Πωλ Βερλαίν

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Πωλ Βερλαίν

Επιλεγμένα ποιήματα

ΤΟ ΟΙΚΕΙΟ ΜΟΥ ΟΝΕΙΡΟ
Συχνά έχω τούτο το παράξενο
και διαπεραστικό όνειρο
μιας γυναίκας άγνωστης
που αγαπώ και με αγαπά
και που όμως δεν είναι κάθε φορά
ούτε ακριβώς η ίδια
αλλά ούτε και κάποια άλλη,
και με αγαπά και με καταλαβαίνει
Γιατί εκείνη με καταλαβαίνει
και η καρδιά μου είναι διάφανη
για αυτή μονάχα και τον ιδρώτα
του χλωμού προσώπου μου
μονάχα αυτή ξέρει να δροσίζει
με το κλάμα της
Να είναι άραγε καστανή,
ξανθιά ή κοκκινομάλλα;
Δεν ξέρω το όνομά της;
Θυμάμαι πως είναι γλυκό και εύηχο
σαν τα ονόματα των αγαπημένων
που μας στέρησε η ζωή
Το βλέμμα της είναι όμοιο
με το βλέμμα των αγαλμάτων
και όσον αφορά τη φωνή της,
απόμακρη και ήρεμη και σοβαρή,
με τη χροιά αγαπημένων φωνών
που σώπασαν.

Έξι βδομάδες κιόλας
Έξι βδομάδες κιόλας,
Κι άλλες δεκαπέντε ακόμα,
Μέρες ατέλειωτες!
Μες στους ανθρώπινους καϋμούς,
Βέβαια, καϋμός πικρός
Σάν το χωρισμό δεν είναι!
Γράφεις, σου γράφουν,
Λες πως αγαπάς, πως σ' αγαπάνε,
Το βλέμμα, κάθε μέρα,
Τις κινήσεις, τη φωνή
Του πλάσματος φέρνεις στο νου
Που είναι όλη η ύπαρξή σου,
Ώρες μ' εκείνον μοναχός
Μιλείς που είναι μακρυά.
Μα ό,τι κι αν αισθανθείς
κι ότι κι αν στοχαστείς
και όλα όσα Με εκείνον πεις
που βρίσκεται μακρυά σου,
Είναι όλα αυτά
Άτονα και άχρωμα
και μελαγχολικά πιστά.
Ω, η απουσία!
Η πιο σκληρή απ' τις δυστυχίες όλες!
Στις λέξεις και στις φράσεις
να ζητείς ξαλαφρωμό,
Στο άπειρο μέσα πλήθος
Των θλιμμένων στοχασμών σου,
Κι' ό,τι θα βρεις
ανούσιο πάντα να 'ναι και πικρό!
Κι' ύστερα, να,
αιχμηρή και κρύα σάν λεπίδι,
Ταχύτερη από τα πουλιά,
κι' από τις σφαίρες πιο γοργή,
Κι απ' το νοτιά στη θάλασσα
Κι απ' τ' αγριοφύσημά του,
Και μ' ένα δηλητήριο
στην αιχμή θανατερό,
Να, όμοια με βέλος,
Που έρχεται στο τέλος η Υποψία,
Εξαπολυμένη από την άθλια
Την βδελυρή Αμφιβολία
Μπορεί ποτέ;
Ενώ στο τραπέζι ακουμπισμένος
Το γράμμα της με δάκρυα
το διαβάζω εγώ,
Το γράμμα της που όλο
για την αγάπη της μου λέει,
Την ώρα εκείνη η σκέψη της
να 'ναι δοσμένη αλλού;
Ποιος ξέρει:
Ενώ για μένα αργές εδώ και θλιβερές
Κυλούν οι μέρες,
σαν ποτάμι μ' όχθη ξεραμένη,
Ίσως να χαμογέλασε
το χείλι της τ' αγνό;
Ίσως και να 'ναι χαρούμενη
και να με λησμονάει;
Και μελαγχολικός
το γράμμα της ξαναδιαβάζω.
μετάφραση: Κλέων Παράσχος
από την Νέα Εστία, τχ. 188
15 Οκτωβρίου 1934
(αρχείο ΕΚΕΒΙ)
Με προσαρμογή στα νέα Ελληνικά

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Νύχτα. Βροχή.
Ένας ουρανός θαμπός,
που τον σπαθίζει,
όσο είναι φως,
με πύργους και με τόξα,
η σιλουέτα πολιτείας γοτθικής,
μακριά μες στο σταχτί σβησμένης.
Κάμπος.
Μια αγχόνη,
από κορμιά που σήπονται γεμάτη,
Που με τις μύτες
τα σκουντούν τ' αχόρταγα κοράκια,
κι ενώ χορεύουν άμοιαστες πόλκες
στον μαύρο αέρα, τα κρεμασμένα πόδια τους
τα 'χουν οι λύκοι για δείπνο.
Αγκάθια σκόρπια,
λιγοστά χαμόδεντρα και πρίνοι,
που δώθε κείθε όλο πετούν
των φύλλων τους τα σκιάχτρα
μέσα στο σάλο της καπνιάς,
καθώς σε σκίτσου φόντο.
Κι ύστερα,
γύρω από δυο τρεις νεκρόθωρους δεσμώτες,
που παν γυμνοπόδαροι,
φρουροί διακόσοι κι εικοσιπέντε
τους πάνε, και τ' ατσάλια τους,
ορθά σαν λυγισμένα ατσάλια,
γυαλίζουνε,
αντιμέτωπα με της βροχής
τις λόγχες.
Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.

ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Η δύση άφηνε
τις ύστατες αχτίδες
κι ο άνεμος τα χλωμά
τα νούφαρα κινούσε,
τ' ανοιχτά νούφαρα,
μέσα από τα καλάμια
θλιβερά γυάλιζαν
στο άτρεμο κύμα απάνω.
Μόνος πλανιόμουνα,
σέρνοντας την πληγή μου
μέσα από τις ιτιές,
μπρος στων νερών το μάκρος, που η πάχνη η άπλαστη
έμοιαζε μεγάλο φάντασμα
άσπρο σαν το χιόνι, απελπισμένο,
με τις άγριες πάπιες
μαζί θρηνώντας,
που τα φτερά χτυπάν
κι η μια την άλλη κράζουν,
μέσα από τις ιτιές,
που ολομόναχος πλανιόμουν
σέρνοντας την πληγή μου,
και των ίσκιων ήρθε
το άφεγγο σάβανο,
τις ύστατες να πνίγει
της δύσης αντήλιες
μες στα χλωμά νερά του
και τα νούφαρα,
μεσ' από τα καλάμια,
τ' ανοιχτά νούφαρα
στο άτρεμο κύμα απάνω.
Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.

ΑΚΟΥ, ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΘΛΙΒΕΤΑΙ
Άκου, το κέρας θλίβεται κατά τα δάση
κι έχει τόσον καημό,
που ορφάνιες θυμίζει
κι έρχεται ως του βουνού
τα πόδια να σωπάσει
με τ' αγέρι που τρέχει
και στενά γαβγίζει.
του λύκου κλαί' η ψυχή
σε τούτη τη φωνή
που βγαίνει
(όπως κι ο ήλιος, που όλο χαμηλώνει)
από μιαν αγωνία που μοιάζει ταπεινή
και που μια σε μαγεύει,
μια σε φαρμακώνει.
Το παράπονο τούτο
ως για να το χορταίνει,
σε ξέφτια μακρουλά
το χιόνι κατεβαίνει,
με τον ήλιο που μέσα
στο αίμα βασιλεύει.
Στεναγμός χινοπώρου μοιάζει η ατμόσφαιρα:
ω, τόσο είναι γλυκιά η μονότονη εσπέρα,
που ο τόπος ο ήμερος τον ύπνο του γυρεύει.
Μετάφραση: Τέλλος Άγρας

ΤΑ ΧΕΡΙΑ
Τα χέρια τ' ακριβά, δικά μου που έγιναν,
ωραία ωραία, μικρά μικρά,
κι ύστερ' απ' όλα τα θανάσιμα γλιστρήματα
κι απ' όλα αυτά τ' ανίερα κοσμικά.
Ύστερ' από τ' αραξοβόλια και τις αμμουδιές
κι από τους τόπους κι από τα λημέρια,
ρηγούσαν τα χέρια πιο πολύ κι απ' των παραμυθιών,
μου ανοίγουν τα όνειρα τ' αγαπημένα χέρια.
Ονειρευτά χέρια απλωμένα απάνω απ' την ψυχή μου,
τάχα το ξέρω εγώ τι θα 'χετε καταδεχτεί
να πείτε της ψυχής μου που μαράζωσε
μέσα σ' αυτού του κόσμου την κακούργα βοή;
Τάχα είναι ψέμα το όραμα σεμνό που το ανοίγω,
συμπάθειας όραμα πνευματικής,
μιας επιστήθιας, μιας απέραντης αγάπης,
στοργής που όλα μου πάνω της τα παίρνει μητρικής;
Αγαπημένα μου όνειρα, χεράκια μου αγιασμένα
πόνε πανώριε, ποθητέ δαρμέ μου εσύ,
τα χέρια αυτά, τα χέρια αυτά, σεπτά μου χέρια,
κάματε τη χειρονομία που συγχωρεί.
Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς