Βιογραφία
Ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες (1899-1986) ήταν Αργεντινός συγγραφέας και ποιητής από τους σημαντικότερους λογοτέχνες του 20ού αιώνα. Είναι γνωστός τόσο για τα διηγήματά του όπου κυριαρχεί το φανταστικό, όσο και για τα ποιήματα και δοκίμια του. Γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες στις 24 Αυγούστου 1899, ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής ψυχολογίας, τον μεγάλωσαν δίγλωσσο καθώς η αγγλόφωνη γιαγιά του τον έμαθε να μιλά και να γράφει την αγγλική γλώσσα. Από μικρός ήθελε να γίνει συγγραφέας και σε ηλικία επτά χρόνων σύνταξε στα ελληνικά μια σύνοψη της ελληνικής μυθολογίας. Στα 8 έγραψε το πρώτο του διήγημα και στα 9 μετέφρασε τον "Ευτυχισμένο πρίγκιπα" του Όσκαρ Ουάιλντ στα Ισπανικά.Εξαιτίας μιας πάθησης στα μάτια του, που θα τον οδηγήσει προοδευτικά σε πλήρη τύφλωση, η οικογένεια Μπόρχες μετακόμισε στη Γενεύη, όπου ο Χόρχε απέκτησε υψηλού επιπέδου μόρφωση και τελειοποίησε τις γνώσεις του σε αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά. Το 1919 εγκατεστημένος στη Μαγιόρκα της Ισπανίας ολοκλήρωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του "Οι κόκκινοι ρυθμοί" με επιρροές από την επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Η οικογένεια των Μπόρχες, έπειτα από πολλές προσωρινές διαμονές και πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, επέστρεψε το 1921 στο Μπουένος Άιρες. Ξεκίνησε να γράφει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια, φανταστικές ιστορίες, να ιδρύει περιοδικά, να παίρνει μέρος σε λογοτεχνικούς ομίλους και κάθε χρόνο να δημοσιεύει τουλάχιστον 1 με 2 βιβλία. Το 1938 πέθανε ο πατέρας του και τον ίδιο χρόνο είχε ένα ατύχημα, χτύπησε σοβαρά στο κεφάλι και λίγο έλειψε να πεθάνει από σηψαιμία. Το 1955, χρονιά κατά την οποία έχασε ολοκληρωτικά το φως του, διορίστηκε επικεφαλής της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Όπως ο ίδιος παρατήρησε: «Ο Θεός μου έδωσε ταυτόχρονα τα βιβλία και τη νύχτα». Ο Μπόρχες έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του με τη μητέρα του, ύστερα από έντονες πιέσεις της, καθώς ήθελε να του βρεί κάποια να τον προσέχει, παντρεύτηκε το 1967. Τρία χρόνια μετά χώρισε και ξέφυγε από έναν άθλιο και λευκό, σύμφωνα με τους βιογράφους του γάμο. Συνέχισε να ζει με την μητέρα του μέχρι που πέθανε, το 1975 στα 99 της, και τότε ξεκίνησε μια σειρά από ταξίδια σε όλο τον κόσμο. Το 1984, ήρθε στην Ελλάδα, συγκεκριμένα στην Αθήνα, κι ύστερα στο Ρέθυμνο, όπου αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλοσοφικής Σχολής. Πέθανε από καρκίνο του ήπατος στη Γενεύη, στις 14 Ιουνίου 1986.