Βιογραφία
Ο Βασίλης Τσιτσάνης (1915 - 1984) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες και στιχουργούς του 20ου αιώνα. Επίσης ήταν δεξιοτέχνης του μπουζουκιού κι εξαιρετικός ερμηνευτής, ο οποίος συνέβαλε στο να βγει το λαϊκό τραγούδι από το περιθώριο και να ενταχθεί στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδος.
Ο Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα στις 18 Ιανουαρίου 1915 από Ηπειρώτες γονείς και είχε 4 αδέρφια. Ο πατέρας του ήταν τσαρουχάς και ερασιτέχνης παίκτης μαντολίνου, συνήθιζε να παίζει κλέφτικα τραγούδια. Όταν πέθανε, ο Βασίλης πήγαινε γυμνάσιο και έχοντας μάθει να παίζει βιολί, συμμετείχε σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του.
Το φθινόπωρο του 1936 o Τσιτσάνης πήγε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Εκεί γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο, ο οποίος τον πήρε μαζί του στην Odeon, για να παίξει μπουζούκι σε ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών.
Σύντομα αναδεικνύεται σε δεξιοτέχνη του μπουζουκιού και ξεκινάει να γράφει τραγούδια που ηχογραφούσε με τις φωνές του Περδικόπουλου και άλλων τραγουδιστών εκείνης της εποχής. Τον Μάρτιο του 1938 υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του στη Θεσσαλονίκη, εκεί γνώρισε την μελλοντική σύζυγο του, με την οποία θα αποκτήσει δύο παιδιά.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942–1946) είχε δικό του μαγαζί, το «Ουζερί ο Τσιτσάνης». Εκείνη την περίοδο έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, όπως: «Αχάριστη», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Τα πέριξ», «Νύχτες μαγικές», «Ζητιάνος της αγάπης», «Ντερμπεντέρισσα», «Συννεφιασμένη Κυριακή», που θα ηχογραφήσει μετά τον πόλεμο, όταν θα ανοίξουν και πάλι τα εργοστάσια δίσκων.
Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί ξανά. Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστές, τραγουδίστριες όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Μαρίκα Νίνου. Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Από το 1970 εμφανιζόταν στο κέντρο «Χάραμα» και ειδικά μετά την πτώση της Χούντας, ξεκίνησε συναυλίες σε στάδια και ανοιχτούς χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαλε τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα στην ελληνική λαϊκή μουσική. Εισήγαγε στο ρεμπέτικο δυτικά μελωδικά στοιχεία εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με νέους ήχους, προσθέτοντας το πιάνο και το ακορντεόν. Καινοτόμησε στο στίχο, με την απομάκρυνσή του από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου και της ομοιοκαταληξίας και επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν
Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου του 1984 (ημέρα των γενεθλίων του) στο Λονδίνο μετά από εγχείρηση στους πνεύμονες, σε μιά προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο καρκίνος από τον οποίο έπασχε.