Σέζαρ Βαγιέχο ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Η συλλογή με ποιήματα, "The Black Heralds, Οι μαύροι αγγελιοφόροι" -εκδόθηκε το 1919-, χαρακτηρίζεται από τον σκοτεινό και δραματικό τόνο και εξερευνά θέματα όπως ο θάνατος, η αποξένωση και ο αγώνας για νόημα σε έναν χαοτικό κόσμο (μετά τον Α παγκόσμιο πόλεμο).

Σέζαρ Βαγιέχο

Οι μαύροι αγγελιοφόροι


Υπάρχουν χτυπήματα στη ζωή, τόσο ισχυρά... δεν ξέρω!
Στιγμές που σαν να έρχονται από το μίσος του Θεού·
Πίσω από τις οποίες, όλα τα βαθιά νερά της εμπειρίας
συσσωρεύονται μέσα στη ψυχή... δεν ξέρω!

Είναι λίγες, αλλά υπάρχουν... ανοίγουν σκοτεινές χαράδρες
στο πιο φοβερό πρόσωπο και στην πιο δυνατή πλάτη.
Ίσως είναι οι ίπποι εκείνου του πολεμάρχου, του Αττίλα,
ή οι μαύροι αρχαγγέλοι που μας έχει στείλει ο θάνατος.

Είναι οι βαθιές άβυσσοι της ψυχής της Ισπανίας
που πλησιάζουν τη σάρκα των ταύρων με χιλιάδες τρόπους,
είναι οι κιθάρες που ακούγονται στη σιωπή των σωμάτων
που τα πουλιά τις κακομαθαίνουν για να τις σιγήσουν.

Είναι τα στοιχειά στα γεφύρια πάνω από ποταμούς αίματος,
και οι κήποι του ηλιοβασιλέματος που τρέμουν από τα φίδια,
υπάρχουν στιγμές στη ζωή, τόσο ισχυρές... δεν ξέρω!

Η μαύρη πέτρα

Μαύρη πέτρα πάνω σε άσπρη πέτρα
Θα πεθάνω στο Παρίσι με βροχή,
μία μέρα που στη θύμηση ήδη έχω.
Θα πεθάνω στο Παρίσι – και δεν τρέχω –
ίσως μια Πέμπτη, σαν ετούτη, φθινοπωρινή.
Πέμπτη θα είναι, γιατί σήμερα, Πέμπτη, καθώς γράφω
αυτά τα λόγια, τους ώμους μου έχω καταντήσει
να πονάνε και, ποτέ σαν σήμερα, δεν έχει ξαναγίνει,
σ’ όλο το δρόμο μου, να με θωρώ μονάχο.
Ο Θέσαρ Βαγιέχο έχει πεθάνει, τον χτυπούσαν
όλοι τους, δίχως κακό σ’ αυτούς να έχει κάνει,
του ‘δωσαν δυνατά με μία βέργα και δυνατά
ον χτύπησαν και με σκοινί,
κι είναι οι μάρτυρές του
της Πέμπτης οι ημέρες και οι ώμοι,
η μοναξιά, οι στάλες της βροχής, οι δρόμοι...

Ποίημα για να διαβαστεί και να τραγουδηθεί

Ξέρω πως είναι κάποιος
που με ψάχνει μέσα στο χέρι του νύχτα-μέρα,
και με βρίσκει, κάθε λεπτό, μες στα παπούτσια του.
Δεν ξέρει πως η νύχτα είναι θαμμένη
με σπιρούνια πίσω από την κουζίνα;

Ξέρω πως είναι κάποιος καμωμένος από τα μέλη μου,
που τον ολοκληρώνω όταν το ανάστημά μου
καλπάζει στο ακριβές του πετραδάκι.
Αγνοεί πως στο χρηματοκιβώτιό του
δε θα επιστρέψει νόμισμα που βγήκε απ’ το πορτρέτο του;

Ξέρω τη μέρα,
αλλά μου έχει ξεφύγει ο ήλιος
ξέρω την παγκόσμια πράξη που έκανε το κρεβάτι του
με ξένο κουράγιο κι εκείνο το χλιαρό νερό,
που η φαινομενική συχνότητά του είναι ένα ορυχείο.
Είναι, ίσως, τόσο μικρός εκείνος ο άνθρωπος
που τον πατούν τα ίδια του τα πόδια;

Μια γάτα είναι το σύνορο ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εμένα,
ακριβώς πλάι στο κύπελλό της με το νερό.
Τον βλέπω στις γωνίες, ανοίγει, κλείνει
το κουστούμι του, μάλλον μια ερωτηματική φοινικιά…
Τι άλλο μπορεί να κάμει παρά ν’ αλλάξει κλάμα;