,
Ανδρέας Καρκαβίτσας

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Με την προσάρτηση της θεσσαλίας στην Ελλάδα, μετά τη συνθήκη που υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1881, ανέκυψε το ζήτημα για την διάδοχη κατάσταση των περιουσιών των Τούρκων που αποχωρούσαν. Η νουβέλα του Καρκαβίτσα "Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ" διαδραματίζεται σε ένα χωριό της Θεσσαλίας στο οποίο οι κάτοικοί του βρίσκονται στα δικαστήρια με τον μπέη της περιοχής για να ξεκαθαρίσουν το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χωριού. Στο χωριό φτάνει ένας γέρος ζητιάνος ονόματι Τζιριτόκωστας, ο οποίος αφού ξυλοφορτώνεται πρώτα από τον τελωνοφύλακα, θα προκαλέσει τη συμπόνια των κατοίκων που θα του προσφέρουν φιλοξενία και τροφή. Τις επόμενες μέρες ο ζητιάνος θα πουλάει «θαυματουργά βόταν» όπως το «αγαπόχορτο» και το «σερνικοβότανο» καθώς και υλικά για ξόρκια και για μαγικά, παίρνοντας σε αντάλλαγμα ό,τι πιο ακριβό έβρισκε στο κάθε σπίτι. Θα δώσει βότανα που θα φέρουν το θάνατο και θα παίξει επιδέξια με την αμάθεια και τη δεισιδαιμονία των χωρικών, ώσπου στο τέλος θα βάλουν φωτιά στο μεγάλο σπίτι του μπέη, με συνέπεια να καταλήξουν όλοι οι άνδρες στη φυλακή ενώ o ζητιάνος θα φεύγει με πλούσια λεία.

Όπως έγραφε ο Πέτρος Χάρης το 1954: «Ο ζητιάνος κατορθώνει με τη πονηριά του να οδηγήσει το χωριό στον όλεθρο. Παίζει με όλες τις προλήψεις, με όλες τις αδυναμίες, με όλες τις κακές συνήθειες των απλοϊκών χωρικών. Και σκοπός του είναι μόνο, να γίνει πλούσιος. Να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει — τη ζητιανιά — όσο καλύτερα γίνεται. Η ιστορία της ράτσας του τρομάζει τον αναγνώστη. Ο ζητιάνος με κάθε κατόρθωμά του παραμερίζει και από μια κουρτίνα για να αφήσει τον αναγνώστη να δει και από μια πλευρά της ελληνικής πραγματικότητας: η κακή διοίκηση, η δυσκίνητη δικαιοσύνη, η μικροπολιτική, η ρουσφετολογία, μια ελεεινή συγκρότηση κράτους.»

Ανδρέας Καρκαβίτσας

O Ζητιάνος

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΗΣ ΝΟΥΒΕΛΑΣ

– Οἱ δικηόροι μας σήκωσαν τὸν νοῦ· ἐμεῖς τὸν ἀγᾶ μας τὸν σεβοπροσκυνοῦμε σὰν τὸν ἅγιο! εἶπε πρῶτος ὁ Παπαρρίζος κάνοντας βαθὺ χαιρετισμὸ ἐμπρὸς στὸν Ντεμὶς ἀγά.

– Ἐμεῖς λευτεριὰ δὲ θέλουμε· ὁ ἀφέντης μας νὰ εἶνε καλά· ἐφώναξαν κι οἱ ἄλλοι, ἄντρες καὶ γυναῖκες μονόγνωμοι.

Ὁ ἀνακριτὴς ἐγύρισε καὶ εἶδε κατάμματα τοὺς συντρόφους του.

– Τοὺς ξέρω ἐγώ· ἐξανάειπε χαμογελώντας· ξέρεις τί ζωντόβολα εἶνε αὐτοὶ οἱ χωριάτες!... Τοὺς ξέρω ἐγώ· τοὺς ἐμελέτησα καλά, χρόνια τώρα!...

Ἀλλ᾿ ἐκείνη τὴν ὥρα νέο πρόσωπο ἐφάνηκε στὴ σκηνή. Ὁ μοίραρχος εἶχεν ἀφήσῃ ἔξω μερικοὺς στρατιῶτες νὰ ψαχουλέψουν ἀκόμη, μήπως συλλάβουν καὶ ἄλλους ἐνόχους. Ἔδωκεν αὐστηρὴ διαταγὴ νὰ περιπολοῦν σὲ μιλίων ἔκταση περίγυρα καὶ ὅποιον ἀπαντήσουν, Καραγκούνη εἴτε ἄλλον διαβάτη, ὅποιος δήποτε καὶ ἂν ἦταν, ἀπ᾿ ὅπου δήποτε καὶ ἂν ἔρχεται, νὰ τὸν συλλάβουν καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν ἀνάκριση. Καὶ τώρα δυὸ στρατιῶτες ἔφεραν ἐκεῖ ἕναν ἐξηνταχρονίτη γέροντα μὲ τὸ γαϊδουράκι του. Ἀλλὰ δὲν ἔμοιαζε καθόλου γιὰ χωριάτης αὐτός. Τὸ ἐμαρτυροῦσε πρώτη ἡ φορεσιά του. Εἶχε ντρίλινο πανταλόνι χιλιοζαρωμένο καὶ σακκάκι ριγωτὸ καὶ πουκάμισο διάνινο, μ᾿ ἕνα μαντήλι γεροντίστικο στὸν λαιμό, μὲ πηλήκιο ναυτικὸ στὸ κεφάλι. Ἀπ᾿ ὅλα του ἐφανερωνόταν ὁ γέροντας πῶς ἦταν καραβοτσακισμένος θαλασσινός. Εἶχεν ὅλη τὴν ὑγεία καὶ ὅλη τὴν ταλαιπωρία τοῦ ναυτικοῦ ἐπάνω του. Ψηλός, λεβεντόκορμος, μὲ ὤμους πλατεῖς καὶ καμαρωτούς· μὲ τὴ μέση στέρεη σὰν τὸ γόμφωμα τῆς κλάπας, ποὺ σιδερένια κρατεῖ ἐπάνω καὶ κάτω τὰ ἐξαρτήματα· μὲ χέρια ζερβόδεξα ριχμένα, συμμαζεμένα λίγο στὴν ἀνάπαψη· τὰ βήματ᾿ ἀνοιχτά· τὰ πόδια στέρεα σὰν μαρμαροκολώνα· ἐπρόδινε σῶμα θαλασσοδαρμένο καὶ ἡλιοψημένο, ποὺ ἐπῆρε πλέον τὴ σκληρότητα καὶ τὸ μέστωμα τοῦ χάλυβα. Τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ προσώπου τοῦ τραχύτατα, γερά, μὲ ψαρὰ γένεια καὶ μουστάκια, μὲ τὰ μάτια καστανά, τὸ μέτωπο σύζαρο καὶ αὐστηρό, ἔδειχναν πάντα πῶς τίποτε ἄλλο δὲν ἐφρόντιζε παρὰ πῶς νὰ διακρίνῃ μέσ᾿ ἀπὸ τὴν πυκνὴν ὁμίχλη ποθητὸν λιμένα γιὰ ν᾿ ἀσφαλίση τὸ καράβι του. Καὶ ὁ γλάρος ἀκόμη νὰ τὸν ἔβλεπε, ἀμέσως θὰ τὸν ἐγνώριζε γιὰ σύντροφό του. Ἀλλ᾿ ὁ ἀνακριτὴς ἤθελε σῴνει καὶ καλὰ νὰ βάλῃ καὶ αὐτὸν στὴν ἀνάκριση.

– Πῶς λέγεσαι; τὸν ἐρώτησε μὲ αὐστηρὴ φωνή.

– Χατζὴς Μπάκας· ἀποκρίθηκεν ὁ γέροντας βγάζοντας μὲ σεβασμὸ τὸ πηλήκιο.

Ἀλλ᾿ ὁ σωρὸς τῶν Καραγκούνηδων ἐσείσθηκεν ἀμέσως μὲ σούσουρο, ὅπως σωρὸς ξερῶν φύλλων, ὅταν ἔρχετ᾿ ἐξαφνικὸ φύσημα ἀνέμου, κι ἐστύλωσεν ψαχουλευτικᾶ τὰ μάτια ἐπάνω του. Δὲν τὴν ἄκουαν, ὄχι, γιὰ πρώτη φορὰ τώρα τὴν φωνὴν ἐκείνη! Ὅσο καὶ ἂν ἦταν ἀλλαγμένη, εἶχεν ὅμως κάτι τὸ κλαψάρικο καὶ τὸ ταπεινὸ μέσα της.

– Ὁ ζητιάνος, λιέω! ἐψιθύρισε δειλὰ στ᾿ αὐτὶ τοῦ Παπαρρίζου ὁ πάρεδρος.

– Ὁ ζητιάνος· εἶπε καὶ ὁ Μαγουλᾶς στ᾿ αὐτὶ τοῦ Τρίκα.

Κι ἕνας με τὸν ἄλλον, ἀπὸ τοὺς ἄντρες στὶς γυναῖκες, ἐψιθύρισαν ὅλοι τ᾿ ὄνομα τοῦ Τζιριτόκωστα μ᾿ ἔκφραση μίσους καὶ τρόμου κι ἐκόλλησαν περισσότερον ὑποψιασμένα τὰ μάτια ἐπάνω του. Ἀλλὰ δὲν ἄργησαν ν᾿ ἀρχίσουν τὶς ἀντιλογίες καὶ τὶς ἀμφιβολίες τους. Ἔξω ἀπὸ τὴ φωνή, τίποτε ἄλλο δὲν εἶχεν ὁ γέροντας ποὺ νὰ μοιάζῃ τοῦ ζητιάνου. Οὔτε τὰ φορέματά του ἦσαν ἴδια, οὔτε τὰ γένεια, οὔτε τουλάχιστον τὸ γαϊδουράκι του! Ἐκεῖνο τὸ ἐθυμοῦνταν ὅλοι· ἦταν καράτικο. Ἐνῷ αὐτὸ ἦταν ποδαλὸ καὶ ἀστεράτο. Εἶχε κορδόνι ἀπὸ ἄσπρες τρίχες στὸν λαιμὸ καὶ ἄλλες ἐμπρὸς στὸ μέτωπο καὶ κάτω στὰ πουλάκια καὶ στὰ γόνατα καὶ στὰ καπούλια ἀκόμη. Ἃ μπά! Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἶνε ὁ ζητιάνος!...

Καὶ ἀληθινὰ ὁ Τζιριτόκωστας δὲν ἦταν πλέον ὁ ζητιάνος. Ὅταν εἶδε πῶς ἔπιασε τὸ κονάκι φωτιά, τρομασμένος κι ἐκεῖνος, ὅπως οἱ χωριάτες, ἔφυγε μακρὰν νὰ κρυφθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς ἀκολουθήσῃ στοὺς κρυψῶνες τους. Ἦταν πιθανὸν νὰ συνέρθουν ἀργότερ᾿ ἀπὸ τὴν ἔκπληξη, νὰ συλλογισθοῦν πῶς αὐτὸς ἦταν ὁ κύριος αἴτιος ὅλης τῆς καταστροφῆς καὶ νὰ θελήσουν μὲ ξυλοκοπήματα, εἴτε καὶ μὲ φόνο, νὰ ἐκδικηθοῦν τὸ κακὸ ποὺ ἔπαθαν. Μόνος ἔφυγε κι ἐχώθηκε στὴν πατουλιά, ποὺ εἶχε καὶ τὰ πράγματά του. Κι ἐκεῖ ξαπλωμένος τ᾿ ἀνάσκελα, ἄρχισε νὰ συλλογίζεται τὴ θέση του. Ἔ, μὰ τὸ παράκαμε· ἀληθινὰ τὸ παράκαμε κι αὐτός! Τί διάβολο ἤθελε νὰ φθάσῃ ἕως ἐκεῖ τὴν ἐκδίκησή του! Τί τὸν ἔμελε νὰ ἐκπλήξη παραπάνω τοὺς Καραγκούνηδες! Τὴ δουλειὰ τὴν ἔκαμε καλὰ ὡς σήμερα. Μακάρι νὰ εὕρισκε καὶ στ᾿ ἄλλα χωριὰ τόση κουταμάρα καὶ τόσην ἐσοδειά. Τὰ σακκούλια τοῦ ἦταν γεμάτα· τὸ μπαστοῦνι τοῦ παραστοιβασμένο. Τί ἄλλο ἤθελε;

Τώρα ἡ μετάνοια ἦρθεν αὐτόκλητη στὸ πνεῦμα του καὶ ἄρχισε νὰ τὸν τυραννῇ. Δὲν τὸν ἔμελεν, ὄχι, γιατί ἔγινεν αἴτιος τόσης καταστροφῆς, εἴτε γιατί θὰ ἐχαραχτηρίζονταν αὔριο ὑπεύθυνοι οἱ χωριάτες καὶ θὰ ὑπόφεραν τὰ μύρια ἐξ αἰτίας του. Γιὰ ξένες περιουσίες καὶ γιὰ ξένα τομάρια δὲν ἔδινε λεφτὸν ὁ Τζιριτόκωστας. Ὅ,τι τὸν ἐβασάνιζεν ἦταν ἡ σκέψις πῶς θὰ κατώρθωνε νὰ φύγῃ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ ἐξακολουθήση ἀνενόχλητος τὸ ζητιάνικό του ἔργο. Ἤξευρε πῶς ἡ ὄψις τῆς πυρκαϊᾶς θὰ ἐσυγκέντρωνε κόσμο καὶ στρατιῶτες ἐκεῖ· ἐφοβόταν πῶς ἡ ἀνάκρισις ἠμποροῦσε νὰ περιλάβη καὶ αὐτὸν στὴν ἀνιχνευτική της ἐνέργεια. Ἐσκέφθηκε λοιπὸν ἀμέσως νὰ φύγῃ ἀπ᾿ ἐκεῖ. Ἦταν τὸ φρονιμώτερο, ποὺ εἶχε νὰ κάμῃ. Ἀλλὰ ποῦ νὰ πάγῃ; Τί δρόμο νὰ πάρη τέτοια ὥρα; Τὸν τόπο καλὰ δὲν τὸν ἤξευρε. Ἄλλη φορὰ δὲν εἶχε ταξιδέψη σ᾿ ἐκεῖνα τὰ μέρη. Ἠμποροῦσε νὰ γυρίζῃ ὅλη τη νύχτα καὶ τὴν αὐγὴ νὰ ξημερωθῆ πάλιν ἐμπρὸς στὸν κρυψώνα του.

– Διάβολε! ἐψιθύρισε· κάπως σκοῦρα τὰ πράγματα!...

Καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του ἔρριξε τὸ κεφάλι στὸ χέρι μὲ στενοχώρια ὁ Τζιριτόκωστας κι ἔμεινε συλλογισμένος. Ἀλλ᾿ ἔξαφνα ἐχτύπησε μὲ τὴν παλάμη τὸ μέτωπό του πεισματικά.

– Κουρκούτη ἔγινε τ᾿ ἀναθεματισμένο!... εἶπε μὲ αὐταρεσκείας χαμόγελο.

Βέβαια, Κουρκούτη ἔγινε τὸ μυαλό του, ἀφοῦ δὲν ἐθυμήθηκε πῶς τόσα καὶ τόσα μέσα εἶχεν ἀκόμη στὴ διάθεσή του γιὰ ν᾿ ἀπατὰ τὸν κουτόκοσμο! Πρώτ᾿ ἀπ᾿ ὅλα ἔπρεπε ν᾿ ἀλλάξη τὴ φορεσιά του. Μέσα στὰ σακκούλια του, στὸν πάτο βαθιά, εἶχε τὴν εὐρωπαϊκὴ ἀλλαξά, ποὺ τὸν ἔκαναν ἀμέσως ἄλλον ἄνθρωπο. Τὴν ἔβαζεν ἐκείνη, ὅταν ἔμπαινε σὲ πολιτεῖες. Ἐκεῖ κατοικοῦν ἀνεπτυγμένοι ἄνθρωποι. Συχαίνονται καὶ δυσπιστοῦν ἐμπρὸς στὸν παλιοτσολιά· δὲν ἀγριεύουν ὅμως στοὺς φραγκοφορεμένους. Βρίσκονται τόσο κοντὰ στὸν ἄστατο τροχὸ τῆς τύχης, ὥστε πιστεύουν εὐκολώτερα νὰ καταντήσῃ ὁ ἑκατομμυριοῦχος πεντάφτωχος, παρὰ παλιοχωριάτης ἄξιος ἐλεημοσύνης. Διαφορετικὸς κόσμος βλέπεις! Ὁ Τζιριτόκωστας εἶχε γνωρίση πολλούς, ποὺ δὲν ἐσυγκινοῦνταν στὰ συχωρολόγια· καὶ ὅμως ἐγίνονταν τρυφερόκαρδοι ἐμπρὸς στὴ διήγηση μιᾶς πυρκαϊᾶς καὶ μιᾶς θαλασσοφουρτούνας.

Ὁ ζητιάνος ἐσύρθηκεν ἀμέσως στὰ κωλορρίζα τῆς πατουλιᾶς καὶ ψαχουλεύοντας ἐξέθαψε τὴν ντρίλινη φορεσιὰ καὶ τὸ ναυτικὸ πηλήκιο. Ἔβγαλε μὲ σπουδὴ τὴ φουστανέλλα καὶ τὶς σκάλτσες του· ἐπέρασε τὰ φράγκικα. Πάει πλέον· ἦταν ναυτικός. Ναυτικὸς καραβοτσακισμένος!

– Ἂς ἔρθουν τώρα τὰ ζωντόβολα νὰ μὲ γνωρίσουν! ἐψιθύρισε χασκογελώντας.

Ἄρχισε νὰ συλλογίζεται πῶς θὰ οἰκονομήση τὰ πράγματά του. Δὲν ἠμποροῦσε βέβαια νὰ τὰ πάρη μαζί του. Ἂν τοῦ ἔκαναν ἔρευνα, θὰ ἔμπαιναν ὅλοι σε πειρασμό. Τί τὰ θέλει ἕνας καραβοτσακισμένος τ᾿ ἀλλαξίμια; Καὶ πρὸ πάντων ἀλλαξίμια καραγκούνικα!...

Ἐνῷ ἐσυλλογιζόταν ἔτσι, ἄκουσε τὸ γαϊδουράκι του νὰ φρυμάζῃ καὶ ν᾿ ἀντιπατῇ ἀνήσυχο. Τῆς αὐγῆς τὸ δροσερὸ ἀγεράκι ἄρχισε νὰ ἐμψυχώνῃ τὰ κοιμισμένα μέλῃ τοῦ ζωντανοῦ καὶ νὰ τοῦ γαργαλίζῃ τὰ φωνητικὰ ὄργανα στὸ σάλπισμα χαρᾶς κι ἐξεγέρσεως. Ἀπὸ μακρὰν ἔφθαναν στ᾿ αὐτιά του συγχισμένα ξεφωνητὰ καὶ πατήματα καὶ ἀνθρώπων σαλαλοῆ. Ἦταν οἱ κάτοικοι τῶν χωριῶν, ποὺ ἐσυμμαζώνονταν νὰ τρέξουν στὸ Νυχτερέμι γιὰ τὴν πυρκαϊά. Κι ἐφοβήθηκε μήπως τὸ γαϊδουράκι του ἀρχίσῃ τώρα τὸ γκάρισμα καὶ κεντήσῃ τὴν περιέργεια κανενὸς διαβάτη ἕως τὸ καταφύγιό του. Τί διάβολο ἤθελε τὸ γαϊδοῦρι κρυμμένο μέσα σὲ μιὰ πατουλιά;

Ὁ ζητιάνος ἐσκέφθηκεν ἀμέσως καὶ ἀποφάσισε. Ἔκρυψεν ὅλα τὰ περιττὰ πράγματά του στὰ κωλορρίζα, ἔρριξε τὸ σαμάρι ἐπάνω στὸ ζῶ, ἐπῆρε τὸ μπαστοῦνι του κι ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὰ κλαδιά. Καιρὸς δὲν τοῦ ἔμενε πλέον νὰ φύγῃ. Ὁ τόπος ὅλος περίγυρα ἦταν στὸ ποδάρι σηκωμένος. Καλύτερα ἦταν νὰ μείνη ἐκεῖ στὸ ξέφωτο, νὰ βάλῃ τὸ γαϊδουράκι του νὰ βόσκῃ, κι ἐκεῖνος νὰ πέση νὰ κοιμηθῆ ὥστε νὰ ἰδῆ τὸ τί θ᾿ ἀπογίνῃ στὸ χωριό. Φόβο δὲν εἶχε πλέον οὔτε αὐτὸς οὔτε τὸ ζωντανό του.

– Σὰν καλὰ εἴμαστε· εἶπε.

Καὶ ἥσυχος ἐξαπλώθηκε στὸν ἴσκιο μιᾶς καστανιᾶς καὶ ἄρχισε νὰ ροχαλίζῃ. Οἱ στρατιῶτες ὅμως, ψαχουλεύοντας γιὰ τοὺς Καραγκούνηδες, τοῦ ἐχάλασαν τὸν ὕπνο καὶ σπρώχνοντας τὸν ἔφεραν τώρα στὸν ἀνακριτή. Κι ἐνῷ οἱ χωριάτες ἔκαναν τὶς παρατηρήσεις καὶ τὶς ἀντιλογίες τους, αὐτὸς ἀδιάφορος ἐδιηγόταν τὴν ἱστορία του, τὰ παθήματά του, ὁλόκληρη ὀδύσσεια τῆς ναυτικῆς ζωῆς, τῆς κινδυνεμένης καὶ πολυστέναχτης!

Ἦταν ἀπὸ τὴ Λειψοκουτάλα κι εἶχε μπάρκο καλοτάξιδο. Χίλια κιλὰ νὰ πῇς τὰ ἔπαιρνεν ὅλα μέσα. Ἦταν αὐτὸς καπετάνιος κι εἶχε μαζὶ τὰ δυό του παιδιὰ –δυὸ δράκους, ποὺ δὲν ἐδείλιαζε ποτὲ τὸ μάτι τους. Ἔκανε ναύλους καλούς· ἀπὸ τὴ Μαύρη θάλασσα στὴ Μαρσίλια καὶ ἀπὸ τὴ Μαρσίλια στὴ Μαύρη θάλασσα. Νυχτόημερα τ᾿ ὤργωνε τὸ ἄκαρπο κῦμα. Δὲν ἐξέταζεν αὐτὸς οὔτε μελτέμια οὔτε Πεντέχτη· δὲν ἐλογάριαζε οὔτε βορριά, οὔτε νότο. «Σταυροῦ δέση – σταυροῦ λύση» δὲν εἶχεν αὐτός, ὅπως οἱ ἄλλοι θαλασσινοί. Εἶχε πλεούμενο γερὸ καὶ ἄξιους συντρόφους. Ἀλλὰ τί ἀπόχτησε μὲ ὅλ᾿ αὐτά; Κἂν τίποτε! Ἔφτασε μία στιγμή, μία κακὴ ὥρα νὰ τοῦ τ᾿ ἁρπάξη ὅλα, κόπους καὶ πλούτη καὶ παιδιὰ καὶ νὰ τὸν ἀφήσῃ ἔρμον καὶ πεντάφτωχον! Τώρα γυρίζει ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν πρόστυχος ζητιάνος καὶ περιμένει ἀπὸ τὰ ὑστερήματα τοῦ κόσμου, ἀπὸ τὰ ἐλέη τῶν φτωχῶν, ἐκείνων ποὺ τόσες φορὲς αὐτὸς ἐλέησεν ἄλλοτε, νὰ ζήσῃ τὴν ἄθλια καὶ καταφρονεμένη ζωή.

– Μὰ τί νὰ κάμω; εἶπε μὲ δάκρυα στὰ μάτια· νὰ σκοτωθῶ; Νὰ πνιγῶ; Τῆς πείνας νὰ ψοφήσω; Ὄχι· δὲν τὸ κάνω! Ὁ κόσμος θὰ μὲ περγελάση· ἡ ἐκκλησία θὰ μὲ ταπεινώσῃ. Δὲν τὸ κάνω· δὲν τὸ κάνω ποτέ!...

Ὁ γέροντας εἶχε τόσην εἰλικρίνεια στὸ βλέμμα του, τόση στὴ φωνὴ τοῦ θλίψη, στὸ σῶμα του περιχυμένη τόσην ἐπισημότητα, ποὺ ἔπρεπε νὰ εἶνε κανεὶς ἄπιστος γιὰ νὰ μὴν πιστέψη καὶ πέτρα νὰ μὴν συγκινηθῆ. Οἱ ἀκροατές τοῦ ὅλοι, ἦσαν κυριευμένοι ἀπὸ οἶκτο καὶ τὰ πρόσωπά τους ἔδειχναν ζωγραφιστὴ τὴν ἀποθάρρυνση καὶ τὴν ψυχοπόνια. Σύμφωνα μὲ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἀνατροφή του καθένας ἔκανε διάφορους συλλογισμούς, πάντοτε ὅμως μελαγχολικοὺς καὶ πένθιμους.

– Τί ἐπάγγελμα! Τί ἐπικίνδυνο ἐπάγγελμα!... ἐξεφώνησεν ὁ νομάρχης κινώντας τὸ κεφάλι. Αὐτοὶ εἶνε θηρία· δὲν εἶναι ἄνθρωποι! Ὅλο με τ᾿ ἄψυχα παλεύουν· μὲ τὸ νερό, μὲ τὸν ἀέρα καὶ μὲ τὶς ξέρες. Πάλεψε ὅσο θέλεις· τί νὰ τοὺς κάμῃς; Ἂν σωθῆς, ἐσώθης· ἂν χαθῆς, ἐχάθης· στὸν ἀντίπαλο τίποτε δὲν κάνεις...

– Ὅ,τι κάμῃς θὰ εἶνε μιὰ τρῦπα στὸ νερό· εἶπε χαριτολογώντας ὁ ἀνακριτής.

– Ποὺ θὰ τὴν βουλώσῃς ἐσὺ πρῶτος· ἐπρόσθεσεν ὁ μοίραρχος.

Ἀλλὰ καὶ οἱ ληταρωμένοι χωριάτες ἔκαναν τὶς συζητήσεις τους. Τὴ θάλασσα τὴν ἐγνώριζαν ἀπὸ μακράν. Δὲν εἶχαν ταξιδέψη ποτὲ καὶ τὰ λόγια του γέροντα ἐπροξενοῦσαν μεγαλείτερη κατάπληξη στὸ πνεῦμα τους. Ἐμπρὸς τοὺς ἔβλεπαν πέλαγος ἀνοιχτό, ἀπέραντο, μὲ κύματα σκοτεινὰ καὶ οὐρανὸ μολυβένιο, τῆς φρίκης καὶ τοῦ θορύβου αἰώνιον γίγαντα. Ἔβλεπαν ἄγριες ἀκρογιαλιές, στουρναρόπετρες ὑπερύψηλες, ἄβλαστες, ἄδεντρες, μὲ γόμφους καὶ λακκώματα δόλια, στὸ πουλὶ καὶ στὸν ἄνθρωπον ἀπάτητα, νὰ χάσκουν στὸ ἄπειρο προσμένοντας τὴ βορά τους. Καὶ ἀντίκρυ καράβι καμαρωτό, νὰ παλεύῃ ἀπελπιστικὰ μὲ τὰ κύματα· νὰ σπρώχνεται ἀκράτητο στοὺς βράχους· νὰ σκορπᾷ μύρια κομμάτια στὴ στιγμή. Ἄκουαν τὴ φριχτὴ σύγκρουση· τὸ τριζοκόπημα τ᾿ ἀπαίσιο τῶν ξύλων, τὶς φωνὲς ἀπελπιστικὲς τῶν ναυτῶν. Ἔβλεπαν τώρα τὸν Τζιριτόκωστα θαλασσοβρεμένο στὴν ἄξενη ἀκρογιαλιά· καταπληγωμένον, πανέρημον, μὲ σταυρωμένα χέρια καὶ μάτια θολά, νὰ κοιτάζῃ τὶς ξέρες καὶ τὸ κῦμα, ποὺ γιὰ μία στιγμὴ τοῦ ἅρπαξε παιδιὰ κι ἔχει τοῦ μαζί! Κι ἔξαφνα ἰδέα ἐγωιστικὴ ἄστραψε στὸ πνεῦμα τους. Ἐσύγκριναν τὴ ζωὴ τοῦ ναύτη μὲ τὴ δική τους ζωή, τὴν καραγκούνικη, μὲ αὐτῆς τῆς ὥρας τὴ ζωή, τὴ ληταρωμένη καὶ ἀβέβαιη γιὰ τὸ μέλλον κι ἕνα ξαλάφρωμα ἐβγῆκεν ἀπὸ τὰ στήθη τους. Ὅπως διάβολο καὶ ἂν ἦσαν, πάντα καλύτερα ἦσαν ἀπὸ κείνους! Τουλάχιστον ἐδῶ ὑποφέρεις, ἀλλὰ δὲν πνίγεσαι!

– Κι ἂν πεθάνῃς πᾶς διαβασμένος! ἐψιθύρισεν ὁ Παπαρρίζος.

– Ἄ, σὰν πεθάνω!... εἶπεν ὁ Κράπας ἀδιάφορος.

Ἤθελε νὰ ξαναειπῇ τὴ συνηθισμένη τοῦ φράση, τὴν ἀσυνείδητα παραγεμισμένη μὲ ὅλη τὴν ἀπογοήτευση καὶ τὴν ἀμφιβολία τῆς βίβλου τοῦ Ἰώβ. Ἀλλ᾿ ἐσυνῆρθεν ἀμέσως σ᾿ ἕνα βλέμμα τοῦ παπᾶ κι ἐχαμήλωσε κάτω τὸ κεφάλι κλωτσώντας μὲ τὸ πόδι του τὴ γῆ.

Ὁ ἀνακριτὴς ὅμως, δυσκολόπιστος, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ θέσις του, ἐρώτησε μὲ αὐστηρὴ φωνὴ τὸν Τζιριτόκωστα, ἂν εἶχε πιστοποιητικά.

– Ἄ, ναί! ἔκαμεν ἐκεῖνος ξεχασμένος δῆθεν.

Εἶχε καὶ παράειχε. Ἠμποροῦσε νὰ ἔβγῃ στὸ ταξίδι δίχως πιστοποιητικά! Ἔσυρεν ἀπὸ τὴν τσέπη του γρήγορα ἕνα ἔγγραφο, διπλωμένο σὲ στρατσόχαρτο. Ἀπὸ τὴν πολυκαιρία καὶ τὰ τόσα χέρια ποὺ τὸ ἐπασπάτεψαν, εἶχε καταντήσῃ κουρέλι. Τὸ ξώφυλλό του ἦταν μισοτριμμένο, χωρισμένο σταυρωτά· καὶ τὸ ἐσωτερικὸ ξεφτισμένο κι ἐκεῖνο, ἕτοιμο νὰ σκορπίσῃ, σὰν φύλλο τέφρας στὸ πρῶτο ἀνεμοφύσημα. Τὰ περισσότερα γράμματά του ἦσαν σβυσμένα καὶ δυσκολοδιάβαστα· ὁ τίτλος του καταστρεμμένος· ἡ ὑπογραφὴ μισοτριμμένη· μουτζουρωμένη ἡ σφραγῖδα. Ἀλλ᾿ ὁ ἀνακριτὴς ἔβαλε πεῖσμα νὰ διαβάσῃ τὸ πιστοποιητικὸ καὶ τέλος τὸ κατόρθωσε. Εἶδε πῶς ὁ Χατζὴς Μπάκας ἀπὸ τὸ χωριὸ Λειψοκουτάλα, τοῦ δήμου Λειψοκουτάλας, τῆς ἐπαρχίας Λειψοκουτάλας, τὸ ἐπάγγελμα πλοίαρχος, κάτοχος ποτὲ μπάρκου χιλίων τόνων, ἄνθρωπος τίμιος, ἐργατικός, ἐγκρατής, καλὸς χριστιανὸς καὶ καλὸς φίλος (ἀνάμεσα στὸ καλὸς καὶ τὸ φίλος ἦταν μία λέξις ποὺ ἔλεγε «πολιτικός», ἀλλ᾿ ἦταν σβυσμένη καὶ τὴν ἐπήδησεν ὁ ἀνακριτής) ἔπαθε μέγα δυστύχημα καὶ ἀνεπανόρθωτον· ἔχασε κατὰ τὴ νύκτα τοῦ ἁγίου Νικολάου –φοβερὴ νύχτα, ποὺ τὴν θυμοῦνται ὅλοι οἱ θαλασσινοὶ– τὸ μπάρκο του, ναυαγισμένο μεταξὺ Μπέρκου καὶ Μπερίστας, ἀνάμεσα σὲ ἄγρια κύματα καὶ φοβεροὺς σκοπέλους.

– Μπέρκου καὶ Μπερίστας! ἔκοψε τὸ διάβασμα τοῦ ἀνακριτῆ ὁ ἀρχηγός, ψηλαφώντας τὸ μέτωπό του γιὰ νὰ συλλάβη τὶς ἰδέες· κάπου τ᾿ ἄκουσα, Μπέρκου καὶ Μπερίστα· νομίζω πῶς εἶνε ὀρεινὰ χωριὰ τῆς Ρούμελης.

– Ἄ, μπά· ἀντίκρουσεν ἀτάραχος ὁ Τζιριτόκωστας· εἶνε βράχοι τῆς Μαύρης θάλασσας· εἶνε φόβος καὶ τρόμος τῶν καραβιῶν ἐκεῖ!...

– Βέβαια, εἶπεν ὁ νομάρχης· ἐγὼ ἐγύρισα στὰ νιάτα μου ὅλη τη Ρούμελη· πουθενὰ δὲν ἄκουσα τέτοια ὀνόματα.

– Ἔχεις φαμίλια, γέροντα; Ἐρώτησεν ἀπότομα ὁ ἀρχηγός.

– Ἔχω, καπετάνιε μ᾿, ἔχω καὶ παράχω· ἀποκρίθηκεν ἐκεῖνος, πλαγιάζοντας στὸν δεξιὸν ὦμο τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ δώσῃ περισσότερη θλίψη στὴ στάση του· ἔχω τὴ γριά μου.

– Παιδιὰ δὲν ἔχεις;

– Ἔχω τρία μὲ συμπάθειο.

Ὁ ἀρχηγὸς ἐσυγκινήθηκεν· ἔβαλε τὸ χέρι στὴν τσέπη καὶ τοῦ ἔδωσε λίγες δεκάρες. Ἀμέσως ἡ εὐσπλαχνία ἐκυρίεψεν ὅλον τὸν σεβαστὸν ὅμιλο.

– Ἔλα κι ἀπὸ δῶ!...

– Κι ἀποδῶ!...

Ἕνας με τὸν ἄλλον καὶ ὁ νομάρχης καὶ ὁ μοίραρχος καὶ ὁ ἀνακριτής, ὁ πρόξενος καὶ ὁ Ντεμὶς ἀγάς, ὅλοι τὸν ἔκραξαν κοντά τους καὶ τὸν ἐλέησαν.

– Νά, πᾶρε τὰ χαρτιά σου καὶ σῦρε στὸ καλό, γέροντά μου· εἶπεν ὁ ἀνακριτὴς συγκινημένος.

Ἀλλ᾿ ἐνῷ ὁ Τζιριτόκωστας μὲ ἀξιοπρέπεια ναυτικοῦ, ποὺ ἡ συμπάθεια καὶ ἡ ἐλεημοσύνη τῶν ἄλλων τὸν συγκινοῦν, ἀλλὰ δὲν τὸν ταπεινώνουν, ἐδίπλωνε τὸ χαρτί του κι ἑτοιμαζόταν νὰ φύγῃ, ἕνας λοχίας ἐπαρουσιάσθηκεν ἐκεῖ καὶ ἀνέφερε πῶς σὲ κάποιο σπίτι ἀνακάλυψαν δυὸ νεκρούς.

– Νεκρούς! εἶπαν ὅλοι ἔκπληχτοι.

– Ἔκαμαν καὶ φόνους ἀκόμη! ἐψιθύρισεν ἀγριοκοιτάζοντας τοὺς Καραγκούνηδες ὁ ἀνακριτής.

– Ὁ βρυκόλακας! Εἶνε ὁ βρυκόλακας!... ἔκραξαν ὁμόγνωμοι ἐκεῖνοι.

– Ποιὸς βρυκόλακας, βρὲ ζωντόβολα! ἀγριοφώναξεν ὁ μοίραρχος. Ἀκόμα ἐπιμένετε νὰ μᾶς γελᾶτε!...

– Ὄχι, καπτᾶνε μ᾿, εἶπεν ὁ Παπαρρίζος χλωμός. Ἀληθινά· σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σπίτι ἦταν ὁ βρυκόλακας.

Κι ἔδειξε μὲ κίνημα τοῦ κεφαλιοῦ τὸ σπίτι τοῦ Βαλαχᾶ. Ἔστεκεν ὁλόρθο, ἀπείραχτο ἐκεῖνο στὴ θέση του. Οἱ Καραγκούνηδες ἀπὸ τὸν τρόμο τοὺς ἔρριξαν μακρύτερα τὰ δαυλιὰ καὶ κανένα δὲν κατώρθωσε νὰ σκαλώση ἐπάνω του. Μόνον τὰ δαυλιά, ποὺ ἐτίναξε τὸ ἄτρεμο χέρι τοῦ Τζιριτόκωστα, εἶχαν φθάση στὸν σκοπό τους. Ἀλλὰ κι ἐκεῖνα ἔπεσαν ἐπάνω στὴ σκεπὴ καὶ ἀποκαρβουνώθηκαν χωρὶς νὰ μεταδώσουν στὰ κρύα κεραμίδια τὴ φωτιά τους.

Ὅταν οἱ στρατιῶτες ἐκατέβασαν ἀπὸ τὸ σπίτι τὸν Μουτζούρη καὶ τὸν Βαλαχᾶ, ὅλος ὁ ἀνθρώπινος ὅμιλος, ἀνεξαιρέτως κοινωνικῆς θέσεως καὶ θρησκείας, ἐκυριεύθησαν ἀπὸ φρίκη καὶ ἀνησυχία. Ὁ Μουτζούρης, τυλιγμένος στὰ κουρέλια του, ἀλύγιστος, μὲ τὴν ἠρεμία τοῦ θανάτου παγερὴ ἐπάνω του, μὲ τὴν τσαγγὴ ἀποφορὰ τῆς νεκρῆς σάρκας χυμένη τριγύρω του, ἐπροξενοῦσε θλίψη καὶ σιγὴ ἐπίσημη. Ὁ Βαλαχᾶς ὅμως ἐπαρουσίαζε τὸ οἰκτρὸ θέαμα ἀνθρώπου, ποὺ δὲν ἔχει ἀκόμη νεκρὸ τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχει πλέον τὸ πνεῦμα ζωντανό. Τὸ βλέμμα του κατάκρυο, πηχτό, ἦταν προσηλωμένο πάντοτε κάπου, σὲ ὁρισμένο σημεῖο καὶ ἀτένιζε χωρὶς νὰ βλέπῃ καθόλου. Οἱ προσωπικοὶ μύες, τὰ χείλη, τὰ ματόφυλλά του ἔπεφταν χλωμά, παραλυμένα, ἐντελῶς ἀκυβέρνητα ἀπὸ τὰ νεῦρα τους κι ἔκαναν τῆς ψυχῆς τὸν ἄψεγο καθρέφτη κατάθαμπον καὶ τριμματισμένον καὶ μ᾿ ἀηδία περιττόν. Τ᾿ ἄκρα τοῦ σώματος, τὰ πόδια λυγισμένα στὸ γονάτισμα, τὰ χέρια μὲ τὶς παλάμες ἀνοιχτὲς ἐμπρός, ἐδιατηροῦσαν ἀκόμη τὴ στάση τῆς φρίκης καὶ ἀποστροφῆς ἐκείνη, ποὺ ἔλαβεν ὁ τελωνοφύλακας, ὅταν ἔξαφνα εὑρέθηκεν ἐμπρὸς στὸν νεκρὸ κι ἐδέχθηκε κατακέφαλα τὸ βαρὺ χτύπημα τῆς ἀρρώστιας του.

Οἱ Καραγκούνηδες, τρέμοντας ὁλόκορμοι, ἐδιηγήθηκαν στὸν ἀνακριτὴ τοῦ Μουτζούρη τὸ φθάσιμο ἐκεῖ, τὸν θάνατό του, τὸ ἀπίθωμά του στὸ σπίτι ἐκεῖνο. Γιὰ τὸν Βαλαχᾶ εἶπαν μόνον πῶς ἦταν τελωνοφύλακας, πῶς ἐφύλαγε πάντα στὶς ἐκβολὲς τοῦ Ποταμοῦ. Πῶς ὅμως εὑρέθηκεν ἐκεῖ καὶ σὲ τέτοια κατάσταση, κανεὶς δὲν ἤξευρε νὰ ἐξηγήσῃ.

– Ὁ βρυκόλακας θὰ τὸν ἔκαμ᾿ ἔτσι· ἐψιθύρισεν ὁ Παπαρρίζος.

Βέβαια· τὸ συνηθίζουν αὐτὸ τὰ κακοῦργα πνεύματα. Ἅμα τύχῃ καὶ τοὺς χαλάσῃ τὴν ἡσυχία ζωντανὸ πλάσμα, ἄνθρωπος εἴτε χτῆνος, καὶ τὴ φωνὴ τοῦ παίρνουν καὶ τοῦ στρεβλώνουν τὸ σῶμα καὶ τὸν νοῦ. Πόσα καὶ πόσα παραδείγματα δὲν ἔχουμε στὸν κόσμο! Μόνον τὰ γίδια φοβοῦνται. Ἴσως γιατί τὰ γίδια ἔχουν στὴ φυσιογνωμία καὶ τὰ καμώματά τους κάτι, ποὺ δείχνει στενὴ τὴ συγγένειά τους μὲ τὸν Ὀξαποδῶ. Ὁ τελωνοφύλακας, φαίνεται, ἔφθασεν ἀπαρατήρητος στὸ σπίτι τὴν ὥρα ποὺ οἱ Καραγκούνηδες ἐστενοχωροῦσαν τὸν βρυκόλακα μὲ τοὺς ἐξορκισμοὺς καὶ τὶς φωνές τους. Κι ἐκεῖνος, ἐρεθισμένος, ἐρρίχθηκε στὸν ἄμοιρο Βαλαχᾶ νὰ ἐκδικηθῇ. Πῶς ὅμως δὲν τὸν εἶδαν αὐτοὶ τὸν τελωνοφύλακα;

– Ξέρω κι ἐγώ!... εἶπεν ἕνας στὸν ἄλλον μὲ ἀπορία.

Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας, ποὺ ἔμενεν ἀκόμη παράμερα κι ἔβλεπε τὴν ἔκπληξη τῶν ἄλλων, ἐπλησίασε καὶ τοὺς ἐξήγησε τὸ πάθημα. Ἐγνώριζεν αὐτός· εἶχεν ἰδῆ πολλὰ τέτοια! Καταπληξία ἔπαθεν ὁ ἄνθρωπος. Καὶ τὸ ἔπαθε ἀπὸ ὑπερβολικὸ φόβο. Πολλοὶ ναυτικοὶ τὸ παθαίνουν ἐμπρὸς σὲ μεγάλη θαλασσοφουρτούνα. Κι ἕνα κορίτσι, ποὺ χάνει ἀναγκαστικὰ τὴν τιμή του, μπορεῖ νὰ πάθῃ.

– Ταμπλᾶς τὸν βάρεσε· εἶπε μ᾿ ἐπιβλητικὴ φωνή.

Ἐπλησίασε στὸν Βαλαχᾶ, τὸν ἔσεισεν ἀπὸ τὸν ὦμο δυνατὰ καὶ τὸν ἐβίαζε νὰ κινηθῇ. Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ἔμενε ξύλο ξερό, χωρὶς νὰ γυρίζῃ τὸ βλέμμα, χωρὶς νὰ προσέχῃ σὲ τίποτε. Ὁ ζητιάνος ὅμως ἐπίμενε σῴνει καὶ καλὰ νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ κινηθῆ. Κι ἔξαφνα βαθὺ κοκκινάδι ἐχύθηκε στὸ κατάχλωμο πρόσωπό του ἕως τὰ μάτια κι ἔδειξε σημάδια ζωηρότητος.

– Νά τος· συνέρχεται! εἶπε μὲ ἀνακουφιστικὸν στεναγμὸ ὁ ἀρχηγός.

– Ἄ!... ἐστέναξαν καὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι.

– Μπά· ἔκαμεν ὁ ζητιάνος δυσκολόπιστος. Κάνει πείσματα· τὸ ξέρω ῾γώ. Γιὰ ἰδές· τὸ σῶμα του εἶνε σὰν κερί· ὅπως θέλω τὸ κάνω... Ἔ, μωρὲ πράμμα γιά...

Ἀλλ᾿ ἀμέσως ἔκοψε τὰ λόγια του, ἐχαμήλωσε τὸ κεφάλι κι ἔμεινε συλλογισμένος.

Ὡς τόσο τὸ κοντόβραδο ἄρχισε νὰ πλακώνῃ. Ὁ ἥλιος ἔτρεχε γοργὸς στὴ δύση του. Ἀπογεματινὸ ἀεράκι ἐρχόταν ἐπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὰ χωράφια, τὰ δάση τῶν καστανιῶν καὶ τῶν ἰτιῶν, μὲ τὴν ἅρμη τοῦ ἀφροῦ καὶ τὸ μοσκοβόλημα τῶν χόρτων μέσα στὸ χωριό. Ἀλλ᾿ οὔτε τὸ μέστωμα τῆς ἀτμοσφαίρας, οὔτε τὴ μυρωδιὰ τῆς καϊμένης ὕλης ἦταν ἱκανὸ νὰ σκορπίση. Ὁ καπνὸς τοῦ κονακιοῦ ἐκαθόταν τώρα σύγνεφο σταχτόμαυρο καὶ βαρὺ ἐπάνω στὴν ἔκταση ὅλη, ἀπὸ ἄκρη σ᾿ ἄκρη. Τῆς βλαστήσεως τὰ πρόσχαρα χρώματα, τὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ, τὰ ὀργωμένα χωράφια, τῶν κοιλάδων τ᾿ ἄδυτα καὶ τὰ ξέφωτα τῶν λόφων, τῶν χωριῶν τὰ χτίρια καὶ κάτω τῶν κυμάτων τ᾿ ἀνήσυχα νῶτα, ἔβγαζαν μίαν ἄχνα θαμπὴ καὶ νεκρὴν ἀναλαμπή, ποὺ ἔλεγες ἡ πλάσις ὅλη πῶς ἦταν βυθισμένη στὸ πένθος. Πουλιοῦ εὐτυχισμένου κελάδημα δὲν ἀντιλαλοῦσε πουθενά· δειλὸ ζῳύφιο κανένα δὲν ἐπρόβαλλε μέσ᾿ ἀπὸ τὰ χόρτα· πετούμενου γοργὸ φτεροκόπημα δὲν ἐτάραζε τὸν αἰθέρα. Μόνον κάποτε ὁλότρεμος ἴσκιος ἰχνογραφοῦσε ψηλὰ τὸ ἐχθρικὸ πέταγμα τοῦ ὄρνιου καὶ πάλιν ἔφευγε μακράν, σὰν νὰ ἐτρόμαζε τὴν κακὴ ἐνέργεια τέτοιας ἀτμοσφαίρας· καὶ κάτω ἀπὸ μακρινὸν ξέρακα ἔβγαινε κραυγὴ ἄγρια καὶ ξαφνική, τοῦ πελαργοῦ ἡ φωνή, σὰν νὰ ἔκραζε στὴ φύση ὅλη: «Φυλάξου! Φύγε τοῦ ἀνθρώπου τὴν ἀδικία καὶ τὴν ἐπιβουλή!».

Ὅλα τὰ ζωντανὰ περίγυρα, χτήνη, δέντρα καὶ ἄνθρωποι, ἔπλεκαν ἀκυβέρνητα μέσα στὴν ἀποθάρρυνση καὶ τὴν ἀνία. Μέσα τους εἶχαν κάτι τί ἀνήσυχο· ἐπίβουλο κάτι ἐπεριπετοῦσεν ὁλόγυρά τους· ὁ ἐφιάλτης ἀδάμαστος ἐκαθόταν στὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἀνάγκαζε νὰ ποθῇ ἀόριστα καὶ ὅμως ἀσυμβίβαστά με τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀποστολή της. Τὰ χτήνη μὲ τὴ μύτη ἀκουμπισμένη στὴ γῆ, τ᾿ αὐτιὰ κάτω ριγμένα, τὴν οὐρὰ ἀργοκίνητη, βασιλεμένα τὰ μάτια ἐφρύμαζαν καὶ ἀναχαράζονταν κι ἐτρεμούλιαζαν τὸ σῶμα, λὲς κι ἐπάσχιζαν νὰ διώξουν τὴν ἀσφυξία ποὺ θανατικὴ τὰ ἐτριγύριζε. Τὰ δέντρα, μὲ τὰ φύλλα κρεμασμένα στὰ κλωνάρια τους, ἄψυχα μόλις ἐκινοῦνταν μὲ φρικίαση στὸ λαβρόκαφτο φύσημα. Καὶ οἱ ἄνθρωποι, Καραγκούνηδες καὶ στρατιῶτες, Τοῦρκοι καὶ βαθμοφόροι Ἕλληνες, ὅλοι με χαῦνα πρόσωπα, ἔδειχναν πῶς εἶχαν ἀποκάμει καὶ συχαθῆ πλέον τὴν ἐντολὴ καὶ τὴ μοῖρα τους.

– Οὔφ!... Θὰ μείνουμε πολὺ ἀκόμη; ἐρώτησε βαρύψυχος ὁ ἀρχηγός.

– Ἅ, μπά· νὰ φύγουμε· εἶπεν ὁ ἀνακριτής.

Δὲν εἶχαν πλέον τίποτε νὰ κάμουν. Τὸ κακούργημα ἦταν ὁλοφάνερο· οἱ ἔνοχοι εἶχαν συλληφθῆ. Δὲν ἤθελε ψιλοκοσκίνισμα τὸ πρᾶγμα. Ποιὸς λίγο-ποιὸς πολύ, ὅλοι ἐργάσθηκαν γιὰ τὸ κάψιμο τοῦ κονακιοῦ. Ἀληθινὰ ἐφαινόταν ἀνακατεμένος καὶ κάποιος ζητιάνος· ἀλλὰ δὲν εἶχε σημασία. Ἂν τὸν ἐσυλλάβαιναν, καλὸς ἦταν γιὰ τὸν θρίαμβό τους· ἀλλ᾿ ἀφοῦ δὲν εὑρέθηκε, δὲν πειράζει. Τί ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ ἕνας ζητιάνος; Ὅσα ἔλεγαν γι᾿ αὐτὸν οἱ Καραγκούνηδες τὰ ἔλεγαν ἐλπίζοντας πῶς θὰ ἐλαφρώσουν τὴ θέση τους. Ηὔραν ἀνθρώπους νὰ γελάσουν! Ηὗραν εἰκόνισμα νὰ κάμουν τὸ σταυρό τους! Θὰ τοὺς ἔπαιρναν τώρα ληταρωμένους στὴ Λάρισα καὶ θὰ τοὺς κάθιζαν στὸ σκαμνί. Ἂν δὲν ἦσαν καὶ τώρα εὐχαριστημένοι οἱ Τοῦρκοι, θὰ εἰπῇ πῶς εἶνε ἀγνώμονες, μὰ τὸν Θεό! Καὶ οἱ ἔξω ἀλλόθρησκοι, μόλις τὸ μάθουν, πρέπει νὰ θερμοπαρακαλέσουν τὸν Ἀλλὰχ νὰ τοὺς κάμῃ γρήγορα Ἕλληνες ὑπηκόους! Δὲν εἶν᾿ ἔτσι;

Ἀποφάσισαν ὅμως ν᾿ ἀπολύσουν τὶς γυναῖκες. Ἐκεῖνες ἀκολούθησαν τυφλὰ τοὺς ἄντρες τους· δὲν ἔφταιγαν καθόλου. Ἐρώτησαν τοὺς Τούρκους μήπως εἶχαν ἀντιλογία· ἀλλὰ παραδόξως κι ἐκεῖνοι ἐσυμφώνησαν. Ἤθελαν νὰ πάρουν μαζί τους τὸν τελωνοφύλακα. Ὑπάλληλος ἦταν· ποιὸς ἠξεύρει ἀπὸ τί καταχρήσεις ἔσωσε τὸ δημόσιον ταμεῖον ὁ ἀτυχής! Καὶ ὅμως τώρα ποὺ κατάντησεν ἔτσι νὰ ἰδῆς πῶς κανένας δὲν θὰ τὸν συλλογισθῆ. Νὰ κράτος γιὰ νὰ δουλέψης πιστά.

Ὑπάλληλοι καὶ αὐτοὶ τοῦ κράτους, φαρμακοποτισμένοι ἀπὸ τὴν ἀχαριστία τῆς πατρίδας, ἐνόμισαν καθῆκον τους νὰ ταλανίσουν τὴν τύχη τοῦ συναδέλφου. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐσυλλογίσθηκαν πῶς τὸ ἁμάξι δὲν θὰ τοὺς χωρέση. Ἠμποροῦσε νὰ τὸν βάλουν σ᾿ ἕνα ἄλογο τῶν Καραγκούνηδων· ἀλλ᾿ αὐτὸ θὰ ἦταν καταναγκασμός. Φτάνει ποὺ παίρνουν τοὺς χωριάτες ἀπὸ τὰ ἔργα τους· δὲν ἔπρεπε νὰ πάρουν καὶ τὰ ζῷα τους. Δὲν ἦσαν βασιβουζοῦκοι νὰ κάνουν ὅ,τι θέλουν!

Ἔξαφνα ἐσυλλογίσθηκαν τὸ γαϊδουράκι τοῦ Τζιριτόκωστα. Ἅμα τὸν ἐπλήρωναν καλά, δὲν θὰ ἐδυσκολευόταν νὰ πάγῃ ἕως τὴ Λάρισα ὁ καραβοτσακισμένος.

– Τί λές, γέροντα· πᾶμε; τὸν ἐρώτησεν ὁ ἀνακριτής.

Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας δὲν ἀποκρίθηκεν. Ἔμενεν ἀκόμη βυθισμένος στοὺς συλλογισμούς του. Τὸ πρόσωπό του ἄλλαζε χρῶμα κι ἔκφραση κάθε στιγμή. Ἡ φράσις ἐκείνη, ποὺ μόλις κατώρθωσε νὰ κρατήσῃ στὰ χείλη του, ἔκρυβεν ὁλόκληρη τὴ σκοτεινὴ σκέψη, ποὺ ἐδαιμόνιζε τὸ πνεῦμα του. Ἡ κατάστασις τοῦ Βαλαχᾶ εἶχε κεντήση πολὺ τὰ ζητιανικὰ ἔνστικτα τοῦ Τζιριτόκωστα. Ἔ, μωρὲ πράμμα γιὰ ζητιανιά!... Ἂς κατώρθωνε νὰ τὸν πάρη μαζί του ἕνα καὶ μόνον μῆνα κι ἔβλεπες πῶς θὰ ἔκανε καλὰ τὴν τύχη του. Τὰ μέλη τοῦ τελωνοφύλακα ἦσαν εὐκολόπλαστα σὰν κέρινα. Κάθε στιγμὴ θὰ τοὺς ἄλλαζε τὴ θέση. Κάθε ἡμέρα θὰ τοὺς ἔδινε νέο σχῆμα καὶ νέα ἔκφραση στὸ πρόσωπό του. Ἐμπρὸς σ᾿ ἐκεῖνον μοῦτζες νάχουν ὅλα τὰ παραλλάγματα τοῦ κόσμου. Θὰ τὸν ἔβλεπαν οἱ ἄνθρωποι καὶ θὰ ἐρράγιζε ἡ καρδιά τους. Ἀμέσως ὁ Μουτζούρης θὰ εὔρισκεν ἀντικαταστάτη. Καὶ ἀντικαταστάτη πλέον ἐπιτήδειο καὶ περισσότερον ἀκίνδυνο, μὰ τὸ Θεό!

Ἀλλὰ πῶς νὰ τὸν βάλῃ στὸ χέρι;...

– Ἔ, γέροντα, τί λές; ἐξαναρώτησεν ὁ ἀνακριτής, κουνώντας ἀπὸ τὸν ὦμο τὸν Τζιριτόκωστα.

– Ἅ, ναί... μακάρι! ἐψιθύρισεν ἐκεῖνος ἀφαιρεμένος.

– Ἔλα, πάρ᾿ τονε· κᾶμε γρήγορα νὰ φεύγουμε...

Ὁ ζητιάνος ἐσυνῆρθε κι ἐκοίταξε μὲ ἀπορία τὸν ὅμιλο. Ὑποψία φριχτὴ ἐπέρασε στὸν νοῦ καὶ τοῦ ἔδεσεν ἀμέσως τὴ γλῶσσα. Βέβαια ὁ ἀνακριτὴς ἐμάντεψε τὴ σκέψη του καὶ τοῦ παράδινε τὸν τελωνοφύλακα γιὰ νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ ἐκτεθῆ ἀκόμη περισσότερο. Ἀλλ᾿ ὁ Τζιριτόκωστας δὲν ἦταν ἀπὸ κείνους, ποὺ ἔτσι εὔκολα προδίδονται. Ἀμέσως ἔχυσε στὸ πρόσωπό του ἄφθονη τὴν ἀφηρημάδα καὶ τὴν ταπείνωση καὶ χαμηλοθώρης ἐψιθύρισε μὲ κλαψάρικη φωνή:

– Ἄφσε με, ἄρχοντά μου, καὶ μὴ μὲ πειράζῃς. Τί νὰ τὸν κάμω ἐγὼ τὸν ἄρρωστο!...

– Νὰ τὸν πᾶς στὴ Λάρισα· θὰ πληρωθῇς καλά, μὴ φοβεῖσαι· εἶπεν ὁ ἀνακριτής.

Ὁ Τζιριτόκωστας ἐνόησε τώρα. Ἐσήκωσε πρόθυμος τὸν Βαλαχᾶ, τὸν ἐκαλοκάθισε στὸ σαμάρι τοῦ μονόπλευρα, τὸν ἔδεσε μὲ τὰ σχοινιὰ νὰ μὴν πέσῃ. Ἔπειτα, δῆθεν ἀστειευόμενος, ἐστρέβλωσε τὰ πόδια τοῦ ἐμπρός, ἐγύρισε τὸ ἕνα χέρι ἐπάνω στὸ κεφάλι του, ἅπλωσε τὸ ἄλλο μὲ γουβωτὴ παλάμη καὶ μὲ χασκογέλασμα.

– Νά ὁ νεραϊδοπαρμένος! εἶπεν ἐπιδειχτικά. Νὰ τὸν εἶχε κανεὶς Κραβαρίτης, τί παρᾶ θὰ μάζωνε!...

Ἐγέλασαν δυνατὰ ὅλοι με τὴν ἐξυπνάδα τοῦ ζητιάνου. Ἀληθινὰ πρῶτοι ἐκεῖνοι θὰ τὸν ἐλεοῦσαν. Μωρέ, αὐτὸς εἶνε θαλασσινὸς ἀπὸ κείνους ποὺ ἐβούλωσαν τὸν διάβολο!...

Ἀλλ᾿ ἐκείνη τὴ στιγμὴ φωνὲς γοερὲς ἀκούσθηκαν στὸ χωριὸ κι ἐπάγωσαν τὰ γέλοια στὰ χείλη τους. Ἐμπρὸς στὸ χαμόσπιτο τοῦ Μαγουλᾶ οἱ γυναῖκες ἐφώναζαν μὲ σύγχυση καὶ θόρυβο, σὰν χῆνες ποὺ προαισθάνονται τὴ βροχή. Κι ἐμπρὸς ἀπ᾿ ὅλες ἡ γριὰ Σταμάτω ἐτραβοῦσε τὰ μαραμένα μάγουλά της, ἔδερνε τὰ στήθη της κι ἐφώναζεν ἔξω φρενῶν:

– Πωπῶ!... Κακὸ ποὺ μᾶς ηὖρε· πωπωπῶ!...

Ἔτρεξαν ἐκεῖ ὅλοι, ὁ ἀνακριτής, ὁ ἀρχηγός, ὁ μοίραρχος καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀνάκατα. Μόλις ὅμως ἔφθασαν στὴν πόρτα, φριχτὸ θέαμα τοὺς ἀνάγκασε νὰ πισωδρομήσουν ἀθέλητα. Ἀνάμεσα στὸ σπίτι, στὴ θέση ποὺ ἐκρεμόταν πρὶν ἡ μαλάθα τοῦ ψωμιοῦ, ἡ Κρουστάλλω, τοῦ Μαγουλᾶ ἡ γυναῖκα, ἐκρεμόταν ἄψυχη μὲ τὸ σχοινὶ στὸ λαιμό. Οἱ σκόνες τοῦ Τζιριτόκωστα, παρμένες ἀσυλλόγιστα, ὡδήγησαν τὴ χωριάτισσα στὸ φριχτὸ τέλος της. Ἡ Κρουστάλλω, ἕπειτ᾿ ἀπὸ τὴν ἀνάκριση ἔφυγεν ἀπαρατήρητη κι ἐκλείσθηκε πάλι στὸ σπίτι της. Τῆς βρίζας ἡ ἐνέργεια ἐγινόταν ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ ἰσχυρότερη· τὰ συμπτώματα ἔρχονταν πλέον φοβερὰ καὶ ἀκράτητα. Οἱ σπίθες κατάντησαν ἀμέτρητες καὶ κουραστικὲς ἐμπρὸς στὰ μάτια της. Τὸ σπίτι ὁλόκληρο ἔμοιαζε πύρινο καμίνι, ἐρεθισμένο ἀπὸ χίλια φυσερά. Ἡ βουὴ τῶν αὐτιῶν της ἀγριώτερη καὶ πλέον ἐνοχλητικὴ κι ἐπίμονη κατέβαινε στὶς αἰσθήσεις της. Οἱ πόνοι τοῦ κορμιοῦ, τῶν σκελῶν καὶ τοῦ κεφαλιοῦ τὰ τριβελίσματα, τοῦ δερμάτου ἡ φαγούρα, τὴν ἔφεραν σὲ ἀπελπισία. Τρελλὴ ἔτρεχεν ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἐδερνόταν μὲ τὰ χέρια της ζερβόδεξα, ἐκινοῦσε τὰ ρᾴθυμα πόδια της· ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε ν᾿ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὰ τόσα δεινά. Κι ἔξαφνα, σὲ στιγμὴ μανίας καὶ ἀπελπισίας μεγάλης, ἐκατέβασε τὴ μαλάθα, ἔκαμε βρόχο τὸ σχοινί, τὸ ἐπέρασε στὸν λαιμὸ κι ἐπαραδόθηκε τυφλὴ στὸν θάνατο.

– Χά!... ἔβγαλεν μόνον ἀπὸ τὸν στενὸ λάρυγγά της.

Καὶ ὁ ἀπαίσιος ἦχος δὲν εἶχε καμμία διαφορὰ μὲ τὸν ἄλλον ἐκεῖνον, ποὺ ἔβγαλεν ὅταν ἐπῆρε τὶς σκόνες τοῦ ζητιάνου. Εἶχε τὴν ἴδια ἔκφραση τῆς ἀπολαύσεως καὶ τῆς χαρᾶς.

Τώρα ἡ μαλάθα ἦταν ἀπιστομισμένη μακράν με τὰ μαῦρα ξεροκόμματα τοῦ ψωμιοῦ ἔξω χυμένα, θλιβερὸ σύμβολο τῆς χωριάτικης ζωῆς, ποὺ μὲ τόσην ἀγανάχτηση καὶ ἀηδία ἐκλώτσησεν ἡ Κρουστάλλω. Τὰ χέρια της σταυρωμένα ζερβόδεξα στὸ στῆθος, μὲ τὰ δάχτυλα συμμαζωμένα σφιχτὰ στὶς χοῦφτες, ἐμαρτυροῦσαν τὴν ἀλύγιστη ἀπόφαση, ποὺ ἔλαβε γιὰ τὸν θάνατο. Ὁ βρόχος, περασμένος καλὰ στὸν λαιμό, ἔφερε γρηγορώτερα τὸ τέλος. Μὲ πρόσωπο πρησμένο καὶ κατάχλωμο· μὲ γλῶσσα μελανιασμένη ἔξω ἀπὸ τὸ στόμα· τοὺς μῦς ὅλους διαστρεμμένους ἄγρια καὶ μὲ μάτια ὀρθάνοιχτα, φριχτὰ πεταγμένα ἔξω ἀπὸ τὶς κόχες τους, ἐκοίταζε τὸ ἔδαφος, τὸ χῶμα, ποὺ θὰ φάγῃ ἀνήλεο τὸ σῶμα της μὲ μῖσος καὶ θανάσιμο φοβέρισμα. Καὶ κοντὰ στὰ ξυλιασμένα πόδια τῆς νεκρῆς ἡ Ἀσημώ, ἀκόμη τρομασμένη ἀπὸ τὰ παράδοξα θεάματα, ἔσκουζε κι ἐτραβοῦσε κάτω τὰ φουστάνια της κι ἴσως ἐτάχυνεν ἀθέλητα τὸν θάνατο τῆς μάννας της.

– Τί τόπος!... ἐψιθύρισεν ὁ νομάρχης μὲ φρίκη.

– Νὰ φύγουμε· εἶπεν ὁ ἀρχηγός.

Ὁ Τζιριτόκωστας ὅμως, μὲ τὸν ἐλεεινὸ σύντροφό του, εἶχε φύγει ἀπαρατήρητος ἀπὸ τὸ Νυχτερέμι. Ὅταν ἐμάκρυνεν ἀρκετά, ἐστάθηκε μία στιγμὴ συλλογισμένος καὶ ἀναποφάσιστος. Γύρω τοῦ ἐβασίλευεν ἐρημία καὶ σιωπή. Στὸν κάμπο κάτω οἱ καπνοὶ τοῦ κονακιοῦ ἀνέβαιναν ἀκόμη καὶ ἁπλώνονταν μαῦροι καὶ βαρεῖς. Τοῦ ἥλιου οἱ ἀχτίνες μόλις κατώρθωναν νὰ βάψουν χρυσοκόκκινα τὰ πλατειὰ νῶτα τους καὶ ἡ ἀναλαμπὴ ἐτιναζόταν πέρα, στὶς κορφὲς τῶν βουνῶν καὶ τὰ φυλλώματα τῶν δένδρων καὶ στ᾿ οὐρανοῦ τὰ γαλανὰ κύματα, λὲς κι ἤθελε νὰ ζωγραφίση ὀνειροφάνταστη στὸν ἀέρα τὴν ἄγρια πραγματικότητα τῆς γῆς. Πίσω ἡ κοιλάδα τῶν Τεμπῶν, μὲ τὴν ἀντρειωμένη βλάστηση, τὶς καταπράσινες σπηλιὲς καὶ τὸν ἥσυχο ποταμό, σκοτεινὴ ἔχασκε μ᾿ ἔκφραση μακαριότητος κι ἐμπιστοσύνης ἀκλόνητης. Ὁ ζητιάνος τὸ ἀποφάσισεν ἀμέσως. Ἀντὶ νὰ περάσῃ τὴ γέφυρα καὶ νὰ πάρη τὸν ἁμαξιτὸ δρόμο, ποὺ γρήγορα θὰ ἔπαιρναν οἱ Ἀρχές, ἐσκέφθηκε νὰ χωθῇ μὲ τὸν σύντροφό του ἐκεῖ σὲ μία κρυψώνα. Ἅμα ἐπροσπερνοῦσαν ἐκεῖνοι, ἔπιανεν ἄλλον δρόμο αὐτός. Καὶ τότε τ᾿ ὄνειρό του ἐπιτύχαινε. Θὰ εἶχεν ὄχι μῆνα, ἀλλ᾿ ὅσον ἤθελε τὸν ἀντικαταστάτη τοῦ Μουτζούρη!...

– Ἔτσι· εἶπε σὰν ν᾿ ἀπαντοῦσε σὲ καμμία ἐσωτερική του ἐρώτηση.

Καὶ γοργὸς ἐκέντησε τὸ γαϊδουράκι του νὰ χωθῇ ἐκεῖ. Μόλις ὅμως ἔκαμε λίγα βήματα, τριποδισμὸς ἀλόγων καὶ κύλημα τροχῶν ἀκούσθηκε. Ὁ Τζιριτόκωστας κατατρομαγμένος ἐχώθηκε στὰ πρῶτα φυλλώματα τῆς κοιλάδας. Ἡ ἅμαξα μέσα σὲ σύγνεφο σκόνης ἐπέρασε τὴ γέφυρα κι ἐπῆρε τὸν ἀντικρυνὸ δρόμο στὶς ρίζες τοῦ Κισσάβου. Ἦταν μέσα οἱ Τοῦρκοι, ὁ ἀρχηγός, ὁ νομάρχης καὶ ὁ ἀνακριτής. Πίσω ἐπήγαινε τριποδίζοντας τὸ ἄλογό του ὁ μοίραρχος. Καὶ πάρα πίσω ληταρωμένοι, ἐλεεινοί, ἐβάδιζαν οἱ Καραγκούνηδες ὅλοι: ὁ Παπαρρίζος καὶ ὁ πάρεδρος, ὁ Μαγουλᾶς καὶ ὁ Τρίκας καὶ λοιποὶ μὲ ἀπάθεια θαυμαστὴ στὸ πρόσωπο, σὰν νὰ ἐπήγαιναν στὸ πεπρωμένον. Καὶ πάρα πίσω, μὲ κλαγγὴ σπαθιῶν καὶ τριποδισμὸ ἀλόγων, οἱ στρατιῶτες ἀκολουθοῦσαν βιαστικοὶ μὲ τὴ βάναυση ἀδιαφορία τους.

Ὁ Τζιριτόκωστας ἐσήκωσε τὸ κεφάλι μέσ᾿ ἀπὸ τὰ φυλλώματα κι ἐκοίταζε ζερβόδεξα, ἐμπρὸς τὴ μεγάλη καὶ πολυφάνταχτη συνοδεία καὶ κάτω τὸ κατακαπνισμένο χωριό· καὶ χασκογέλασμα ἐτάραξε τὰ χείλη του.

– Μωρέ, κοσμάκης!... εἶπε κουνώντας τὸ κεφάλι.

Καὶ δὲν ἤθελεν οὔτε αὐτὸς νὰ ὁρίσῃ, ἂν τὸ ἔλεγε γιὰ ἐκείνους, ποὺ ἐπήγαιναν ἐμπρὸς στὸν θρίαμβο, εἴτε γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔμεναν πίσω στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀποχτήνωση.

Ὁ Τζιριτόκωστας, ἥσυχος τώρα, ἐπροχώρησε βαθύτερα. Εἶχεν ἐξασφαλίση τὸ παράλλαγμα καὶ δὲν ἐσυλλογιζόταν πλέον παρὰ νέο ταξίδι καὶ νέα τρόπαια. Τὰ κλαριὰ τῶν πλατάνων μ᾿ ἕνα φύσημα τοῦ ἀνέμου ἔρριξαν καταπέτασμα πράσινο καὶ πυκνὸ πίσω του, λὲς κι ἐφρόντιζαν νὰ τὸν ἀσφαλίσουν ἀπὸ κάθε κυνήγημα. Ἡ κοιλάδα πρόθυμη ἐδέχθηκε τὸν ζητιάνο στοὺς ὑγροὺς καὶ μαλθακοὺς κρυψῶνες της, ὅπως δέχεται τόσα κακοῦργα ἑρπετὰ καὶ παράσιτα.

Ὁ ἄνθρωπος πολλὲς φορὲς δὲν βρίσκει τῆς ὑπάρξεώς τους τὸν σκοπό. Καὶ ὅμως τὰ κρατεῖ στοὺς κόρφους της ἡ Φύσις, θεότης ἀδιάφορη, ἀνεπηρέαστη, ἴση δείχνοντας ἀγάπη καὶ στοῦ Κάη τοὺς καρποὺς καὶ στὰ πρωτοτόκια τοῦ Ἄβελ.