκεφτήκαμε πως τον βάραινε η μοναξιά αλλά στο τέλος καταλάβαμε πώς, αντίθετα, φοβόταν μια τέτοια συνάντηση κι ήθελε να την αποφύγει. Κάθε φορά που έρχονταν στον ναύαρχο Μπένμποου- ένας ναυτικός (κι αυτό γινόταν όταν ήθελε να πάει κανείς στο Μπρίστολ ακολουθώντας την ακτή) τον εξέταζε προσεχτικά πίσω από την κουρτίνα της πόρτας πρίν μπει μέσα στην αίθουσα και μπορούσες να βάλεις στοίχημα πως δεν θ' άνοιγε το στόμα του να πη κουβέντα, όσο και καινουργιοφερμένος βρισκόταν εκεί. Προσωπικά, εγώ, έβρισκα απόλυτα φυσικές αυτές τις προφυλάξεις του: μήπως δεν μ' είχε πάρει κατά μέρος μια μέρα τάζοντας να μου δίνη ένα ασημένιο νόμισμα τεσσάρων πεννών κάθε πρώτη του μηνός, για να χω το νου μου και να τον ειδοποιήσω αν τύχαινε να φανεί ένας ναυτικός μ ' ένα μόνο πόδι, "Ετσι, όταν πλησίαζε η πρωτομηνιά και του ζητούσα τα λεφτά της αμοιβής μου, περιοριζόταν να ξεφυσά δυνατά και να με κοιτάζει καλά - καλά από την κορυφή ως τα νύχια. Ήξερα όμως, ότι πριν περάσει η βδομάδα, θα με πλήρωνε και θα ανανέωνε την παραγγελία του να 'χω τα μάτια μου τέσσερα για τον μονοπόδαpο ναυτικό . Αυτός ο μονοπόδαρος, κατάντησε να πάρει εφιαλτικές διαστάσεις στο μυαλό μου. Τις άγριες νύχτες που η Θύελλα θρασομανούσε ταρακουνώντας συθέμελα το σπίτι και τα κύματα έσπαζαν βογκώντας στα βράχια, θαρρούσα πώς τον έβλεπα να ξεπροβάλει μέσα στο σκοτάδι, με χίλιες διαβολικές μορφές, άλλοτε το πόδι του ήταν κομμένο από το γόνατο, άλλοτε από το μηρό κι άλλοτε, πάλι, ονειρευόμουν ότι ήταν ένα τερατώδες πλάσμα μ ενα μόνο ποδάρι φυτρωμένο από γεννησιμιού του στη μέση του κουτσουρεμένου κορμιού του, που με κυνηγούσε πηδώντας σαν την ακρίδα στους βράχους, Ξύπναγα ολότρεμος και συλλογιζόμουνα πως τις δεκάρες που μου έδινε ο καπετάνιος τις είχα κερδίσει με μπόλικο ιδρώτα. Αντίθετα, μπορώ να πω ότι ήμουνα ο μόνος σπ' όσους τον είχαν γνωρίσει, που δεν φοβόμουνα τον καπετάνιο. Ήταν βράδια που άρχιζε να τραγουδά εκείνα τα καταραμένα τραγούδια του δίχως να νοιάζεται για κανέναν. Άλλοτε, πάλι κερνούσε όσους βρίσκονταν στη σάλα κι οι τρομαγμένοι πελάτες ήταν αναγκασμένοι ν’ ακούνε τις ιστορίες του και να τραγουδάνε μαζί του. Πόσες φορές δεν άκουσα ν' αντιλαλεί το καπηλειό μας σε αυτό το «Γιο χο χο κι ένα μπουκάλι ρούμι» - κι ο καθένας από το φόβο του, να πασχίζει να το τραγουδήσει δυνατότερα από το γείτονά του! Όταν τον ζάλιζε το πιοτό, γινόταν ο πιο τυραννικός άνθρωπος φώναζε πως δεν προσέχουν τις διηγήσεις του. Ούτε κι επέτρεπε σε κανέναν να φύγει από το καπηλειό μέχρι που να πέσει ο ίδιος κάτω, τύφλα από το μεθύσι και να τον κουβαλήσουμε στο κρεβάτι του. Οι ιστορίες που διηγιόταν κατατρόμαζαν το ακροατήριο του ήταν ανατριχιαστικές, γεμάτες κρεμάλες και βασανιστήρια και καταιγίδες και βίαιους θανάτους. Ακούγοντας τον έπρεπε να χε περάσει τη ζωή του ανάμεσα στα χειρότερα καθάρματα που ταξίδεψαν ποτέ στις θάλασσες. Κι όλα αυτά τα διηγιόταν με τόσα προστυχόλογα που τάραζαν τους ανθρώπους περισσότερο από τα ίδια τα περιστατικά. Ο πατέρας μου έλεγε πως ο άνθρωπος αυτός θα του κλείσει το καπηλειό γιατί στο τέλος δεν θα πατούσε κανένας πελάτης το πόδι του. «Γιατί να έρθουν; Για να τους βρίζει και να τους τυραννάει και στο τέλος να πηγαίνουν σπίτια τους παγωμένοι από το φόβο, δίχως να μπορούν αν κοιμηθούν, απ τις ιστορίες που άκουγαν;» Εγώ δεν συμφωνούσα. |