Ντέρεκ Γουόλκοτ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ντέρεκ Γουόλκοτ

Επιλεγμένα ποιήματα

Μεσοκαλόκαιρο, Τομπάγκο
Πλατιές ακρογιαλιές
απ’ τον ήλιο μεθυσμένες.
Ζέστη λευκή.
Ένα πράσινο ποτάμι.
Ένα γεφύρι,
καψαλισμένοι κίτρινοι φοίνικες
απ’ το σπίτι που σε θερινή νάρκη
λαγοκοιμάται όλο τον Αύγουστο.
Μέρες που κράτησα,
μέρες που έχασα,
μέρες που μεγάλωσαν πια,
και σαν κόρες
αφήνουν το λιμάνι της αγκαλιάς μου.

Από τόσο μακριά
Ι.
Τα λευκά αμύγδαλα του αγάλματος κοιτάνε
τα κλαδιά της αμυγδαλιάς που παλεύουν
να ξεντυθούν τη σκιά τους
όπως το κορίτσι το φουστάνι του –
μια κίνηση που σπάνια
έκανε ποτέ η αφηρημένη πέτρα.
Ένα ελληνικό φορτηγό
περνάει μέσα από των κλαδιών το δίχτυ
στον ήχο των τρακτέρ
που λαμοτομούν τον βράχο
στο αμπάρι του ένα φορτίο
από μαρμάρινα κεφάλια
από τον Ορφέα στον Ωνάση,
η θάλασσα μια σημαία πάντοτε κρατούσε:
άσπρες ρίγες τα κύματα στο αναλλοίωτο μπλε.
Κροταλίζει το παράθυρο του ουρανού
από τις ταχύτητες που τρίζουνε στην όπισθεν
αλλά κανένα λίθινο κεφάλι
δεν κυλάει στην ωχρά σκόνη,
στο χώμα των νησιών μας θεοί δεν είναι θαμμένοι.
Μας τους στείλανε Σεφέρη
και ήταν πεθαμένοι.

Κατάληξη
Μένω στο νερό κοντά, μόνος.
Χωρίς γυναίκα και παιδιά.
Εξάντλησα κάθε δυνατότητα
για να καταλήξω σ' αυτό;
Ένα σπίτι χαμηλό δίπλα σε γκρίζο νερό,
με παράθυρα πάντοτε ανοιχτά
μπροστά στην ξεθυμασμένη θάλασσα.
Αυτά δεν τα διαλέγουμε,
αλλά είμαστε αυτό που φτιάξαμε.
Πονάμε, τα χρόνια περνάνε,
ξεφορτωνόμαστε φορτία
αλλά όχι την ανάγκη τoυ φόρτου.
Η αγάπη είναι μία πέτρα
που έκατσε στο βυθό
κάτω από το γκρίζο νερό.
Τώρα τίποτα δεν ζητώ
από την ποίηση,
μόνο ένα αίσθημα αληθινό,
κανέναν οίκτο, καμία φήμη,
καμία γιατρειά.
Σιωπηλή γυναίκα μου
μπορούμε να καθίσουμε
κοιτάζοντας το γκρίζο νερό
και σε μία ζωή πλημμυρισμένη
μετριότητα και σκουπίδια,
βράχοι να σταθούμε στη ζωή.
Θα ξεμάθω το αίσθημα
θα ξεμάθω το χάρισμά μου.
Αυτό είναι το σπουδαιότερο
και δυσκολότερο απ' αυτό που εκεί
περνάει για ζωή.

Αγάπη μετά την αγάπη [Love after love]
ή
Έρωτας μέτα τον έρωτα

Θα 'ρθει καιρός
όταν με αγαλλίαση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
φτάνοντας στη δική σου πόρτα,
στον δικό σου καθρέφτη,
κι ο ένας χαμογελώντας
θα καλωσορίζει τον άλλον
και κάθησε εδώ θα λέει.
Γευμάτισε.
Θ' αγαπήσεις ξανά τον άγνωστο
που υπήρξε ο εαυτός σου.
Πρόσφερε κρασί. Πρόσφερε ψωμί.
Επέστρεψε την καρδιά σου
στον εαυτό της,
στον άγνωστο που σ' αγάπησε
όλη σου τη ζωή,
κι εσύ αγνοούσες
για κάποιο άλλο πρόσωπο,
που σε ξέρει απ' εξω.
Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα
απ' το ράφι,
τις φωτογραφίες,
τα απεγνωσμένα σημειώματα
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη
το είδωλό σου.
Κάθισε.
Απόλαυσε τη ζωή σου.

Αρχιπέλαγα
Στο τέλος αυτής της φράσης,
θ’ αρχίσει βροχή.
Στην άκρη της βροχής, ένα πανί.
Σιγά-σιγά το πανί
θα χάσει τη θέα των νησιών
μες στην ομίχλη θα χαθεί
η πίστη στα λιμάνια
μιας ολόκληρης φυλής.
Ο δεκαετής πόλεμος τελείωσε.
Της Ελένης τα μαλλιά ένα γκρίζο σύννεφο,
Η Τροία μια τεφροδόχος λευκή
δίπλα στην ψιχάλα της θάλασσας.
Η ψιχάλα τεντώνεται
σαν τις χορδές μιας άρπας.
Ένας άντρας με συννεφιασμένα μάτια
μαζεύει τη βροχή και αγγίζει τη χορδή
του πρώτου στίχου της «Οδύσσειας».

(Mετάφραση Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ,
Στέφανος Παπαδόπουλος)