Χούμπολτ Αλεξάντερ

Χούμπολτ Αλεξάντερ 1769 έως 1859 (90)

Βιογραφία

Ο Αλεξάντερ φον Χούμπολτ (Alexander von Humboldt) ήταν Γερμανός φυσιοδίφης, γεωγράφος, εξερευνητής και ένας από τους σημαντικότερους επιστήμονες του 19ου αιώνα. Υπήρξε από τους πρώτους που αντιμετώπισαν τη φύση ως ένα ενιαίο, αλληλένδετο σύστημα, στο οποίο το κλίμα, τα φυτά, τα ζώα, το έδαφος και η ανθρώπινη δραστηριότητα βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση. Γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1769 στο Βερολίνο, σε εύπορη οικογένεια της Πρωσίας. Πατέρας του ήταν ο Αλεξάντερ Γκέοργκ φον Χούμπολτ, αξιωματικός και αυλικός, ενώ μεγαλύτερος αδελφός του ήταν ο Βίλχελμ φον Χούμπολτ, ο οποίος έγινε σημαντικός γλωσσολόγος, φιλόσοφος και μεταρρυθμιστής της εκπαίδευσης. Από μικρός ο Αλεξάντερ έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα φυτά, τα πετρώματα και τις αφηγήσεις εξερευνητικών ταξιδιών. Σπούδασε σε διάφορα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων στο Γκέτινγκεν, και αργότερα στη Μεταλλευτική Ακαδημία του Φράιμπεργκ, όπου ειδικεύτηκε στη γεωλογία και τη μεταλλειολογία. Για ένα διάστημα εργάστηκε στην πρωσική υπηρεσία ορυχείων, πραγματοποιώντας έρευνες και επιθεωρήσεις, όμως η βαθύτερη επιθυμία του ήταν να ταξιδέψει και να μελετήσει τη φύση σε μεγάλη κλίμακα. Το 1799 ξεκίνησε μαζί με τον Γάλλο βοτανολόγο Αιμέ Μπονπλάν ένα από τα σημαντικότερα επιστημονικά ταξίδια της εποχής. Για πέντε χρόνια ταξίδεψαν σε περιοχές της σημερινής Βενεζουέλας, Κολομβίας, Ισημερινού, Περού, Κούβας και Μεξικού. Διέσχισαν τον Ορινόκο, εξερεύνησαν τη σύνδεσή του με το σύστημα του Αμαζονίου μέσω του ποταμού Κασικιάρε και συνέλεξαν χιλιάδες φυτά και άλλα φυσικά δείγματα. Σε κάθε στάση ο Χούμπολτ πραγματοποιούσε συστηματικές μετρήσεις της θερμοκρασίας, της ατμοσφαιρικής πίεσης, του μαγνητικού πεδίου, του υψομέτρου και άλλων φυσικών φαινομένων. Το 1802 επιχείρησε την ανάβαση στο ηφαίστειο Τσιμποράσο των Άνδεων, το οποίο τότε θεωρούνταν ένα από τα ψηλότερα βουνά του κόσμου. Δεν έφτασε στην κορυφή, αλλά ανέβηκε σε εξαιρετικά μεγάλο υψόμετρο για τα δεδομένα της εποχής. Παρατηρώντας πώς άλλαζε η βλάστηση όσο αυξανόταν το υψόμετρο, ανέπτυξε μια νέα αντίληψη για τη γεωγραφική κατανομή των φυτών και τη σχέση της με το κλίμα. Οι έρευνές του συνέβαλαν αποφασιστικά στη δημιουργία της βιογεωγραφίας και της φυτογεωγραφίας. Ο Χούμπολτ δεν περιοριζόταν στη συλλογή δεδομένων. Αναζητούσε τις σχέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα. Παρατήρησε, για παράδειγμα, τις συνέπειες της αποψίλωσης των δασών στη διατήρηση του νερού και στο τοπικό κλίμα και προειδοποίησε ότι η ανθρώπινη δραστηριότητα μπορούσε να μεταβάλει το φυσικό περιβάλλον. Παράλληλα κατέγραψε κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στις ισπανικές αποικίες και εξέφρασε έντονη αντίθεση στη δουλεία και στις μορφές αποικιακής εκμετάλλευσης. Μετά την επιστροφή του στην Ευρώπη το 1804 εγκαταστάθηκε για πολλά χρόνια στο Παρίσι, όπου επεξεργάστηκε το τεράστιο επιστημονικό υλικό του ταξιδιού και συνεργάστηκε με σημαντικούς επιστήμονες της εποχής. Δημοσίευσε πολυάριθμα έργα σχετικά με τη γεωγραφία, τη γεωλογία, τη βοτανική και τα ταξίδια του. Το 1829, σε ηλικία σχεδόν εξήντα ετών, πραγματοποίησε ακόμη μία μεγάλη επιστημονική αποστολή, αυτή τη φορά στη Ρωσική Αυτοκρατορία, ταξιδεύοντας στα Ουράλια και σε περιοχές της Σιβηρίας και της Κεντρικής Ασίας. Το μεγάλο έργο των τελευταίων δεκαετιών της ζωής του ήταν το Cosmos, μια φιλόδοξη προσπάθεια να παρουσιαστεί ολόκληρος ο φυσικός κόσμος ως ένα ενιαίο σύνολο. Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1845. Στο έργο αυτό ο Χούμπολτ συνδύασε την αστρονομία, τη γεωλογία, τη γεωγραφία, τη βιολογία και την ιστορία της επιστήμης, επιδιώκοντας να δείξει την ενότητα που κρύβεται πίσω από την τεράστια ποικιλία της φύσης. Πέθανε στο Βερολίνο στις 6 Μαΐου 1859, σε ηλικία 89 ετών. Μέχρι το τέλος της ζωής του εξακολουθούσε να εργάζεται πάνω στο Cosmos.