2 αποσπάσματα για την ελπίδα

Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για την ελπίδα. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.

Απόσπασμα
Αποσπάσματα από
Εκδόσεις Ψυχογιός

Από την εισαγωγή
«Μη επιδιώκετε την επιτυχία – όσο πιο πολύ την επιδιώκετε και τη θέτετε ως στόχο, τόσο πιο πολύ θα τη χάνετε. Γιατί την επιτυχία, όπως και την ευτυχία, δεν μπορείτε να τις κυνηγήσετε· πρέπει να προκύψουν, και προκύπτουν μόνο ως ακούσιο επακόλουθο της αφοσίωσής σας σε ένα σκοπό που υπερβαίνει τον εαυτό σας ή ως υποπροϊόν της αφοσίωσής σας σε έναν άλλο άνθρωπο, εκτός του εαυτού σας. Η ευτυχία μπορεί μόνο να «συμβεί», και το ίδιο ισχύει και για την επιτυχία: το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να της επιτρέψετε να εμφανιστεί με το να μη φροντίζετε γι’ αυτήν. Θέλω να ακούτε ότι σας προστάζει να κάμνετε η συνείδησή σας, και να συνεχίζετε να το κάμνετε με όλη σας την επίγνωση [με φιλότιμο]. Τότε θα ζήσετε για να δείτε ότι μακροπρόθεσμα –μακροπρόθεσμα, λέω!– η επιτυχία θα σας ακολουθήσει, ακριβώς επειδή θα έχετε πλέον ξεχάσει να σκέφτεστε γι' αυτή».
[...]
«Δυνάμεις πέρα από τον έλεγχο σου μπορούν να σου πάρουν όλα όσα έχεις, εκτός από ένα, την ελευθερία σου να επιλέξεις πως θα αντιδράσεις στην κατάσταση. Δεν μπορείς πάντα να ελέγχεις τι συμβαίνει στη ζωή σου, αλλά πάντα μπορείς να ελέγχεις τι θα αισθανθείς και τι θα κάνεις σχετικά με αυτό που σου συμβαίνει. Έτσι ποτέ δεν μένουμε δίχως τίποτα εφόσον διατηρούμε την ελευθερία να επιλέξουμε πως θα αντιδράσουμε» .

[...]
1ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΥΤΟ ∆Ε ∆ΙΑΤΕΙΝΕΤΑΙ ότι είναι µια περιγραφή γεγονότων και συµβάντων, αλλά προσωπικών εµπειριών και µάλιστα εµπειριών που εκατοµµύρια κρατούµενοι υπέστησαν ξανά και ξανά. Είναι η βιωµένη ιστορία ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, όπως την αφηγείται ένας από τους επιζήσαντες. Αυτή η ιστορία δεν καταπιάνεται µε τις µεγάλες θηριωδίες που ήδη έχουν περιγραφτεί αρκετά συχνά (αν και λιγότερο συχνά γίνονται πιστευτές), αλλά καταπιάνεται µε µια πληθώρα µικρών βασάνων. Με άλλα λόγια, θα προσπαθήσει να απαντήσει στην ερώτηση: πώς συλλογιζόταν την καθηµερινή ζωή σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης ο µέσος κρατούµενος; Τα πιο πολλά συµβάντα που καταγράφονται εδώ δε σηµειώθηκαν στα µεγάλα και διαβόητα στρατόπεδα, αλλά στα µικρά, εκεί όπου διεξαγόταν το µεγαλύτερο µέρος των αληθινών εξοντώσεων. Αυτή εδώ δεν είναι µια ιστορία για τα βάσανα και το θάνατο σπουδαίων ηρώων και µαρτύρων, ούτε για τους πιο διακεκριµένους Κάπο –κρατούµενοι που δρούσαν ως έµπιστοι και είχαν ιδιαίτερα προνόµια–, ούτε για φηµισµένους κρατουµένους. Συνεπώς δεν καταπιάνεται µε τα βάσανα των ισχυρών, αλλά µε τις θυσίες, τη σταύρωση και τους θανάτους της µεγάλης στρατιάς των άγνωστων και µη καταγεγραµµένων θυµάτων. Ακριβώς αυτούς τους κοινούς κρατουµένους, οι οποίοι δεν είχαν διακριτικά στα µανίκια τους, καταφρονούσαν πιο πολύ οι Κάπο. Ενώ αυτοί οι συνηθισµένοι κρατούµενοι είχαν λιγοστά ή και καθόλου τρόφιµα, οι Κάπο δεν πεινούσαν ποτέ µάλιστα, πολλοί από τους Κάπο σιτίζονταν καλύτερα από ό,τι σε όλη τους τη ζωή. Συχνά ήσαν απέναντι στους κρατουµένους πολύ πιο βάναυσοι απ’ όσο οι φρουροί τους, και τους ξυλοκοπούσαν πιο άγρια απ’ όσο οι άντρες των Ες-Ες. Αυτούς τους Κάπο, φυσικά, οι ναζί τούς επέλεγαν µονάχα µεταξύ εκείνων των κρατουµένων, των οποίων ο χαρακτήρας υποσχόταν ότι θα ήσαν κατάλληλοι για τέτοιες διαδικασίες, και εάν δε συµµορφώνονταν µε ό,τι περίµεναν από αυτούς να κάνουν, τότε υποβιβάζονταν πάραυτα.

Σύντοµα γίνονταν σε µεγάλο βαθµό σαν τους άντρες των Ες-Ες και τους δεσµοφύλακες στα στρατόπεδα, και άρα µπορούν να κριθούν µε µια παρεµφερή ψυχολογική βάση. Είναι εύκολο για τον ξένο προς αυτή την εµπειρία να έχει εσφαλµένη αντίληψη σχετικά µε τη ζωή στα στρατόπεδα, µια αντίληψη αναµεµειγµένη µε συναισθηµατισµό και οίκτο. Λίγα γνωρίζει για τη σκληρή µάχη για την επιβίωση που µαινόταν ανάµεσα στους κρατουµένους. Ήταν ένας απηνής αγώνας για τον επιούσιο άρτο και για τη ζωή την ίδια, για χάρη του εαυτού σου ή για χάρη ενός καλού φίλου. Ας πάρουµε την περίπτωση µιας µεταφοράς που επίσηµα ανακοινώθηκε σαν διακόµιση ενός ορισµένου αριθµού κρατουµένων σε ένα άλλο στρατόπεδο^ αλλά µπορούσες να µαντέψεις στα σίγουρα ότι ο τελικός προορισµός θα ήσαν οι θάλαµοι αερίων. Ένας αριθµός από άρρωστους ή αδύναµους κρατουµένους, ανήµπορους για εργασία, θα στελνόταν σε ένα από τα µεγάλα στρατόπεδα που ταν θαλάµους αερίων και κρεµατόρια. Η διαδικασία επιλογής ήταν το σινιάλο για µια ξέφρενη µάχη ανάµεσα σε όλους τους κρατουµένους ή µιας οµάδας ενάντια σε µιαν άλλη. Το µόνο που είχε σηµασία ήταν το όνοµά σου ή το όνοµα ενός φίλου σου να διαγραφεί από τον κατάλογο των θυµάτων, αν και οι πάντες ήξεραν ότι για κάθε άνθρωπο που θα σωζόταν θα έπρεπε να βρεθεί κάποιο άλλο θύµα. Ένας συγκεκριµένος αριθµός κρατουµένων έπρεπε να φύγει µε κάθε µεταφορά. ∆εν είχε στ’ αλήθεια σηµασία ποιοι, µια και ούτως ή άλλως καθένας τους δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας αριθµός. Με την είσοδό τους στο στρατόπεδο (τουλάχιστον αυτή ήταν η µέθοδος στο Άουσβιτς) τους έπαιρναν όλα τους τα χαρτιά, µαζί µε τα υπάρχοντά τους. Κάθε κρατούµενος, συνεπώς, είχε την ευκαιρία να δηλώσει ένα ψεύτικο όνοµα ή επάγγελµα και για ποικίλους λόγους πολλοί το έκαναν αυτό. Οι Αρχές ενδιαφέρονταν µονάχα για τον αριθµό των αιχµαλώτων. Αυτός ο αριθµός συχνά είχε εντυπωθεί µε τατουάζ πάνω στο δέρµα τους, και επίσης έπρεπε να ραφτεί σε ένα ορισµένο σηµείο στο παντελόνι, στο σακάκι ή στο πανωφόρι.

Αν κάποιος φύλακας ήθελε να κατηγορήσει για κάτι έναν κρατούµενο, απλώς έριχνε µια µατιά στον αριθµό του (και πόσο τις τρέµαµε τέτοιες µατιές!) δεν τον ρωτούσε ποτέ πώς τον λένε. Ας επιστρέψουµε, όµως, στο κοµβόι που ετοιµάζεται να αναχωρήσει. ∆εν υπήρχε µήτε χρόνος µήτε επιθυµία να εξετάσεις πνευµατικά ή ηθικά ζητήµατα. Κάθε άντρας είχε µονάχα µια σκέψη στο κεφάλι του: να µείνει ζωντανός για την οικογένεια που τον περίµενε στο σπίτι, και να σώσει τους φίλους του. ∆ίχως κανένα δισταγµό, συνεπώς, κανόνιζε έτσι ώστε ένας άλλος αιχµάλωτος, ένας άλλος «αριθµός», να πάρει τη θέση του στη µεταφορά. Όπως έχω ήδη αναφέρει, η διαδικασία µε την οποία επέλεγαν τους Κάπο ήταν αρνητική διάλεγαν για τούτη τη δουλειά µονάχα τους πιο κτηνώδεις κρατουµένους (καίτοι υπήρχαν και µερικές ευτυχείς εξαιρέσεις). Αλλά πέρα από την επιλογή των Κάπο, την οποία αναλάµβαναν οι Ες-Ες, υπήρχε και ένα είδος αυτοεπιλογής που διεξαγόταν όλη την ώρα ανάµεσα σε όλους τους κρατουµένους. Κατά µέσον όρο, µπορούσαν να παραµείνουν ζωντανοί µονάχα εκείνοι οι κρατούµενοι που, ύστερα από χρόνια εξουθενωτικής οδοιπορίας από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, είχαν χάσει όλους τους ενδοιασµούς τους στη µάχη για την επιβίωση ήσαν προετοιµασµένοι να χρησιµοποιήσουν κάθε µέσο, έντιµο και µη, κάθε κτηνώδη δύναµη, κλεψιά και προδοσία των φίλων τους, προκειµένου να σώσουν τον εαυτό τους. Εµείς που έχουµε επιστρέψει, µε τη βοήθεια πολλών τυχαίων περιστάσεων ή θαυµάτων – ας το πει όπως θέλει ο καθένας– ξέρουµε: οι καλύτεροι από εµάς δεν επέστρεψαν. Υπάρχουν ήδη καταγεγραµµένες πολλές τεκµηριωµένες αφηγήσεις σχετικά µε τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εδώ, τα γεγονότα θα έχουν σηµασία µόνον εφόσον είναι µέρος των εµπειριών ενός ανθρώπου. Αυτήν ακριβώς τη φύση των εν λόγω εµπειριών θα επιχειρήσει να περιγράψει το παρόν πόνηµα.

Για εκείνους που ήσαν έγκλειστοι σε κάποιο στρατόπεδο, θα επιχειρήσει να εξηγήσει την εµπειρία τους υπό το φως της σηµερινής γνώσης. Και για εκείνους που βρέθηκαν κάποτε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ίσως συµβάλλει στο να αντιληφθούν και, πάνω απ’ όλα, να κατανοήσουν τις εµπειρίες εκείνου του πάρα πολύ µικρού ποσοστού κρατουµένων που επιβίωσαν και που τώρα βρίσκουν τη ζωή πολύ δύσκολη. Αυτοί οι πρώην κρατούµενοι συχνά λένε: «∆ε µας αρέσει να µιλάµε για τις εµπειρίες µας. ∆ε χρειάζονται εξηγήσεις για εκείνους που βρέθηκαν µέσα στα στρατόπεδα, και οι άλλοι δεν πρόκειται να καταλάβουν µήτε πώς αισθανόµασταν τότε µήτε πώς αισθανόµαστε τώρα». Η προσπάθεια µιας µεθοδικής παρουσίασης του θέµατος είναι πολύ δύσκολη, µια και η ψυχολογία απαιτεί µιαν ορισµένη επιστηµονική αποστασιοποίηση. Ωστόσο, είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που κάνει τις παρατηρήσεις του, ενόσω είναι ο ίδιος κρατούµενος, να έχει την απαιτούµενη αποστασιοποίηση; Μια τέτοια αποστασιοποίηση είναι εγγυηµένη στον ξένο προς την εµπειρία των στρατοπέδων, αλλά αυτός είναι υπερβολικά αποµακρυσµένος ώστε να µπορεί να προβεί σε δηλώσεις µε αληθινή αξία. Μονάχα αυτός που βρέθηκε µέσα στα στρατόπεδα ξέρει. Οι κρίσεις του µπορεί να µην είναι αντικειµενικές^ οι εκτιµήσεις του µπορεί να είναι δυσανάλογες, αυτό είναι αναπόφευκτο. Πρέπει να γίνει προσπάθεια να αποφύγει τις όποιες προσωπικές προκαταλήψεις, και αυτή είναι η αληθινή δυσκολία ενός βιβλίου τέτοιου είδους. Συχνά θα πρέπει να βρω το κουράγιο να µιλήσω για πολύ προσωπικές εµπειρίες. Είχα την πρόθεση να γράψω αυτό το βιβλίο ανωνύµως, χρησιµοποιώντας µονάχα τον αριθµό µου ως κρατουµένου. Αλλά όταν ολοκληρώθηκε το χειρόγραφο, αντιλήφθηκα ότι ως ανώνυµη έκδοση θα έχανε τη µισή αξία του και ότι οφείλω να έχω το σθένος να δηλώσω τις πεποιθήσεις µου ανοιχτά. Συνεπώς απέφυγα να σβήσω την όποια παράγραφο, παρά την έντονη απαρέσκεια που µε διακατέχει προς κάθε επιδεικτικότητα. Θα αφήσω στους άλλους να διυλίσουν τα όσα περιέχονται στο παρόν βιβλίο και να τα µετατρέψουν σε στεγνές θεωρίες. Αυτές ίσως αποτελέσουν µια συµβολή στην ψυχολογία της ζωής στη φυλακή, η οποία ερευνήθηκε µετά τον Πρώτο Παγκόσµιο Πόλεµο και µας έκανε γνωστό το σύνδροµο του «συρµατοπλέγµατος». Είµαστε υπόχρεοι στον ∆εύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο για το ότι εµπλούτισε τη γνώση µας σχετικά µε την «ψυχοπαθολογία των µαζών» (αν µου επιτρέπεται να παραθέσω µια παραλλαγή της φηµισµένης φράσης και τίτλου του βιβλίου του Λεµπόν), γιατί ο πόλεµος αυτός µας πρόσφερε τον πόλεµο των νεύρων και επίσης τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Καθώς αυτή η ιστορία έχει να κάνει µε τις εµπειρίες µου ως συνήθους κρατουµένου, είναι σηµαντικό να αναφέρω, όχι δίχως περηφάνια, ότι δε µε χρησιµοποίησαν ως ψυχίατρο στο στρατόπεδο ούτε καν ως γιατρό, παρά µονάχα τις τελευταίες εβδοµάδες. Ελάχιστοι συνάδελφοί µου ήσαν αρκετά τυχεροί ώστε να χρησιµοποιηθούν σε παραπήγµατα πρώτων βοηθειών µε κάποια θέρµανση, βάζοντας επιδέσµους καµωµένους από κοµµάτια παλιόχαρτα. Αλλά εγώ ήµουν ο Αριθµός 119104, και τον πιο πολύ καιρό έσκαβα και τοποθετούσα σιδηροτροχιές.

Κάποια φορά, η δουλειά µου ήταν να σκάψω µια σήραγγα, χωρίς βοήθεια, για έναν κεντρικό αγωγό ύδατος κάτω από ένα δρόµο. Αυτό το επίτευγµα δεν πέρασε δίχως επιβράβευση, µόλις πριν από τα Χριστούγεννα του 1944, µου έκαναν δώρο κάποια λεγόµενα «κουπόνια πληρωµής». Αυτά τα εξέδιδε η κατασκευαστική εταιρεία, στην οποία ουσιαστικά είχαµε πουληθεί σαν σκλάβοι: η εταιρεία πλήρωνε στις Αρχές του στρατοπέδου κάθε µέρα µια καθορισµένη τιµή για κάθε κρατούµενο. Τα κουπόνια κόστιζαν στην εταιρεία πενήντα πφένιχ έκαστο και µπορούσες να τα ανταλλάξεις µε έξι τσιγάρα, συχνά ύστερα από κάµποσες εβδοµάδες, αν και µερικές φορές έχαναν την αξία τους. Έγινα ο περήφανος κάτοχος ενός κουπονιού που άξιζε δώδεκα τσιγάρα. Αλλά το πιο σηµαντικό ήταν ότι τα εν λόγω τσιγάρα µπορούσες να τα ανταλλάξεις µε δώδεκα σούπες, και δώδεκα σούπες ήσαν συχνά µια αληθινή λύτρωση από τη λιµοκτονία.

Το προνόµιο όντως να καπνίζεις τσιγάρα το διατηρούσαν οι Κάπο, οι οποίοι είχαν την εξασφαλισµένη ποσότητα κουπονιών την εβδοµάδα^ ή πιθανόν κάποιος κρατούµενος που δούλεψε ως αρχιεργάτης σε κάποιο εργοτάξιο και έλαβε µερικά τσιγάρα σε αντάλλαγµα για το ότι έκανε επικίνδυνες δουλειές. Οι µοναδικές εξαιρέσεις σ’ αυτό ήσαν εκείνοι που είχαν χάσει τη θέλησή τους να ζουν και ήθελαν να «απολαύσουν» τις τελευταίες τους µέρες. Έτσι, όταν βλέπαµε ένα σύντροφο να καπνίζει τα ίδια του τα τσιγάρα, καταλαβαίναµε ότι είχε χάσει την πίστη του στο σθένος να συνεχίσει να ζει, και, άπαξ και χανόταν, η θέληση να ζήσεις σπανίως επέστρεφε.

[...]

Δεν υπάρχει τίποτα στον κόσμο, θα τολμήσω να πω, που θα βοηθούσε αποτελεσματικά κάποιον να επιβιώσει ακόμη και στις χειρότερες συνθήκες όσο η γνώση ότι υπάρχει ένα νόημα στη ζωή του. Υπάρχει μεγάλη σοφία στα λόγια του Νίτσε: «Αυτός που έχει ένα γιατί για να ζήσει, μπορεί να υπομείνει σχεδόν το κάθε τι» («He who has a why to live for, can bear almost any how»). Όλοι μας έχουμε βιώσει τον πόνο κάποια στιγμή. Την πιο σκοτεινή στιγμή, ξεκινάει μια νέα αρχή. Όμως, ενώ όλοι υπέφεραν μου έδωσαν την ευκαιρία να συλλέξω μαρτυρίες για μια από τις μεγαλύτερες δυνατότητες του ανθρώπου. Τη μετατροπή μιας προσωπικής τραγωδίας σε θρίαμβο του ανθρώπου. Πιστέψτε με, έχουμε ένα σπουδαίο μάθημα να διδαχθούμε από τα δύο στρατόπεδα και τους φυλακισμένους. Σε όμοιες συνθήκες, οι φυλακισμένοι που οραματίζονταν κάτι για το μέλλον υπήρχε ελπίδα να επιζήσουν.

Νομίζω ότι οι επιζήσαντες τα κατάφεραν επειδή είχαν ένα προσανατολισμό προς κάποιο νόημα. Θα είμαι σαφής. Ο πόνος έχει νόημα μόνο υπό μία προϋπόθεση. Αν δεν μπορείς να αφαιρέσεις την αιτία του πόνου, αυτό που έχει σημασία τότε, είναι η στάση σου απέναντι στη μοίρα που δεν μπορεί να αλλάξει, σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να αλλάξει, τότε μπορείς και πρέπει να αλλάξεις τη στάση σου. Ελπίζω να κατανοείτε τι προσπαθώ να σας μεταδώσω. Θέλω να δηλώσω και το εξής: Αν και η αυτοκτονία δεν μπορεί να οφείλεται πάντα σε απουσία νοήματος, οι αυτόχειρες θα ξεπερνούσαν την πρόθεσή τους να αυτοκτονήσουν αν είχαν κάποιο νόημα στη ζωή τους.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Φρανκλ Βίκτορ · Το νόημα της Ζωής
Απόσπασμα
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΡΙΤΗ, ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ
Ο Επίκουρος στέλνει χαιρετισμούς στον Μενοικέα.

Ούτε όταν κάποιος είναι νέος να αργεί να φιλοσοφεί ούτε και ότανφτάσει στα γηρατειά να λυπάται τον κόπο να φιλοσοφεί. Γιατίκανείς δεν είναι άωρος ούτε πάρωρος για εκείνο που κάνει τηνψυχή να υγιαίνει. Όποιος λέει ότι ακόμη δεν είναι καιρός ή ότιπέρασε ο καιρός για να φιλοσοφεί, μοιάζει μ' αυτόν που λέει πωςδεν ήρθε ή ότι πέρασε ο καιρός για την ευδαιμονία. Επομένωςπρέπει να φιλοσοφεί και ο νέος και ο γέρος. Ο νέος για να είναινέος μαζί και γέρος λόγω της αφοβίας για εκείνα που θα έρθουν, ογέρος για να παραμένει νέος με την ανάμνηση των αγαθών πουχάρηκε. Πρέπει, λοιπόν, να μελετήσουμε όσα κάνουν τηνευδαιμονία, γιατί όταν αυτή την έχουμε, τα έχουμε όλα, όταν πάλιτη στερηθούμε, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Όσα συνεχώς σου παράγγελνα αυτά και να τα κάνεις και να ταμελετάς, θεωρώντας τα στοιχεία της σωστής ζωής. Πρώτα πρώτατον θεό να τον θεωρείς όν, άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τονπαρουσιάζει η κοινή σε όλους μας παράσταση του θεού, και να μηντου φορτώνεις τίποτα ξένο προς την αφθαρσία του και αταίριαστοστη μακαριότητά του. Αντίθετα να φρονείς γι' αυτόν κάθε τι πουμπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του. Διότιοι θεοί υπάρχουν, εφ' όσον η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναιολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται οπερισσότερος κόσμος.

Διότι δεν κρατά ακέραιη την αρχικήπαράσταση για τους θεούς. Ασεβής δεν είναι εκείνος που δενπαραδέχεται τους θεούς πολλών, αλλά εκείνος που αποδίδειστους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Ό,τι φρονούν οι πολλοί γιατους θεούς δεν είναι γνώση αλλά προλήψεις, από όπου, στουςκακούς προκαλούνται από τους θεούς οι μεγαλύτερες βλάβες καιοι ωφέλειες στους καλούς. Γιατί επειδή οι άνθρωποι είναιεξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές αποδέχονται όλους τουςόμοιους και θεωρούν ξένο κάθε τι που δεν είναι τέτοιο.

Κοίταξε να συνηθίσεις με την ιδέα πως ο θάνατος δεν είναι τίποταγια εμάς, επειδή κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση,ενώ ο θάνατος είναι να στερηθείς την αίσθηση. Γι' αυτό η σωστήγνώση πως ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για εμάς, κάνει ναχαρούμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι επειδή μας φορτώνειατελείωτα χρόνια, αλλά επειδή μας αφαιρεί τον κόπο τηςαθανασίας. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα φοβερό στη ζωή τουανθρώπου αν έχει καταλάβει ότι δεν υπάρχει τίποτα φοβερό γι'αυτόν που παύει να ζει. Επομένως, ανόητος είναι εκείνος ο οποίοςλέει ότι φοβάται το θάνατο όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρειόταν θα έρθει αλλά γιατί τον στενοχωρεί το ότι θα έρθει.

Γιατίεκείνο που δεν μας ενοχλεί όταν είναι μπροστά μας, άδικα μαςστενοχωρεί όταν το περιμένουμε. Το πιο φρικιαστικό, λοιπόν, απότα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για εμάς, γιατί ακριβώς, ότανεμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει. Όταν όμως ο θάνατοςείναι παρών τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Επομένως, ούτε με τουςζωντανούς έχει σχέση ούτε με τους πεθαμένους, γιατί ακριβώςγια τους ζωντανούς δεν υπάρχει (ο θάνατος), οι δε πεθαμένοι δενυπάρχουν (όταν έλθει). Ο πολύς όμως κόσμος άλλοτε αποφεύγειτον θάνατο σα μέγιστο κακό, κι άλλοτε τον επιδιώκει σανανάπαυση των δυσκολιών της ζωής. Ο σοφός όμως ούτεεγκαταλείπει τη ζωή, ούτε φοβάται το να μη ζει, γιατί δεν θεωρείκακό το να μη ζει ούτε του είναι πόθος το να ζει. Γιατί όπωςφαγητό δεν διαλέγει το περισσότερο, αλλά το πιο νόστιμο, έτσι καιστη ζωή δεν ζητάει τον περισσότερο χρόνο, αλλά τον πιοευχάριστο. Αυτός δε που παραγγέλει στον νέο να ζει καλά, ενώτον γέροντα να έχει καλά γεράματα είναι ανόητος, όχι μόνο γιατί ηζωή έχει τις χάρες της αλλά και γιατί αυτές είναι η μελέτη του ναζει κανείς καλά και να πεθαίνει καλά. Αλλά πολύ χειρότερος είναικαι εκείνος που λέει:

καλό είναι να μην γεννηθεί ο άνθρωπος, αφού όμωςγεννήθηκε να περάσει τις πύλες του Άδη όσο μπορεί γρηγορότερα.Γιατί αν αυτό το λέει επειδή το πιστεύει, πως λοιπόν δεν φεύγειαπό τη ζωή; γιατί αυτό του είναι εύκολο, εάν βέβαια το έχει πάρειαπόφαση. Εάν όμως το λέει κοροϊδεύοντας, είναι απερίσκεπτος σεπράγματα που δεν επιδέχονται αστεία. Πρέπει επίσης ναθυμόμαστε ότι το μέλλον ούτε είναι εξ ολοκλήρου δικό μας, ούτεδεν είναι. Ώστε να μην περιμένουμε ότι σίγουρα θα είναι δικό μας,ούτε εξ ολοκλήρου να απελπιζόμαστε ότι δεν θα είναι.

Θα πρέπει να αναλογιστούμε και ότι από τις επιθυμίες, άλλες είναιφυσικές και άλλες μάταιες και από τις φυσικές άλλες είναιαναγκαίες και άλλες μονάχα φυσικές. Από τις αναγκαίεςεπιθυμίες, άλλες είναι απαραίτητες για την ευδαιμονία, άλλες γιατην ανάπαυση του σώματος και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η χωρίςπλάνη μελέτη αυτών μας οδηγεί στο να ανάγουμε κάθε προτίμησηκαι κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και στην αταραξία τηςψυχής, εφ' όσον αυτός είναι ο σκοπός της μακάριας ζωής. Γιατίόλα γι' αυτό τα κάνουμε, για να μην πονάμε και για να μηνταραζόμαστε. Άπαξ και τούτο διασφαλιστεί για εμάς, γαληνεύει ηβαρυχειμωνιά της ψυχής, διότι ο άνθρωπος δεν έχει πια ανάγκηνα τρέξει να κυνηγήσει κάτι για να συμπληρώσει την ευεξία τηςψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο χρειαζόμαστε την ηδονή,όταν υποφέρουμε από τη στέρησή της. Όταν όμως δενυποφέρουμε, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.

Και για τούτο θεωρούμε την ηδονή και αρχή και τέλος τηςμακάριας ζωής. Γιατί αυτήν αναγνωρίζουμε σαν πρώτο αγαθόσύμφυτο μ' εμάς, και από αυτήν ξεκινά κάθε προτίμηση καιαποφυγή και σ' αυτήν καταλήγουμε, έχοντας το συναίσθημα σανκανόνα για να κρίνουμε κάθε αγαθό. Και επειδή αυτή είναι τοπρώτο και έμφυτο αγαθό, γι' αυτό και δεν επιδιώκουμε κάθεηδονή, αλλά μερικές φορές πολλές ηδονές τις ξεπερνούμε, όταναπό αυτές μας προκύπτουν μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Κατά τον ίδιοτρόπο, πολλούς πόνους τους θεωρούμε ανώτερους από πολλέςηδονές, εφ' όσον ακολουθεί μεγαλύτερη ηδονή, όταν υπομείνουμεπολύ χρόνο τους πόνους. Κάθε ηδονή, λοιπόν, επειδή έχεισυγγενική φύση με εμάς είναι καλό, δεν προτιμάται όμως κάθεηδονή. Όπως ακριβώς κάθε πόνος είναι κακό, όμως από τη φύσητου δεν είναι αποφευκτός κάθε πόνος. Όλα όμως αυτάεπιβάλλεται να κριθούν με συγκριτική μεταξύ τους κλίμακα καιπροσεχτικό καταλογισμό του τι είναι από τα συμφέροντα και του τιδεν είναι. Γιατί μερικές φορές χρησιμοποιούμε το μεν αγαθό σανκακό, το δε κακό αντίθετα σαν καλό.

Και την αυτάρκεια τη θεωρούμε μεγάλο αγαθό όχι για ναχρησιμοποιούμε πάντοτε τα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγααν δεν έχουμε πολλά, με πλήρη πεποίθηση ότι με μεγάληευχαρίστηση απολαμβάνουν την πολυτέλεια αυτοί που την έχουνελάχιστα ανάγκη και ότι κάθε τι φυσικό είναι ευκολοπόριστο, ενώτο περιττό δυσκολοπόριστο. Και τα λιτά γεύματα δίνουν την ίδιαευχαρίστηση με τα πολυτελή δείπνα εφ' όσον εξαλείφουν τελείωςόλο τον πόνο που προέρχεται από την έλλειψη. Και το ψωμί και τονερό προκαλούν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, εφ' όσον τα παίρνεικάποιος όταν τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει κανείς σε απλή καιόχι πολυτελή διατροφή και στην υγεία του είναι ωφέλιμο και στιςαναγκαίες του βίου ενασχολήσεις ακούραστο τον κάνει και όταν,λοιπόν, κατά διαστήματα καταλήγουμε σε πολυδάπανες δίαιτες, τιςαπολαμβάνουμε καλύτερα και απέναντι στις μεταπτώσεις τηςτύχης μας κάνει άφοβους. Όταν, λοιπόν, λέμε ότι η ηδονή είναισκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων ή αυτέςτων απολαύσεων, όπως μερικοί που αγνοούν ή δεν παραδέχονταιή (είναι) κακώς πληροφορημένοι θεωρούν, αλλά το να μην πονάεικανείς στο σώμα ούτε να ταράσσεται στην ψυχή. Γιατί δεν είναι ταμεθύσια και οι αδιάκοπες διασκεδάσεις ούτε οι απολαύσειςαγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων όσα προσφέρειένα πολυτελές τραπέζι, εκείνα που γεννούν την ευχάριστη ζωή,αλλά ο νηφάλιος λογισμός που ερευνά στο βάθος τις αιτίες γιακάθε προτίμηση ή αποφυγή, και που διώχνει τις δοξασίες από τιςοποίες μεγάλη ταραχή κυριεύει τις ψυχές.

Αρχή όλων αυτών και το μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση. Γι' αυτόκαι πολυτιμότερο από τη φιλοσοφία είναι η φρόνηση, διότι απ'αυτήν όλες οι υπόλοιπες αρετές έχουν βγει, και επειδή διδάσκειότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα, χωρίς να ζειφρόνιμα και ηθικά και δίκαια, ούτε είναι δυνατόν να ζει κανείςφρόνιμα και ηθικά και δίκαια χωρίς να ζει ευχάριστα. Γιατί οιαρετές έχουν φυτρώσει από την ίδια ρίζα με την ευχάριστη ζωήκαι η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές.

Γιατί ποιος νομίζεις ότι είναι ανώτερος από αυτόν που έχεισωστές απόψεις για τον θεό και ο οποίος έχει λυτρωθεί τελείωςαπό το φόβο του θανάτου και ο οποίος έχει συνειδητοποιήσει τοσκοπό που έθεσε η φύση και ο οποίος πιστεύει πόσο εύκολαμπορεί να αναζητηθεί και να επιτευχθεί το ύψιστο αγαθό και πόσοη διάρκεια ή η ένταση των δεινών είναι σύντομη; Την δε ειμαρμένητου προτείνουν μερικοί ως κυρίαρχο των πάντων, πόσο αυτόςκοροϊδεύει βεβαιώνοντας ότι μερικά κατ' ανάγκη συμβαίνουν, άλλακατά τύχη κι άλλα από εμάς, επειδή βλέπει ότι η μεν ανάγκη είναιανεύθυνη η δε τύχη άστατη, η δική μας όμως δραστηριότητα είναιελεύθερη, γι' αυτό από τη φύση του είναι να υπόκειται σε μομφή ήνα επαινείται, γιατί είναι προτιμότερο να ακολουθούμε το μύθο καιτους θεούς παρά να υποτασσόμαστε στην ειμαρμένη των φυσικώνφιλοσόφων.

Γιατί ο μύθος για τους θεούς αφήνει να διαφαίνεταικάποια ελπίδα εξιλέωσης με τη μεσολάβηση της τιμής προς τουςθεούς. Η ειμαρμένη εμφανίζει την ανάγκη να μη γνωρίζειεξιλέωση. Την τύχη ούτε θεό την θεωρεί, όπως την θεωρούν οιπολλοί, γιατί από τον θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα, ούτε τηνθεωρεί αβέβαιη έστω αιτία, γιατί δεν πιστεύει ότι από αυτήπαρέχεται το αγαθό ή το κακό για την μακαριότητα τωνανθρώπων, παρ' όλο που δημιουργεί την αφετηρία για μεγάλααγαθά ή κακά. Πιστεύει, λοιπόν, ότι είναι καλύτερο να ατυχήσεικανείς μετά από σωστή σκέψη, παρά να ευτυχήσει παράλογα. Διότιείναι καλύτερο στις πράξεις των ανθρώπων εκείνο που σωστάεπιλέχθηκε να αποτύχει, παρά εκείνο που κακώς επιλέχθηκε ναπετύχει λόγω τύχης.

Να μελετάς, λοιπόν, αυτά τα συγγενικά με αυτά, μέρα και νύχταμόνος σου ή μαζί με όμοιον με σένα και ποτέ ούτε στον ύπνο σουούτε στον ξύπνιο σου θα διαταραχθείς, θα ζήσεις δε σαν θεόςμεταξύ των ανθρώπων. Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό ζώοάνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Επίκουρος · Επιστολή Τρίτη προς Μενοικέα

Εμφανίζονται 1–2 από 2 καταχωρίσεις