Ο Κάουντ Μπέιζι, γεννημένος William James Basie, ήταν Αμερικανός πιανίστας, οργανίστας, συνθέτης και αρχηγός ορχήστρας και μία από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία της τζαζ. Γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου 1904 στο Ρεντ Μπανκ του Νιου Τζέρσεϊ και από μικρός έδειξε ιδιαίτερη μουσική ικανότητα, παίρνοντας τα πρώτα μαθήματα πιάνου από τη μητέρα του.
Στη δεκαετία του 1920 εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια βρέθηκε στο Κάνσας Σίτι, όπου ήρθε σε επαφή με μερικούς από τους σημαντικότερους μουσικούς της εποχής. Συνεργάστηκε με τον Walter Page και τον Bennie Moten και, μετά τον θάνατο του Moten το 1935, δημιούργησε τη δική του μπάντα. Μια ζωντανή ραδιοφωνική μετάδοση από το Reno Club στο Κάνσας Σίτι τον έκανε γνωστό και ένας ραδιοφωνικός εκφωνητής του έδωσε το προσωνύμιο «Count».
Το 1937 η ορχήστρα του εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη και εξελίχθηκε στη διάσημη Count Basie Orchestra. Με τον λιτό και εξαιρετικά ρυθμικό τρόπο παιξίματός του στο πιάνο, την έμφαση στο rhythm section και την ικανότητά του να δίνει χώρο στους σολίστες, ο Basie συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του ήχου του swing και της big-band jazz.
Η ορχήστρα του ανέδειξε σπουδαίους μουσικούς όπως ο Lester Young, ενώ ο Basie συνεργάστηκε κατά τη διάρκεια της καριέρας του με καλλιτέχνες όπως η Ella Fitzgerald και ο Frank Sinatra. Στην κληρονομιά του περιλαμβάνονται κλασικές ηχογραφήσεις όπως τα One O'Clock Jump, April in Paris και Everyday I Have the Blues.
Ο Basie τιμήθηκε με εννέα Grammy Awards και το 1958 έγινε ο πρώτος Αφροαμερικανός άνδρας που κέρδισε Grammy. Το 1983 αναγνωρίστηκε ως NEA Jazz Master. Πέθανε στις 26 Απριλίου 1984 στο Χόλιγουντ της Φλόριντα, αφήνοντας πίσω του μία από τις σημαντικότερες μουσικές κληρονομιές στην ιστορία της τζαζ.
Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies και Google ads.