Η εμπιστοσύνη, η σαφήνεια και η συμπόνια είναι απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός δασκάλου.Άϊενγκαρ
HALLOFPEOPLE.COM
Συμπόνια
Λόγια για την κατανόηση του πόνου και τη φροντίδα του άλλου.
Σχετικά με τη Συμπόνια
Ω θεέ της νέας χρονιάς,Διάβασε ολόκληρο το ποίημα Ίσσα Κομπαγιάσα · Επιλεγμένα χαϊκού
βοήθησέ μας ν’ αντέξουμε
κι ετούτη τη χρονιά!
Κάθε Πρωτοχρονιά,
ξαναγίνομαι παιδί.
Κάτι είναι κι αυτό!
Στο φρέσκο χορτάρι
αφήνει η μοντέρνα γυναίκα
τον τύπο των γλουτών της.
Βρέχει άνοιξη
στην πόρτα
της αγάπης μου.
Μια πεταλούδα στον κήπο.
Το παιδάκι μπουσουλάει, εκείνη πετάει.
Μπουσουλάει-πετάει…
Νύχτα. Φεγγάρι.
Τα σαλιγκάρια τραγουδούν
στο τσουκάλι.
Ανάμεσα στα κόκκινα άνθη
της δαμασκηνιάς
στεγνώνει η γάτα η βρεγμένη.
Μια ζωή την έχουμε.
Χλωρά καλάμια, παρακαλώ,
στο νεκροκρέβατό μου.
Άνθισαν οι κερασιές.
Κάτι πεθαίνει.
Ετοιμαστείτε.
Φυσάει.
Μας έπνιξε στη σκόνη
ο θάνατος.
Μυρίζονται,
μυρίζουν,
οι ερωτευμένες γάτες.
Όταν ερωτεύονται τα νιάτα,
βρέχει
στα ψηλά βουνά.
Κι η αγριόγατα
στον έρωτα
γατούλα είναι.
Βρόμικος, κοντός,
σκονισμένος ο θάμνος.
Κι όμως ανθίζει.
Έπεσε ένα φύλλο.
Έβαλε το καπέλο του
το σκυλί και πάει…
Ούτε κι αυτός έχει όρεξη
να μαζέψει το χιόνι:
το σκιάχτρο.
Μοιάζει σαν να διαβάζει
ένα βιβλίο στον ουρανό της νύχτας:
βατράχι.
Για να βγάλει το ψωμί του
το αηδόνι
πέφτουν τα φύλλα.
Τα παιδιά που παίζουν παριστάνοντας του κορμοράνους,
είναι συχνά πιο όμορφα
από τους κορμοράνους.
Δεν ξέρω οι άνθρωποι…
πάντως τα σκιάχτρα
κάποτε λυγίζουν.
Κοιμάται, ξυπνάει, χασμουριέται
η γάτα
και πάει να κάνει έρωτα.
Όλα όσα αγγίζω
με τρυφερότητα, δυστυχώς,
τρυπάνε σαν βάτος.
Εμπιστευόμενος τον Βούδα, καλό και κακό,
Αποχαιρετώ,
Το έτος της αναχώρησης.
Ζούμε σκαρφαλωμένοι
στη σκεπή της κόλασης
για να δούμε τα λουλούδια.
Άνοιξη στο καλύβι μου:
μια ομίχλη σαν γιγάντια φιγούρα
κάποιου που κοιμάται.
Ο τόπος μου:
ακόμα κι η ομίχλη
είναι αρχαία.
Η ζέστη σήμερα θολώνει τα πάντα:
ετούτοι οι δυο τάφοι
μοιάζουν με παλιούς καλούς φίλους.
Στο τέλος τέλος,
το νέο χορτάρι είναι…
ε, ναι, λοιπόν: νέο!
Όταν το αηδόνι κρύβεται
στο πεύκο…
τραγουδάει το πεύκο!
Τιθασεύοντας τη σάρκα
κινείται ανάμεσα στ’ αγκάθια…
το βατράχι.
Το γέρικο σκυλί κοιτάζει
σαν ν' ακούει τα σκουλήκια
να τραγουδούν βαθιά στη γη.
Ο κόσμος:
να βαράς μύγες
σ’ ένα μικρό χέρσο χωράφι.
Ξημερώνει.
Οι άνθρωποι φορούν
τα πρόσωπά τους.
Όσο πετούν μπεκάτσες,
οι άνθρωποι
θα πεθαίνουν.
Το ίδιο σκοτάδι
φορούν οι άνθρωποι,
όταν πέφτουν τα φύλλα στα βουνά.
Όπου γυρίσω να κοιτάξω:
βιολέτες.
Τι μοναξιά κι αυτή!
Από πού
έρχονται
τα ουράνια τόξα;
Πώς άνθισαν έτσι τα λιβάδια;
Κάτι κάνει εκεί κάτω
ο νεκρός πατέρας μου.
Στο κεφάλι του αρχιερέα
κάνουν έρωτα
οι μύγες.
Πεθαίνουμε ένας ένας.
Σε λίγο αρχίζει η γιορτή
των καντηλιών.
Ακούστε
Άνθρωποι εφήμεροι
Την εσπερινή καμπάνα
Μην ξεχνάτε
Βαδίζουμε στην κόλαση
Κοιτάζοντας λουλούδια
Πέτρα έριξε και πόνεσε το χέρι του.ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ
(απόσπασμα)Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Πλούταρχος · Περὶ σαρκοφαγίας λόγος Α΄
«Εσύ ρωτάς για ποιο λόγο ο Πυθαγόρας απέφευγε να τρώει κρέας,
εγώ, αντίθετα, απορώ τι έπαθε και τι ένιωθε ο πρώτος άνθρωπος
και ακούμπησε το στόμα του σε αίμα σκοτωμένου πλάσματος,
πλησίασε τα χείλη του σε σάρκα πεθαμένου ζώου και,
παραθέτοντας σε τραπέζι μπαγιατεμένα πτώματα, ονόμασε
λιχουδιές και νοστιμιές τα μέρη που λίγο πριν βρυχόνταν,
μιλούσαν, κινούνταν και έβλεπαν. Πώς τα μάτια του άντεξαν να
δουν αίμα πλασμάτων που σφάζονταν, γδέρνονταν, διαμελίζονταν,
πώς η όσφρησή του άντεξε την αποφορά, πώς η σκέψη του
μιάσματος δεν απέτρεψε τη γλώσσα να αγγίζει ξένα έλκη και να
απολαμβάνει τους χυμούς και τα υγρά θανάσιμων τραυμάτων.
Τα δέρματα ανατρίχιασαν και τα κρέατα γύρω στις σούβλες
μούγκρισαν ψημένα και ωμά, όταν ακούστηκε η φωνή των βοδιών
(απόσπασμα από μία ωδή του Πινδάρου).
Τούτο βέβαια είναι πλάσμα της φαντασίας και μύθος, το δείπνο
όμως είναι στ’ αλήθεια τερατώδες, να πεινάει κάποιος για ζώα που
μουγκρίζουν ακόμα, να υποδεικνύει με ποια ζώα πρέπει να
τρεφόμαστε, και να επινοεί μεθόδους για την άρτυση, το ψήσιμο
και το σερβίρισμα των φαγητών. Την περίπτωση εκείνου που
εγκαινίασε την τακτική τούτη πρέπει να εξετάσει κάποιος και όχι
αυτού που τη σταμάτησε έστω και αργά
Ή μήπως, όσον αφορά εκείνους που πρώτοι δοκίμασαν να φάνε
κρέας, θα πρέπει να πούμε πως τους έσπρωξε η φτώχεια, διότι ούτε
τον καιρό τους περνούσαν με την εκπλήρωση άνομων επιθυμιών
ούτε, έχοντας σε υπεραφθονία τα αναγκαία, ξεπέρασαν τα όρια
προς τις ηδονές παρά φύση, αδιαφορώντας για τα άλλα ζωντανά
πλάσματα και κατέληξαν σε αυτή την πρακτική, αλλά θα έλεγαν, αν
τώρα δα ανακτούσαν αίσθηση και φωνή: Ευλογημένοι κι
αγαπημένοι των θεών εσείς οι τωρινοί, τι εποχή σας έλαχε να
ζήσετε, να καρπώνεστε και να απολαμβάνετε κληρονομιά τα
άφθονα αγαθά! Πόσα φυτρώνουν για σας και πόσα τρυγάτε! Πόσο
πλούτο από τους κάμπους, πόσες ηδονές μπορείτε να δρέπετε από
τα φυτά! Έχετε τη δυνατότητα να καλοπερνάτε χωρίς να λερώνετε
τα χέρια σας με αίμα!
Εμάς όμως δέχτηκε μέρος του χρόνου ζωής πολύ σκυθρωπό και
φοβερό, αφού από την ώρα που γεννηθήκαμε πέσαμε σε μεγάλη
και πνιγηρή φτώχεια. Συγκομιδή ήμερων καρπών δεν υπήρχε, ούτε
εργαλείο τέχνη ούτε ίχνος επινοητικότητας. Η πείνα δεν μας έδινε
χρονικά περιθώρια ούτε ο σπόρος μπορούσε τότε να περιμένει τις
εποχές τους έτους. Πού το παράξενο λοιπόν, αν φάγαμε σάρκες
ζώων παρά τις επιταγές της φύσης, τότε που και η λάσπη τρωγόταν
και ο φλοιός του δέντρου φαγώθηκε και το να βρεις άγρωστη με
βλαστάρια ή καλαμιού ρίζα ήταν ευτύχημα; Όταν γευτήκαμε και
φάγαμε βελανίδια, χορέψαμε από τη χαρά μας γύρω από μια
βελανιδιά, αποκαλώντας τη δωρήτρια ζωής, μητέρα και τροφό.
Αυτή ήταν η γιορτή που γνώριζε τότε η ζωή, ενώ όλα τα άλλα ήταν
μελαγχολικά και άγρια. Εσάς τους τωρινούς όμως ποια λύσσα και
ποια αχόρταγη λαχτάρα σάς οδηγεί να βάφετε τα χέρια σας με αίμα
τη στιγμή που σας προσφέρονται τόσα για τις ανάγκες σας; Γιατί
κατηγορείτε άδικα τη γη ότι πως δεν μπορεί να σας τρέφει; Γιατί
ασεβείτε προς τη θεσμοφόρο Δήμητρα και προσβάλλετε τον ήμερο
και μειλίχιο Διόνυσο, λες και δεν παίρνετε αρκετά από αυτούς; Δεν
ντρέπεστε να ανακατεύετε τους ήμερους καρπούς με αίμα από
σφαγή; Αποκαλείτε άγρια ζώα τα φίδια, τις λεοπαρδάλεις και τα
λιοντάρια, ενώ οι ίδιοι σφάζετε και σκοτώνετε χωρίς να τους
αφήνετε περιθώρια να σας ξεπεράσουν σε ωμότητα. Για εκείνα, τα
σκοτωμένα ζώα είναι τροφή, για εσάς λιχουδιά»
---------------------------------------
Στο δοκίμιο αυτό ο Πλούταρχος προβάλλει μια πρωτοποριακή για την εποχή του υπεράσπιση των ζώων και αμφισβητεί την ηθική νομιμότητα της κρεοφαγίας. Με έντονο συναισθηματισμό και ισχυρή επιχειρηματολογία, παρουσιάζει τον άνθρωπο όχι ως κυρίαρχο της φύσης αλλά ως μέρος της, καλώντας τον να δείξει σεβασμό και εγκράτεια απέναντι σε κάθε μορφή ζωής. Για τον λόγο αυτό το κείμενο θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα φιλοζωικά κείμενα της αρχαιότητας.