Βιογραφία
Ο Έντβαρτ Μουνκ (Edvard Munch, 12 Δεκεμβρίου 1863 - 23 Ιανουαρίου 1944) ήταν νορβηγός εξπρεσιονιστής ζωγράφος και τυπογράφος, ο οποίος επηρέασε σημαντικά τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στις αρχές του 20ου αιώνα. Έζησε μια ταραχώδη ζωή με έντονες ψυχολογικές διακυμάνσεις, οι οποίες αποτυπώθηκαν στους πίνακές του. Ως παιδί, ήταν συχνά άρρωστος και απουσίαζε για μεγάλα διαστήματα από το σχολείο, για να περνάει το χρόνο του ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση μετά τη γέννηση της νεότερης αδερφής του και η αγαπημένη του αδελφή πέθανε από την ίδια αρρώστια, εννέα χρόνια αργότερα. Σε όλη του την ζωή θα φοβάται μην πεθάνει από την φυματίωση κι εκείνος. Ο πατέρας του ήταν φανατικά θρήσκος που μιλούσε συχνά για την κόλαση και διάβαζε στα παιδιά του ιστορίες με φαντάσματα. Ο νεαρός Έντβαρτ βασανιζόταν από εφιάλτες και παρανοϊκά οράματα θανάτου, τα οποία αργότερα θα ενσωματώνονταν στο έργο του.Όταν η φήμη και ο πλούτος του αυξήθηκαν, η συναισθηματική του κατάσταση χειροτέρεψε και το 1908 η αδυναμία του συνδεδεμένη με την υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, τον ανάγκασε να εισαχθεί σε ψυχιατρική κλινική, βασανιζόμενος από παραισθήσεις του και μανία καταδίωξης. Η θεραπεία στην οποία υποβλήθηκε περιελάμβανε δίαιτα και "ηλέκτριση" (μια τότε μοντέρνα θεραπεία για τα νευρικά συμπτώματα, που δεν πρέπει να συγχέεται με το ηλεκτροσόκ). Η παραμονή στο νοσοκομείο σταθεροποίησε την προσωπικότητά του και μετά την επιστροφή του στη Νορβηγία το 1909 παρουσίασε περισσότερο ενδιαφέρον για τη φύση και τη ζωή και η ζωγραφική του έγινε πιο ζωηρόχρωμη και λιγότερο απαισιόδοξη. Στη δεκαετία του '30 και του '40, οι Ναζί θεώρησαν τα έργα του "εκφυλισμένη τέχνη" και απομάκρυναν τα έργα του από τα γερμανικά μουσεία. Ο Μουνκ μετακόμισε στο Όσλο όπου πέρασε τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής του. Πέθανε στις 23 Ιανουαρίου 1944.