Βιογραφία
Ο Τζάκομο Πουτσίνι (1858 -1924) ήταν Ιταλός συνθέτης, διάσημος για τις όπερες του, με πιο αξιοσημείωτες τις Μποέμ , Μαντάμ Μπατερφλάι και Τόσκα. Γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του 1858 σε μια οικογένεια μουσικών, στην πόλη Λούκα της Τοσκάνης. Ήταν μόλις έξι ετών όταν έμεινε ορφανός από πατέρα ενώ σε ηλικία 17 ετών παρέα με φίλους του περπάτησε 20 χλμ. από την Λούκα μέχρι την Πίζα για να παρακολουθήσει την όπερα την Αϊντα του Τζουζέπε Βέρντι. Εκείνη τη βραδιά, εντυπωσιασμένος δήλωσε ότι θα γίνει διάσημος συνθέτης όπερας. Και τα κατάφερε.
Απορρίφθηκε την πρώτη φορά που πήρε μέρος σε διαγωνισμό όπερας, ωστόσο έστησε μια δική του παράσταση που αποδείχθηκε αρκετή επιτυχημένη ώστε να προσελκύσει το ενδιαφέρον του φημισμένου εκδοτικού οίκου Ricordi του Μιλάνου. Του έκλεισαν συμβόλαιο όταν ήταν ακόμη άσημος και στη συνέχεια καθώς έγραψε τις όπερες του, τα κέρδη του εκδοτικού οίκου ήταν τεράστια για πολλά χρόνια ακόμη και μετά τον θάνατο του συνθέτη.
Την εποχή που ζούσε ακόμη στη Λούκα ο Πουτσίνι ερωτεύτηκε μια νεαρή γυναίκα, που της παρέδιδε μαθήματα πιάνου. Η κοπέλα ήταν ήδη παντρεμένη –με έναν παλιό συμμαθητή του Πουτσίνι- οι δυο τους εκαναν σχέση και εκείνη έμεινε έγκυος. Για να γλιτώσουν από τα κουτσομπολιά μετακόμισαν στο Μιλάνο, όπου ο Πουτσίνι σημείωσε την πρώτη του μεγάλη επιτυχία με την όπερα Μανόν Λεσκώ. Για μια πιο ήρεμη ζωή, εγκατέλειψαν το Μιλάνο και εγκαταστάθηκαν στην εξοχή.
Αρχικά νοίκισαν ένα παλιό σπίτι, αλλά γύρω στο 1900 με τα χρήματα που κέρδισε από την επιτυχία της Λα Μποέμ αγόρασε ένα μεγάλο κομμάτι γης με θέα στη λίμνη Μασατσιούκολι, στο χωριό Τόρε ντελ Λάγκο κοντά στην παραθαλάσσια Τοσκάνη όπου έχτισε μια έπαυλη, γνωστή στην περιοχή ως Βίλα Πουτσίνι, (σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, εκεί έχει θαφτεί ο συνθέτης, η γυναίκα του και ο γιος τους). Το 1903 οι τρεις τους είχαν ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα, καθώς επέστρεφαν από την Λούκα, το αμάξι κατέληξε σε ένα χωράφι κι ο Πουτσίνι χτύπησε το πόδι του, έμεινε για μήνες στο νοσοκομείο και για την υπόλοιπη ζωή του χρειαζόταν μπαστούνι για να περπατάει.
Η γυναίκα του Πουτσίνι ήταν πολύ ζηλιάρα, ο ίδιος της έδινε συχνά αφορμές καθώς είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες. Η ζήλια της έφθασε στο αποκορύφωμα το 1909 όταν επιτέθηκε δημόσια στην νεαρή καμαριέρα τους κατηγορώντας τηςν πως προσπαθεί να ξελογιάσει τον σύζυγο της. Η κοπέλα ήπιε απολυμαντικό κι αυτοκτόνησε, με την σύζυγο να καταδικάζεται σε 5μηνη φυλάκιση για συκοφαντική δυσφήμιση αλλά να μην μπαίνει φυλακή καθώς πλήρωσε ο Πουτσίνι την οικογένεια της κοπέλας, και τον συνθέτη να γίνεται ράκος και να σταματάει την σύνθεση για κάποια περίοδο. Τελικά το δράμα τον ενέπνευσε να γράψει την τελευταία του όπερα, «Τουραντό», όπου στην κορύφωση της άριας Nessun Dorma, η νεαρή σκλάβα βάζει τέλος στη ζωή της.
Ο Πουτσίνι πέθανε σε ηλικία 65 ετών το 1924 στις Βρυξέλλες από καρδιακή ανακοπή, ενώ λάμβανε θεραπεία για την αντιμετώπιση καρκίνου του λάρυγγα, που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια, κάνοντας τον να έχει χάσει την φωνή του.