Μουρ Τόμας

Μουρ Τόμας 1779 έως 1852 (73)

Βιογραφία



Ο Τόμας Μουρ (Thomas Moore 1779-1852) ήταν Ιρλανδός ποιητής, στιχουργός, μουσικός, συγγραφέας, σατιρογράφος και υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων. Γεννήθηκε στις 28 Mαίου 1779 στο Δουβλίνο σε μια οικογένεια καθολικών, οι οποίοι σύμφωνα με το ισχύον σύστημα εκείνης της περιόδους είχαν μειωμένα δικαιώματα σε σχέση με τους προτεστάντες (δεν είχαν δικαίωμα ψήφου, δε δικαιούνταν να κατέχουν σημαντικές θέσεις ή να είναι ένορκοι σε δικαστήρια, να φέρουν όπλα, να φοιτούν σε καλά σχολεία).

Ο Μουρ έδειξε από νωρίς ενδιαφέρον για τη μουσική και την παράσταση, ανεβάζοντας μουσικά έργα με τους φίλους του και εκφράζοντας την ελπίδα να γίνει ηθοποιός. Στο Δουβλίνο εκπαιδεύτηκε στα Λατινικά και τα Ελληνικά και έμαθε άπταιστα Γαλλικά και Ιταλικά. Στην ηλικία των δεκατεσσάρων είχε δημοσιεύσει ένα από τα ποιήματά του σε λογοτεχνικό περιοδικό. Το 1795, ο Μουρ ήταν από τους πρώτους Καθολικούς που έγιναν δεκτοί στο Trinity College του Δουβλίνου, προετοιμαζόμενος για να γίνει νομικός.

Το 1796 αποτυγχάνει η απόπειρα της Α´ Γαλλικής Δημοκρατίας να στηρίξει τους εκτός νόμου Ηνωμένους Ιρλανδούς, ο Μουρ παρότι δεν ήταν ενεργό μέλος των Ηνωμένων Ιρλανδών, κατηγορήθηκε για υποκίνηση ανταρσίας, καθώς είχε συντάξει ένα πατριωτικό κείμενο κατά της Πράξη Ένωσης με την Αγγλία. Τελικά αθωώθηκε από τις κατηγορίες και αργότερα δεν είχε καμία ανάμειξη στην Ιρλανδική Επανάσταση του 1798, ενώ μετρίασε και τους τόνους του ως συγγραφέας.

Το 1799, ο Μουρ συνέχισε τις νομικές του σπουδές στο Middle Temple του Λονδίνου αν και τελικά δεν θα γίνει ποτέ νομικός. Το 1800 εξέδωσε μια μετάφραση στίχων του Ανακρέοντα, με αφιέρωση στον Πρίγκιπα της Ουαλίας, με αυτό το βιβλίο έγινε γνωστός στους αριστοκρατικούς και λογοτεχνικούς κύκλους του Λονδίνου. Μέσω των γνωριμιών του διορίστηκε γραμματέας του δικαστηρίου στις Βερμούδες. Ύστερα από 6 μήνες βρήκε τη ζωή στο νησί βαρετή, όρισε έναν αντικαταστάτη και έφυγε να ταξιδέψει στην Βόρεια Αμερική. Επέστρεψε στην Αγγλία το 1804, δημοσίευσε το «Επιστολές, Ωδές και άλλα ποιήματα», 1806). Ένας γνωστός κριτικός της εποχής κατήγγειλε τον τόμο στην Επιθεώρηση του Εδιμβούργου (Ιούλιος 1806), αποκαλώντας τον Μουρ διαφθορέα, ο Μουρ τον προκάλεσε σε μονομαχία η οποία διακόπηκε την τελευταία στιγμή ύστερα από παρέμβαση της αστυνομίας. Το ίδιο έτος παντρεύεται την προτεστάντισσα ηθοποιό, Bessy Dyke και εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο. Έκαναν πέντε παιδιά, από τα οποία δεν επέζησε κανένα μέχρι την ενηλικίωση. Την περίοδο αυτή αρχίζει να δημοσιεύει χιουμοριστικά και πολιτικά σχόλια..

Το 1818, ανακαλύφθηκε ότι ο άνθρωπος που είχε διορίσει αναπληρωτή του στις Βερμούδες είχε υπεξαιρέσει 6.000 λίρες στερλίνες, ένα μεγάλο ποσό για το οποίο ο Μουρ ήταν υπεύθυνος. Για να ξεφύγει από τη φυλακή, ο Μουρ έφυγε για τη Γαλλία, εκεί είδε για τελευταία φορά τον Μπάιρον ο οποίος του εμπιστεύτηκε ένα χειρόγραφο με τα απομνημονεύματά του για να τα δημοσιεύσει μετά τον θάνατο του. ΟΜουρ θεώρησε σωστό να τα κάψει για να μην θιγεί η υστεροφημία του μεγάλου ρομαντικού ποιητή. Αργότερα, με την πολύτιμη βοήθεια της Mary Shelley συνέθεσε μία βιογραφία για τον Λόρδο Βύρωνα, για να αναπληρώσει την απώλεια των απομνημονευμάτων του. Έγινε ευρύτερα γνωστός για τις Ιρλανδικές Μελωδίες (Irish Melodies), οι οποίες μετέφεραν θέματα από την ζωή στην Ιρλανδία εκφράζοντας μια ποικιλία πατριωτικών, ερωτικών και φιλοσοφικών θεμάτων.

Ο Μουρ υπήρξε ένα από τα πρώτα πενήντα μέλη της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου. Μαζί με τον Λόρδο Βύρωνα υποστήριξε τον ελληνικό απελευθερωτικό αγώνα με χρήματα, οπλισμό και προπαγάνδα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1840 (και καθώς η καταστροφή του Μεγάλου Λιμού έπληξε την Ιρλανδία), οι δυνάμεις του Μουρ άρχισαν να τον εγκαταλείπουν. Πέθανε στις 25 Φεβρουαρίου 1852