|
Ιούλιος Βερν ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Ιούλιος ΒερνΟ ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΣΕ ΟΓΔΟΝΤΑ ΗΜΕΡΕΣΚΕΦΆΛΑΙΟ 1 Όπου ο Φιλέας Φογκ προσλαμβάνει τον Πασπαρτού και αρχίζει η περιπέτεια... Το 1872, στο σπίτι με τον αριθμό 7 της οδού Σάβιλ, στο άλσος Μπέρλινγκτον -όπου είχε πεθάνει στα 1816 ο Σέρινταν- κατοικούσε ο εξοχότατος Φιλέας Φογκ, ένα από τα πιο ιδιόρρυθμα και σοβαρά μέλη της Μεταρρυθμιστικής Λέσχης του Λονδίνου, ο οποίος, όμως, έδειχνε ότι πάσχιζε να μην κάνει τίποτα που θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή. Έτσι λοιπόν, έναν από τους μεγαλύτερους ρήτορες, που τιμούν την Αγγλία, είχε διαδεχτεί αυτός ο Φιλέας Φογκ, αινιγματικό πρόσωπο, για το οποίο κανένας δεν ήξερε τίποτα, παρά μόνο ότι ήταν πολύ ανοιχτοχέρης, κι ένας από τους ομορφότερους κυρίους της αγγλικής αριστοκρατίας. Έλεγαν πως έμοιαζε στον λόρδο Βύρωνα -στο κεφάλι, τουλάχιστον, αφού τα πόδια του κυρίου Φογκ δεν είχαν κα νένα ελάττωμα- αλλά έναν Βύρωνα με μουστάκι και φαβο ρίτες, έναν Βύρωνα απαλή και φλεγματικό, που θα είχε ζή σει χίλια χρόνια χωρίς να γεράσει. Ο Φιλέας Φογκ ήταν σίγουρα Άγγλος, αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να πει αν ήταν Λονδρέζος. Δεν τον είχαν δει ποτέ στο Χρηματιστήριο, ούτε στην Τράπεζα, ούτε σε κανένα από τα ταμεία της πόλης. Ούτε το λιμάνι, ούτε οι αποβάθρες του Λονδίνου είχαν φιλοξενήσει ποτέ κανένα πλοίο ιδιοκτησίας του Φιλέα Φογκ. Αυτός ο κύριος δεν εμφανιζόταν σε κανένα διοικητικό συμβούλιο. Το όνομά του δεν είχε ακουστεί ποτέ σε κάποιον Δικηγορικό Σύλλογο, ούτε στο Τεμπλ, ούτε στο πανδοχείο Λίνκολν, ούτε στο πανδοχείο Δεν είχε ποτέ επισκεφτεί το πρωθυπουργικό γραφείο, ή τη Βασιλική Τράπεζα, ή το υπουργείο Οικονομικών, ή την Εκκλησιαστική Σχολή. Δεν ήταν ούτε βιομήχανος, ούτε μεγαλέμπορος, ούτε καταστηματάρχης, ούτε κτηματίας. Δεν ήταν μέλος της Βασιλικής Εταιρείας της Μεγάλης Βρετανίας, ούτε της Εταιρείας του Λονδίνου, ούτε της Εταιρείας Χειροτεχνών, ούτε της Εταιρείας Ράσελ, ούτε της Φιλολογικής Εταιρείας της Δύσεως, ούτε της Εταιρείας Δικαίου, ούτε καν της Εταιρείας Τεχνών και Επιστημών, που βρισκόταν υπό την άμεση προστασία της Αυτής Μεγαλειότητος. Τελικά, δεν ανήκε σε καμιά από τις πολυάριθμες εταιρείες που αφθονούσαν στην αγγλική πρωτεύουσα, ξεκινώντας από την Εταιρεία των Μουσικών και φτάνοντας μέχρι την Εντομολογική Εταιρεία, η οποία είχε ιδρυθεί κυρίως με σκοπό την εξαφάνιση των ενοχλητικών εντόμων. Ο Φιλέας Φογκ ήταν μέλος της Μεταρρυθμιστικής Λέσχης τελεία και παύλα. Για όποιον ίσως απορούσε, πώς ένας τόσο μυστηριώδης κύριος συγκαταλεγόταν στα μέλη αυτής της αξιοσέβαστης Λέσχης, θα απαντήσουμε ότι τον είχαν συστήσει οι Αδελφοί Μπάρινγκ, στην τράπεζα των οποίων διατηρούσε ανοιχτό λογαριασμό. Από 'κεί προερχόταν και η οικονομική «επιφάνειά» του πλήρωνε κανονικά και «επί τη εμφανίσει» τις επιταγές του από το απόθεμα του τρέχοντος λογαριασμού του, ο οποίος φαινόταν. Δίχως άλλο, ο Φιλέας Φογκ ήταν πλούσιος. Όμως, το πώς ακριβώς είχε αποκτήσει την περιουσία του δεν θα μπορούσαν να το πουν ούτε και οι πιο καλά πληροφορημένοι – και ο κύριος Φογκ ήταν ο τελευταίος στον οποίο θα μπορούσε κανείς να απευθυνθεί, προκειμένου να λύσει αυτή την απορία. Πάντως, δεν ήταν διόλου σπάταλος, χωρίς όμως να είναι και τσιγκούνης, αφού όποτε χρειαζόταν κάποιο χρηματικό ποσό για κάτι ευγενές, χρήσιμο ή γενναιόδωρο, το πρόσφερε πρόθυμα εκείνος, και μάλιστα ανώνυμα. Με δυο λόγια, δεν υπήρχε λιγότερο κοινωνικό πλάσμα απ' αυτόν τον ευγενή. Η καθημερινή ζωή του ήταν φανερή, αλλά ό,τι έκανε, ήταν πάντα ακριβώς το ίδιο με ό,τι είχε κάνει και την προηγούμενη ημέρα, και γι' αυτό η φαντασία, ανικανοποίητη, αναζητούσε κάτι περισσότερο. Είχε ταξιδέψει; Μάλλον, γιατί κανένας δεν κατείχε καλύτερα απ' αυτόν τον παγκόσμιο χάρτη. Δεν υπήρχε σημείο, έστω και μακρινό, για το οποίο να μην έχει ο κύριος Φογκ κάποια ειδική γνώση. Συχνά, διόρθωνε με λίγες κοφτές και καθαρές φράσεις τις χίλιες εικασίες που κυκλοφορούσαν στη Λέσχη για χαμένους ή ξεστρατισμένους ταξιδιώτες υποδείκνυε τις πραγματικές πιθανότητες και τα λό για του φαίνονταν συχνά εμπνευσμένα από τη γνώση μιας δεύτερης ζωής, ιδίως όταν τα γεγονότα κατέληγαν πάντα να τον δικαιώνουν. Ήταν ένας άνθρωπος που θα πρέπει να είχε ταξιδέψει παντού – τουλάχιστον νοερά. Το μόνο βέβαιο ήταν πως εδώ και πολλά χρόνια, ο Φιλέας Φογκ δεν είχε εγκαταλείψει το Λονδίνο. Όσοι είχαν την τιμή να τον γνωρίζουν λίγο περισσότερο από τους άλλους, διαβεβαίωναν ότι –εκτός από εκείνον τον ίσιο δρόμο που έπαιρνε καθημερινά για να πάει από το σπίτι του στη Λέσχη- κανένας δεν μπορούσε να ισχυριστεί ότι τον είχε δει σε οποιοδήποτε άλλο μέρος. Περνούσε την ώρα του διαβάζοντας εφημερίδες και παίζοντας ουίστ. Κέρδιζε συχνά σ' αυτό το σιωπηρό παιχνίδι, που τόσο ταίριαζε στη φύση του, αλλά τα κέρδη δεν έμπαιναν ποτέ στο πορτοφόλι του τα έβαζε στην άκρη, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να τα ξοδέψει σε φιλανθρωπίες. Άλλωστε, πρέπει να σημειώσουμε ότι ο κύριος Φογκ έπαιζε καθαρά για τη χαρά του παιχνιδιού, και όχι για το κέρδος. Το παιχνίδι ήταν γι' αυτόν μια μάχη, ένας αγώνας ενάντια στις δυσκολίες, αλλά ένας αγώνας στατικός, χωρίς μετακινήσεις, χωρίς κούραση-κά τι που ταίριαζε επίσης στο χαρακτήρα του. Κανείς δεν ήξερε έχει Φιλέας παιδιά -κάτι που μπορεί να συμβεί και στους εντιμότερους ανθρώπους- συγγενείς, φίλους πράγμα, αλήθεια, ακόμη πιο σπάνιο. Φιλέας Φογκ έμενε μόνος στο σπίτι της οδού βιλ, όπου δεν πατούσε ψυχή. Ποτέ δεν έκανε λόγο για προ σωπικά του. Ένας και μόνο υπηρέτης, του αρκούσε. Γευμάτιζε και δειπνούσε στη Λέσχη, ώρες προσδιορισμένες ακρίβεια χρονομέτρου, στην ίδια πάντα αίθουσα, στο ίδιο τραπέζι, χωρίς συντροφιά, χωρίς κανέναν καλεσμένο, και επέστρεφε στο σπίτι του μόνο για κοιμηθεί, ακριβώς μεσάνυχτα, χωρίς ποτέ χρησιμοποιήσει εκείνα άνετα δωμάτια που διέθετε Μεταρρυθμιστική Λέσχη στα μέλη της. σύνολο είκοσι είτε για κοιμηθεί, είτε για ασχοληθεί την τουαλέτα του. Όταν αποφάσιζε να ξεμουδιάσει, περπατούσε με ομοιόμορφα πάντα βήματα στη σάλα της εισόδου, που ήταν στρωμένη με ξύλινο μωσαϊκό, στην κυκλική στοά, πάνω από την οποία απλωνόταν ένας στρογγυλός τρούλος μπλε παράθυρα, στηριγμένος είκοσι κόκκινους ιωνικούς κίονες. Αν δειπνούσε γευμάτιζε εκεί, κουζίνες, κελάρι, αποθήκες, το ψαράδικο, το γαλακτοπωλείο της Λέσχης, προμήθευαν στο τραπέζι του τα νόστιμα αποθέματά τους σερβιτόροι της Λέσχης, όλοι τους σοβαροί, φρακοφορεμένοι, φορώντας παπούτσια σόλες από βακέτα, τον σερβίριζαν σε ειδικές πορσελάνες, πάνω ένα θαυμαστό τραπεζομάντιλο από ύφασμα της Σαξονίας περίφημα κρύσταλλα της Λέσχης φιλοξενούσαν το σέρι του, πόρτο, το κρασί του, αρωματισμένο με κανέλα, τέλος, πάγος φερμένος με πολλά έξοδα από τις λίμνες της Αμερικής, διατηρούσε τα ποτά του ικανοποιητικό επίπεδο δροσιάς. Αν κάποιος που ζει αυτές τις συνθήκες θεωρείται εκκεντρικός, θα πρέπει να δεχτούμε πως η εκκεντρικότητα έχει γούστο! Το σπίτι της οδού Σάβιλ, χωρίς να είναι υπερπολυτελές, ξεχώριζε για τις εξαιρετικές ανέσεις του. Άλλωστε, με τις αμετακίνητες συνήθειες του ενοίκου του, δεν υπήρχαν εκεί μέσα και πολλές δουλειές. Ωστόσο, ο Φιλέας Φογκ απαιτούσε από τον μοναδικό του υπηρέτη εξαιρετική ακρίβεια. Μάλιστα, το ίδιο εκείνο πρωινό, στις 2 Οκτωβρίου, ο Φιλέας Φογκ είχε απολύσει τον Τζέιμς Φόστερ επειδή ο νεαρός του είχε φέρει νερό για το ξύρισμα σε θερμοκρασία ογδόντα τεσσάρων βαθμών Φαρενάιτ, και όχι ογδόντα έξι- και περίμενε τον αντικαταστάτη του, που έπρεπε να εμφανιστεί κάποια στιγμή ανάμεσα στις έντεκα και εντεκάμιση. Ο Φιλέας Φογκ, καθισμένος στητός στην πολυθρόνα του, με τα πόδια κολλημένα, σαν στρατιώτης σε επιθεώρηση, τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατα, το σώμα ευθυτενές, το κεφάλι ψηλά, παρακολουθούσε τον δείκτη του εκκρεμούς, ενός σύνθετου οργάνου που έδειχνε ώρες, πρώτα λεπτά, δευτερόλεπτα, ημέρα, ημερομηνία και έτος. Ακριβώς στις εντεκάμιση, ο κύριος Φογκ έπρεπε, κατά την καθημερινή του συνηθεία, να φύγει από το σπίτι και να πάει στη Μεταρρυθμιστική Λέσχη. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος χτύπησε την πόρτα του μικρού σαλονιού, όπου βρισκόταν ο Φιλέας Φογκ, και παρουσιάστηκε ο Τζέιμς Φόστερ, ο απολυμένος υπηρέτης. - Ο νέος υπηρέτης! ανάγγειλε. Ένας νέος άντρας, τριάντα περίπου χρόνων, εμφανίστηκε και υποκλίθηκε. - Είσαι Γάλλος και λέγεσαι Τζον, τον ρώτησε ο Φιλέας Φογκ. -Ζαν, αν αυτό δεν δυσαρεστεί τον κύριο, απάντησε ο νεο φερμένος: Ζαν Πασπαρτού, ένα παρατσούκλι που φανερώνει την ικανότητά μου να τα βγάζω πέρα σε όλες τις περιστάσεις. Πιστεύω πως θα είμαι τίμιος υπηρέτης, κύριε, αλλά, για να είμαι ειλικρινής, έχω κάνει πολλά επαγγέλματα. Ήμουν πλανόδιος τραγουδιστής, ιπποκόμος σε τσίρκο, σχοινοβάτης σαν τον Λεοτάρ και ισορροπιστής σαν τον Μπλοντέν ύστερα, για να αξιοποιήσω τα ταλέντα μου έγινα καθηγητής γυμναστικής, και τελικά λοχίας της Πυροσβεστικής στο Παρίσι Έχω μάλιστα στο ενεργητικό μου αξιόλογες πυρκαγιές. Πάνε όμως πέντε χρόνια που άφησα τη Γαλλία, κι επειδή θέλω να χαρώ τη σπιτική ζωή, δουλεύω υπηρέτης στην Αγγλία. Καθώς λοιπόν βρέθηκα χωρίς θέση κι έμαθα ότι ο κύριος Φογκ είναι ο πιο σωστός και τακτικός κύριος στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρουσιάστηκα, με την ελπίδα ότι εδώ θα ζήσω ήσυχα και θα ξεχάσω μέχρι και το όνομα Πασπαρτού... - Εμένα μου αρέσει το Πασπαρτού, απάντησε ο ευγενής. Έχω καλές πληροφορίες για σένα. Ξέρεις τους όρους μου; – Μάλιστα, κύριε. - Ωραία. Τι ώρα έχεις; Έντεκα και είκοσι πέντε, απάντησε ο Πασπαρτού, αφού πρώτα συμβουλεύτηκε ένα τεράστιο ασημένιο ρολόιπου έβγαλε από βάθη της τσέπης του. - Πας πίσω, είπε ο κύριος Φογκ. - Να με συγχωρήσει ο κύριος, μα αυτό είναι αδύνατον. - Πας πίσω τέσσερα ολόκληρα λεπτά. Δεν έχει όμως σημασία. Αρκεί να εντοπίσει κανείς τη διαφορά. Λοιπόν, απ' αυτή τη στιγμή, έντεκα και είκοσι εννέα το πρωί, σήμερα, 2 Οκτωβρίου 1872, είσαι στην υπηρεσία μου. Με αυτά τα λόγια, ο κύριος Φογκ σηκώθηκε, πήρε το καπέλο του με το αριστερό χέρι, το τοποθέτησε στο κεφάλι του με κίνηση μηχανικής κούκλας και χάθηκε χωρίς να προσθέσει λέξη. Ο Πασπαρτού άκουσε την εξώπορτα να κλείνει μία φορά: έβγαινε ο καινούριος του κύριος ύστερα, δεύτερη φορά: ήταν ο προκάτοχός του, ο Τζέιμς Φόστερ, που έφευγε με τη σειρά του. Ο Πασπαρτού έμεινε μόνος στο σπίτι της οδού Σάβιλ. |