3 αποσπάσματα για τη νοσταλγία

Διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα βιβλίων για τη νοσταλγία. Λογοτεχνικά και στοχαστικά κείμενα που εξερευνούν διαφορετικές πλευρές του ανθρώπινου συναισθήματος.

Απόσπασμα
Απο τη μεριά του Σουάν
Οι πρώτες σελίδες

Γιὰ χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνα τὸ κερί, τὰ μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα, ὥστε δὲν πρόφταινα ν' ἀναλογιστῶ: «Με παίρνει ὁ ὕπνος.» Καί, μισὴ ὥρα ἀργότερα, ἡ σκέψη πὼς καιρὸς ἦταν πιὰ ν' ἀναζητήσω τὸν ὕπνο μὲ ξυπνοῦσε• ἤθελα ν' ἀκουμπήσω τὸ βιβλίο που νόμιζα πως κρατοῦσα ἀκόμα στὰ χέρια μου καὶ νὰ σβήσω τὸ φῶς• δὲν εἶχα πάψει ὅσο κοιμόμουν νὰ κάνω συλλογισμούς πάνω σ' ὅ,τι εἶχα μόλις διαβάσει, οἱ συλλογισμοὶ ὅμως αὐτοὶ εἶχαν ἀκολουθήσει ἕναν κάπως παράξενο δρόμο• εἶχα τὴν ἐντύπωση πὼς ἤμουν ἐγὼ ὁ ἴδιος αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε τὸ βιβλίο: μία ἐκκλησία, ἕνα κουαρτέτο, ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ Φραγκίσκου Α'δ καὶ τοῦ Καρόλου Κουίντου.

“ Αὐτὴ ἡ πεποίθηση βαστοῦσε λίγα δευτερόλεπτα ὕστερα ἀπὸ τὸν ξύ πνο μου• δὲν μοῦ φαινόταν παράλογη, ἀλλὰ βάραινε τὰ μάτια μου σὰν ἀχλὴ καὶ τὰ ἐμπόδιζε ν᾿ ἀντιληφθοῦν πὼς τὸ κερὶ δὲν ἦταν πιὰ ἀναμμένο. Ύστερα ἡ πεποίθηση αὐτὴ ἄρχιζε νὰ μοῦ γίνεται ἀκατανόητη, όπως οἱ σκέψεις μιᾶς προγενέστερης ζωῆς στὴ μετεμψύχωση• τὸ θέμα τοῦ βιβλίου μοῦ γινόταν ξένο, ἤμουν ἐλεύθερος νὰ ταυτιστῶ μαζί του ἢ ὄχι• τὴν ἴδια στιγμὴ ξανάβρισκα τὸ φῶς μου κι ἀποροῦσα βλέποντας γύρω μου ένα σκοτάδι, ἀπαλὸ καὶ ξεκουρα στικὸ γιὰ τὰ μάτια μου, κι ἴσως πιότερο ἀκόμα γιὰ τὸ μυαλό μου, ποὺ τοῦ φαινόταν σὰν κάτι ἀδικαιολόγητο, ἀκατανόητο, σὰν κάτι ἀληθινὰ σκοτεινό.

Αν αναρωτιόμουν τί ὥρα μποροῦσε νά 'ναι• ἄκουγα τὸ σφύριγμα τῶν τραίνων πού, κοντινὸ ἢ ἀπόμακρο, όπως κελάηδημα πουλιοῦ στὸ δάσος, φανερώνει τὶς ἀπο στάσεις, μοῦ περιχάραζε τὴν ἔκταση τοῦ ἔρημου κάμπου, ὅπου ὁ ταξιδιώτης προχωρεῖ βιαστικὰ γιὰ νὰ φτάσει στὸν ἑπόμενο σταθμό• καὶ τὸ μονοπάτι ποὺ ακολουθεί θα χαραχτεί στην κνήμη του ἀπ' τὸν ἐρεθισμὸ ποὺ προκάλεσαν καινούργιοι τόποι, πράξεις ἀσυνήθιστες, ἡ πρόσφατη συζήτηση κι ὁ ἀποχαιρετισμὸς κάτω ἀπ' τὴν ξένη λάμπα ποὺ τὸν συντροφεύουν ἀκόμα μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας, ἡ γλυκιὰ γαλήνη τῆς ἐπιστροφῆς σὲ λίγο.

᾿Ακουμποῦσα τρυφερὰ τὰ μάγουλά μου πάνω στὰ ὄμορφα καὶ φουσκωτὰ μαξιλάρια πού, γεμάτα καὶ δροσερά, εἶναι σὰν τὰ μάγουλα τῆς παιδικῆς μας ηλικίας. Άναβα ένα σπίρτο γιὰ νὰ κοιτάξω τὸ ρολόι μου. Σχεδόν μεσάνυχτα, Εἶναι ἡ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄρρωστος, ἀναγκασμένος νὰ φύγει ταξίδι καὶ νὰ κοιμηθεῖ σ' ἕνα ἄγνωστο ξενοδοχεῖο, ξυπνὰ ἀπὸ μιὰ ξαφνικὴ κρίση, καὶ χαίρεται βλέπον τας κάτω ἀπ' τὴν πόρτα μιὰ γραμμὴ ἀπ' τὸ φῶς τῆς μέρας. Τί εὐτυχία, εἶναι κιόλας πρωί! Σὲ λίγο θὰ σηκωθοῦν οἱ ὑπηρέτες, θὰ μπορεῖ νὰ χτυπήσει τὸ κουδούνι, θά 'ρθουν νὰ τοῦ προσφέρουν βοήθεια. Ἡ ἐλπίδα πὼς θ' ἀνακουφιστεῖ τοῦ δίνει τὴ δύναμη νὰ ὑπομείνει. Νά, τοῦ φάνηκε πὼς ἄκουσε βήματα• τὰ βή ματα πλησιάζουν, ὕστερα ἀπομακρύνονται. Κι ἡ φωτεινὴ γραμμὴ τῆς μέρας, ποὺ βρισκόταν κάτω ἀπ' τὴν πόρτα του, ἔχει ἐξαφανιστεῖ. Εἶναι μεσάνυχτα• μόλις ἔσβησαν τὸ γκάζι• ὁ τελευταῖος ὑπηρέτης ἔφυγε καὶ θὰ πρέπει τώρα νὰ μείνει ὅλη τὴ νύχτα ὑποφέροντας, χωρὶς γιατρικό.

Μ' ἔπαιρνε ξανὰ ὁ ὕπνος καὶ συχνὰ ξυπνοῦσα μόνο γιὰ λίγο, γιὰ μιὰ στιγ μή, ὅσο γιὰ ν' ἀκούσω τὴν ξυλεία νὰ τρίζει ἀπὸ μόνη της στοὺς σανιδωμένους τοίχους, ν᾿ ἀνοίξω τὰ μάτια μου καὶ νὰ τὰ καρφώσω στὸ καλειδοσκόπιο τοῦ σχο ταδιοῦ, νὰ γευτῶ χάρη σ' ἕνα στιγμιαῖο ἀμυδρὸ φῶς τῆς συνείδησης τὸν ὕπνο ποὺ σκέπαζε τὰ ἔπιπλα, τὸ δωμάτιο, τὸ σύνολο αὐτὸ ποὺ ἐγὼ δὲν ἤμουν παρὰ ένα μικρό του κομμάτι καὶ ποὺ γυρνοῦσα γρήγορα νὰ ἑνωθῶ μὲ τὴν ἀσύνειδή του ύπαρξη. Ἢ ἀκόμα, ὅταν μέσα στὸν ὕπνο μου συναντοῦσα χωρὶς προσπά θεια μιὰν ἡλικία ἀπ' τὴν πρωτινή μου ζωὴ πού 'χε διαβεῖ γιὰ πάντα, καὶ ξα νάβρισκα μιὰν ἀπ᾿ τίς παιδικές μου φοβίες, μήπως λόγου χάρη ὁ μεγάλος μου θεῖος μὲ τραβήξει ἀπ' τὶς μποῦκλες τῶν μαλλιῶν μου, φοβία πού εἶχε διαλυθεῖ τὴ μέρα ——ἀπαρχὴ γιὰ μένα μιᾶς καινούργιας ἐποχῆς— ποὺ μοῦ τὶς ἔκοψαν. Είχα ξεχάσει όσο κοιμόμουν τὸ ἐπεισόδιο αὐτό, ξανάβρισκα ὅμως τὴν ἀνάμνησή του μόλις κατόρθωνα νὰ ξυπνήσω γιὰ νὰ γλιτώσω ἀπ' τὰ χέρια τοῦ μεγάλου Belou μου, ἀλλὰ καὶ πάλι, γιὰ περισσότερη σιγουριά, σκέπαζα ὁλότελα τὸ κ φάλι μου μὲ τὸ μαξιλάρι πρὶν ξαναγυρίσω στὸν κόσμο τῶν ὀνείρων.

Μερικές φορές, όπως η Εύα γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ πλευρὰ τοῦ ᾿Αδάμ, μιὰ γυναίκα γεννιόταν, ὅσο κοιμόμουν, ἀπὸ μιὰν ἄβολη θέση τοῦ μηροῦ μου. Φτιαγμένη ἀπὸ τὴν ἡδονὴ ποὺ ἤμουν ἕτοιμος νὰ γευτῶ, φανταζόμουν πὼς ἐκείνῃ ἦταν ποὺ μοῦ τὴν πρόσφερνε. Τὸ κορμί μου, νιώθοντας μέσα στὸ δικό της τὴ δική μου ζεστασιά, γύρευε νὰ σμίξει μαζί του, ξυπνοῦσα. Οἱ ἄλλοι θνητοὶ μοῦ φαίνονταν πολὺ μακρινοὶ σὲ σχέση μ' αὐτὴ τὴ γυναίκα πού 'χα ἐγκαταλείψει πρὶν ἀπὸ λίγες μόλις στιγμές• τὸ μάγουλό μου ἦταν ἀκόμα ζεστὸ ἀπ' τὸ φιλί της, τὸ σῶμα μου όλο κομμάρα ἀπ' τὸ βάρος τοῦ κορμιοῦ της. Αν, όπως τύχαινε καμιὰ φορά και εἶχε τὰ χαρακτηριστικὰ μιᾶς γυναίκας πού 'χα γνωρίσει στὴ ζωή, ἤθελα ν' ἀφοσιωθῶ ὁλότελα σ' ἕνα σκοπό: νὰ τὴν ξαναβρῶ, σὰν αὐτοὺς ποὺ φεύγουν ταξίδι γιὰ νὰ δοῦν μὲ τὰ μάτια τους μιὰ πολυπόθητη πολιτεία καὶ φαντάζονται πὼς μποροῦν νὰ γευτοῦν στὴν πραγματικότητα τὴ γοητεία τοῦ ὀνείρου. Σιγὰ σιγὰ ἡ ἀνάμνησή της ἔσβηνε, εἶχα ξεχάσει τὸ κορίτσι ποὺ εἶδα στ' όνειρό μου.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Προυστ Μαρσέλ · Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο
Απόσπασμα
Παρίσι, Δεκέμβριος 1821

Όταν, πριν από την Επανάσταση, διάβαζα την ιστορία των ταραχών και των εξεγέρσεων μεταξύ των διαφόρων λαών, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν οι άνθρωποι να έχουν ζήσει σε τέτοιες εποχές. Με εξέπληττε το γεγονός ότι ο Montaigne μπορούσε να γράφει τόσο ανέμελα μέσα σε ένα κάστρο, όπου δεν μπορούσε ούτε καν να κάνει έναν περίπατο χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο να απαχθεί από ομάδες Λιγκιστών ή Προτεσταντών.

Η Επανάσταση με έκανε να καταλάβω πόσο δυνατό είναι να ζει κανείς κάτω από τέτοιες συνθήκες. Οι στιγμές κρίσης εντείνουν τη ζωή του ανθρώπου. Σε μια κοινωνία που διαλύεται και ανασυντίθεται, η πάλη ανάμεσα σε δύο πνεύματα, η σύγκρουση του παρελθόντος με το μέλλον, η ανάμειξη των παλιών τρόπων ζωής με τους καινούργιους δημιουργούν ένα πρόσκαιρο κράμα που δεν αφήνει χρόνο για ανία. Τα πάθη και οι χαρακτήρες, απελευθερωμένοι, εκδηλώνουν μια ενέργεια αδιανόητη σε μια καλά οργανωμένη πόλη. Η παραβίαση των νόμων, η απαλλαγή από καθήκοντα, έθιμα και καλούς τρόπους, ακόμη και οι ίδιοι οι κίνδυνοι, εντείνουν τη γοητεία αυτής της αταξίας. Το ανθρώπινο γένος, σαν να βρίσκεται σε διακοπές, περιδιαβαίνει τους δρόμους απαλλαγμένο από τους κυρίους του και για μια στιγμή αποκατεστημένο στη φυσική του κατάσταση· δεν αισθάνεται την ανάγκη για χαλινάρι πολιτών, ώσπου επωμίζεται τον ζυγό των νέων τυράννων που γεννά η ασυδοσία.

Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο για να περιγράψω την κοινωνία του 1789 και του 1790 από το να τη συγκρίνω με την αρχιτεκτονική των ημερών του Λουδοβίκου ΙΒ΄ και του Φραγκίσκου Α΄, όταν οι ελληνικοί αρχιτεκτονικοί ρυθμοί άρχισαν να συνδυάζονται με το γοτθικό ύφος. Ή, μάλλον, θα την παρομοίαζα με εκείνη τη συλλογή ερειπίων και τάφων όλων των αιώνων, στοιβαγμένων άτακτα μετά την Τρομοκρατία στα μοναστήρια των Petits-Augustins — με τη διαφορά ότι τα ερείπια για τα οποία μιλώ ήταν ζωντανά και διαρκώς μεταβάλλονταν.

Σε κάθε γωνιά του Παρισιού υπήρχαν λογοτεχνικές συγκεντρώσεις, πολιτικές συνελεύσεις και θεατρικές παραστάσεις. Μελλοντικές διασημότητες περιφέρονταν ανάμεσα στο πλήθος ακόμη άγνωστες, σαν ψυχές στις όχθες της Λήθης προτού βγουν στο φως. Είδα τον στρατάρχη Gouvion-Saint-Cyr να παίζει στη «La Mère coupable» του Beaumarchais, στο Théâtre du Marais. Οι άνθρωποι περνούσαν από τη Λέσχη των Feuillants στη Λέσχη των Ιακωβίνων, από τους χορούς και τις λέσχες τυχερών παιχνιδιών στα πλήθη του Palais-Royal, από τα θεωρεία της Εθνοσυνέλευσης στα υπαίθρια θεωρεία των δρόμων. Λαϊκές αντιπροσωπείες, περίπολοι ιππικού και πεζικού κινούνταν προς κάθε κατεύθυνση.

Δίπλα σε έναν άνδρα ντυμένο με τη γαλλική μόδα —με πουδραρισμένα μαλλιά, ξίφος στο πλευρό, καπέλο κάτω από τη μασχάλη, δερμάτινα παπούτσια και μεταξωτές κάλτσες— περπατούσε ένας άλλος με άπουδρα μαλλιά, κομμένα κοντά στο κρανίο, φορώντας αγγλικό φράκο και αμερικανικό λαιμοδέτη. Στα θέατρα, οι ηθοποιοί ανακοίνωναν τις τελευταίες ειδήσεις και η πλατεία ξεσπούσε σε πατριωτικά τραγούδια. Επίκαιρα έργα προσέλκυαν τα πλήθη: ένας ιερέας εμφανιζόταν στη σκηνή και ο λαός φώναζε «Calotin! Calotin!», ενώ ο ιερέας απαντούσε: «Messieurs, Vive la Nation!». Όλοι έσπευδαν να ακούσουν τον Mandini και τη σύζυγό του, Viganoni, να τραγουδούν μαζί με τον Rovedino στην Opéra-Buffa, λίγα μόλις λεπτά αφότου είχαν ακούσει στους δρόμους το «Ça ira». Πήγαιναν να θαυμάσουν τη Madame Dugazon, τη Madame Saint-Aubin, την Carline, τη μικρή Olivier, τη Mademoiselle Contat, τον Molé, τον Fleury και τον νεαρό Talma, που είχε μόλις γίνει το νέο θεατρικό είδωλο, έχοντας προηγουμένως δει τον Favras να οδηγείται στην αγχόνη.

Οι περίπατοι της boulevard du Temple και της boulevard des Italiens —που είχαν το παρατσούκλι «Coblentz»— καθώς και όλα τα μονοπάτια του Κήπου των Tuileries είχαν πλημμυρίσει από κομψές γυναίκες. Οι τρεις νεαρές κόρες του Grétry έλαμπαν εκεί, λευκές και ροδαλές σαν τα φορέματά τους. Και οι τρεις θα ήταν σύντομα νεκρές. «Αποκοιμήθηκε για πάντα», είπε ο Grétry για τη μεγαλύτερη, «καθισμένη στα γόνατά μου, τόσο όμορφη όσο ήταν στη ζωή». Πλήθος αμαξών διέσχιζε τους λασπωμένους δρόμους, όπου πλατσούριζαν οι sans-culottes, ενώ η όμορφη Madame de Buffon μπορούσε να διακρίνεται να κάθεται μόνη σε ένα phaeton του Duc d'Orléans, σταθμευμένο έξω από την πόρτα κάποιας λέσχης.

Ό,τι πιο κομψό και εκλεπτυσμένο υπήρχε στην αριστοκρατική κοινωνία συγκεντρωνόταν στο Hôtel de La Rochefoucauld, στις βραδινές συγκεντρώσεις των Mesdames de Poix, d'Hénin, de Simiane και de Vaudreuil, ή στα λίγα σαλόνια της ανώτερης δικαστικής τάξης που παρέμεναν ακόμη ανοιχτά. Στα σπίτια του Necker, του κόμη de Montmorin και διαφόρων άλλων υπουργών συγκεντρώνονταν, μαζί με τη Madame de Staël, τη Duchesse d'Aiguillon και τις Mesdames de Beaumont και de Sérilly, όλες οι μεγάλες μορφές της νέας Γαλλίας και όλες οι ελευθερίες των νέων ηθών.

Ένας τσαγκάρης με τη στολή της Εθνοφρουράς γονάτιζε για να μετρήσει το πόδι σου· ένας μοναχός, που την Παρασκευή έσερνε στο έδαφος το μαύρο ή λευκό ράσο του, την Κυριακή φορούσε στρογγυλό καπέλο και πολιτικό πανωφόρι· ένας ξυρισμένος Καπουτσίνος διάβαζε την εφημερίδα σε μια ταβέρνα· και ανάμεσα σε έναν κύκλο επιπόλαιων γυναικών καθόταν μια σοβαρή μοναχή, θεία ή αδελφή που είχε εκδιωχθεί από το μοναστήρι της. Τα πλήθη επισκέπτονταν τώρα αυτά τα μοναστήρια, ανοιχτά στον κόσμο, όπως οι ταξιδιώτες στη Γρανάδα περιδιαβαίνουν τις εγκαταλειμμένες αίθουσες της Αλάμπρας ή όπως, στο Tivoli, στέκονται κάτω από τους κίονες του Ναού της Σίβυλλας.

Κατά τα άλλα, υπήρχαν άφθονες μονομαχίες και ερωτικές περιπέτειες, δεσμοί μέσα στις φυλακές και μυστηριώδεις συναντήσεις ανάμεσα στα ερείπια, κάτω από έναν γαλήνιο ουρανό, μέσα στην ειρήνη και την ποίηση της φύσης. Υπήρχαν αμέτρητοι μακρινοί, σιωπηλοί, μοναχικοί περίπατοι, διανθισμένοι με αιώνιους όρκους και ανείπωτες αγάπες, ενώ στο βάθος ακουγόταν ο υπόκωφος θόρυβος ενός κόσμου που έφευγε και ο μακρινός αντίλαλος μιας κοινωνίας που κατέρρεε — μιας κοινωνίας που απειλούσε να πέσει και να συντρίψει κάθε πιθανότητα ευτυχίας που είχε βρεθεί μπροστά στα πόδια των γεγονότων.

Όταν κάποιος εξαφανιζόταν για είκοσι τέσσερις ώρες, κανείς δεν ήταν βέβαιος ότι θα τον ξανάβλεπε. Άλλοι ακολουθούσαν τον επαναστατικό δρόμο· άλλοι σκέφτονταν τον εμφύλιο πόλεμο· άλλοι έφευγαν για το Οχάιο, στέλνοντας από πριν σχέδια για πύργους που θα χτίζονταν ανάμεσα στους άγριους· άλλοι πήγαιναν να ενωθούν με τους πρίγκιπες. Όλοι τα έκαναν αυτά με αμέριμνη διάθεση, συχνά χωρίς ούτε μια δεκάρα στην τσέπη. Οι βασιλόφρονες υποστήριζαν ότι ένα πρωί, με μια πράξη του κοινοβουλίου, όλα θα τελείωναν, ενώ οι πατριώτες, εξίσου απερίσκεπτοι στις ελπίδες τους, διακήρυσσαν ότι πλησίαζε μια εποχή ειρήνης, ευτυχίας και ελευθερίας.

Και έτσι σκέφτονταν τότε για τον Robespierre και τον Mirabeau! «Είναι εξίσου λίγο μέσα στις δυνατότητες οποιασδήποτε ανθρώπινης ικανότητας να εμποδίσει τους Γάλλους να μιλούν», λέει ο L'Estoile, «όσο και να θάψει κανείς τον ήλιο στη γη ή να τον πνίξει μέσα σε ένα πηγάδι».

Το Παλάτι των Tuileries, μεταμορφωμένο σε μια τεράστια φυλακή γεμάτη κρατουμένους, υψωνόταν πάνω από αυτές τις γιορτές της καταστροφής. Ακόμη και οι καταδικασμένοι διασκέδαζαν περιμένοντας την άμαξα, το ψαλίδι και το κόκκινο πουκάμισο που είχε απλωθεί για να στεγνώσει. Από τα παράθυρα μπορούσαν να κοιτούν τα εκθαμβωτικά φώτα του κύκλου της βασίλισσας.

Φυλλάδια και εφημερίδες πολλαπλασιάζονταν κατά χιλιάδες. Οι σάτιρες, τα ποιήματα και τα τραγούδια των *Actes des Apôtres* απαντούσαν στον *Ami du peuple* και στον *Modérateur*, που εξέδιδε η βασιλόφρονη λέσχη και επιμελούνταν ο Fontanes. Στο πολιτικό τμήμα του *Mercure de France*, ο Mallet-Dupan έγραφε εναντίον του La Harpe και του Chamfort, οι οποίοι συνέβαλλαν στο λογοτεχνικό τμήμα της ίδιας εφημερίδας.

Ο Champcenetz, ο Marquis de Bonnay, ο Rivarol, ο Boniface Mirabeau ο νεότερος —ένας Holbein του ξίφους, ο οποίος στον Ρήνο είχε συγκροτήσει μια λεγεώνα που ονομαζόταν «Ουσάροι του Θανάτου»— και ο Honoré Mirabeau ο πρεσβύτερος: όλοι αυτοί οι άνθρωποι διασκέδαζαν σχεδιάζοντας γελοιογραφίες πάνω από το δείπνο και συνθέτοντας ένα «Μικρό Αλμανάκ των Μεγάλων Ανδρών». Μετά το δείπνο, ο Honoré πήγαινε να κηρύξει στρατιωτικό νόμο ή να κατασχέσει την περιουσία του κλήρου. Περνούσε τη νύχτα με τη Madame Le Jay, αφού είχε δηλώσει ότι δεν θα εγκατέλειπε την Εθνοσυνέλευση παρά μόνο υπό την πίεση των ξιφολόγχων.

Η Ισότητα συνομιλούσε με τον διάβολο στα λατομεία του Montrouge και κατόπιν επέστρεφε στον Κήπο του Monceau για να προεδρεύσει σε όργια που οργάνωνε ο Laclos. Ο μελλοντικός βασιλοκτόνος δεν είχε διόλου ξεπέσει από τους προγόνους του: δις εκπορνευμένος, εξαντλημένος από την ακολασία, παραδινόταν στα χέρια της φιλοδοξίας. Ο Lauzun, ήδη γερασμένος, ρυτιδιασμένος και μαραμένος, δειπνούσε στο μικρό του σπίτι στη Barrière du Maine μαζί με χορεύτριες της Όπερας, οι οποίες κάθονταν αδιάφορα μπλεγμένες με τους Messieurs de Noailles, de Dillon, de Choiseul, de Narbonne, de Talleyrand και αρκετούς άλλους κομψούς άνδρες της εποχής, από τους οποίους δύο ή τρεις μούμιες έχουν απομείνει ακόμη.

Οι περισσότεροι αυλικοί που είχαν γίνει διαβόητοι για την ανηθικότητά τους στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΕ΄ και καθ' όλη τη διάρκεια της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ είχαν στρατευθεί κάτω από την τρίχρωμη σημαία. Σχεδόν όλοι είχαν πολεμήσει στον Αμερικανικό Πόλεμο και είχαν βάψει τις κορδέλες και τα παράσημά τους με τα χρώματα της Δημοκρατίας. Η Επανάσταση τους χρησιμοποίησε όσο ακόμη βρισκόταν σε μέτρια κλίμακα, και ορισμένοι από αυτούς έγιναν μάλιστα οι πρώτοι στρατηγοί της.

Ο Duc de Lauzun —ο ρομαντικός εραστής της πριγκίπισσας Czartoryska, ο γυναικοκατακτητής των μεγάλων δρόμων, ένας Lovelace που είχε κατακτήσει τη μία και την άλλη, σύμφωνα με την αγνή και ευγενή γλώσσα της αυλής— έγινε ο Duc de Biron και διοίκησε τις δυνάμεις της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης στους πολέμους της Vendée.

Τι κρίμα! Ο Baron de Besenval, ο ψευδολόγος και κυνικός αποκαλυπτής της διαφθοράς της υψηλής κοινωνίας, μια μύγα που βούιζε γύρω από τις μικρότητες της παλιάς, ετοιμοθάνατης μοναρχίας, αυτός ο πληκτικός βαρόνος, που είχε εκτεθεί εξαιτίας της υπόθεσης της Bastille, σώθηκε από τον Necker και τον Mirabeau μόνο και μόνο επειδή ήταν Ελβετός.

Τι αξιοθρήνητο υλικό! Γιατί είχαν μπλέξει τέτοιοι άνθρωποι σε τέτοια γεγονότα; Καθώς η Επανάσταση προχωρούσε, εγκατέλειψε περιφρονητικά αυτούς τους επιπόλαιους αποστάτες του θρόνου. Είχε χρειαστεί τις ακολασίες τους· τώρα χρειαζόταν τα κεφάλια τους. Κανένα αίμα δεν ήταν πάνω από την περιφρόνησή της — ούτε καν το αίμα της Madame du Barry.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Σατωμπριάν · Αναμνήσεις πέρα από τον τάφο
Απόσπασμα
Αποσπάσματα
«...το ανθρώπινο πνεύμα μισεί να δεχθεί πως βρίσκεται στα χέρια της τύχης, πως δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα περαστικό προϊόν συμπτώσεων που δεν κυβερνάει κανένας Θεός, που προπαντός δεν κυβερνάει το ίδιο. Κάθε ζωή, ακόμα και η πιο ταπεινή, περνάει ένα μέροςτης αναζητώντας τους λόγους της ύπαρξης της, τα σημεία απ’ όπου ξεκίνησε, τις πηγές. Ήταν η αδυναμία μου να τις ανακαλύψω που μ’ έκανε μερικές φορές να στραφώ προς μαγικές ερμηνείες, που με έκανε να ψάξω μέσα στα παραληρήματα του απόκρυφου για να βρω αυτό που δε μου έδινε η ανθρώπινη αίσθηση. Όταν όλοι οι πολύπλοκοι υπολογισμοί αποδεικνύονται ψεύτικοι, όταν οι ίδιοι οι φιλόσοφοι δεν έχουν τίποτα ναμας πούνε πια, είναι νόμιμο να στρεφόμαστε προς την άσκοπη φλυαρία τωνπουλιών ή προς το μακρινό αντίβαρο των άστρων.» (σ. 37)

«Τα νέα της σαρματικής επιδρομής φτάσανε στη Ρώμη πάνω πουπανηγύριζε το δακικό θρίαμβο του Τραϊανού. Αυτή η γιορτή, που ’χε πολλές φορές αναβληθεί, διαρκούσε οκτώ μέρες τώρα. Τους είχε πάρειένα χρόνο σχεδόν να φέρουν από την Αφρική κι από την Ασία τα άγρια θηρία που θα σφάζονταν ομαδικά μέσα στην αρένα. Η σφαγή δώδεκα χιλιάδων θηρίων, το μεθοδικό φονικό δέκα χιλιάδων μονομάχων, έκανε τη Ρώμη ένα χαμαιτυπείο θανάτου. Εκείνο το βράδυ βρισκόμαστε στηνταράτσα του Αττιανού μαζί με το Μάρκιο Τύρβα και τον οικοδεσπότη μας. Η φωταγωγημένη πολιτεία ήταν φρικτή μέσα στη θορυβώδικη χαρά της.»(Σελ 84)



«Τα ίχνη από τα εγκλήματά μας ήταν ακόμα ορατά παντού. Τα τείχη της Κορίνθου όπως τα είχε ρημάξει ο Μόμμιος, τα βάθρα στα βάθη των αδύτων γυμνά ύστερα από την αρπαγή των αγαλμάτων που διοργάνωσε στο σκανδαλώδες ταξίδι του ο Νέρωνας. Η φτωχεμένη Ελλάδα εξακολουθούσε να ζει μέσα σε μιαν ατμόσφαιρα σκεπτικής χάρης, φωτεινής αιθρίας, σοφής ηδονής. (…) Η ελαφριά περιφρόνηση των Ελλήνων, που δεν έπαυα ποτέ να αισθάνομαι κάτω από τις πιο θερμές τιμές τους, δε με πρόσβαλλε. Την εύρισκα φυσική. Όποιες κι αν ήταν οι αρετές που με ξεχώριζαν απ’ αυτούς, ήξερα πως θα έμενα πάντα λιγότερο εύστροφος από ένα ναύτη της Αίγινας, λιγότερο σοφός από μια χορταρού της Αγοράς.» (σ. 94-95)

«Δεχόμουνα τον πόλεμο σαν ένα μέσο που θα έφερνε την ειρήνη, αν οι διαπραγματεύσεις δεν αρκούσαν γι’ αυτό, ακριβώς όπως ένας γιατρός παίρνει την απόφαση να καυτηριάσει αφού πρώτα δοκιμάσει όλα τα βότανα. Είναι τόσο περίπλοκα τα ανθρώπινα, που η ειρηνική ηγεμονία μου θα είχε, κι αυτή, τις πολεμικές περιόδους της, όμοια με τη ζωή ενός μεγάλου καπετάνιου, που θέλει δε θέλει, έχει κι αυτή τα ειρηνικά της διαλείμματα.» (σ. 120)

«Όλοι οι λαοί που χάθηκαν ως τα σήμερα, χάθηκαν από μιαν έλλειψη γενναιοδωρίας. Η Σπάρτη θα επιζούσε πολύ περισσότερο, αν είχε κάνει τους είλωτες να ενδιαφερθούν για την επιβίωσή της. (…) Επιμένω: το πιο απόκληρο από τα πλάσματα, ο σκλάβος που καθαρίζει το βόρβορο των πόλεων, ο λιμασμένος βάρβαρος που περιτριγυρίζει τα σύνορα, πρέπει να έχουν το συμφέρον να δουν τη Ρώμη να διαρκεί. Αμφιβάλλω αν ολόκληρη η φιλοσοφία του κόσμου θα φτάσει ποτέ να καταργήσει τη δουλεία. Θα της αλλάξουν το πολύ πολύ όνομα. Μπορώ να φανταστώ μορφές δουλείας, χειρότερες από τη δική μας, γιατί θα είναι πιο δόλιες. Θα καταφέρουν είτε να μεταμορφώσουν τον άνθρωπο σε μια ηλίθια, ικανοποιημένη από τον εαυτό της μηχανή, που θα πιστεύεται ελεύθερη τη στιγμή ακριβώς που θα υποτάσσεται, είτε θα του αναπτύξουν, αποκλειστικά με την άνεση και την ηδονή, μια τόσο παράφρονη κλίση προς την εργασία, όσο είναι και το πάθος των βαρβάρων για τον πόλεμο. Απ’ αυτή τη δουλεία του πνεύματος ή της φαντασίας του ανθρώπου, εξακολουθώ να προτιμώ την πραγματική δουλεία μας.» (σ. 140)

«Μερικοί άλλοι άνθρωποι είχαν διασχίσει τη γη πριν από μένα. Ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας, καμιά δωδεκαριά σοφοί και αρκετοί τυχοδιώκτες. Ήταν η πρώτη φορά όμως που ο ταξιδιώτης ήταν ταυτόχρονα και αφέντης, απόλυτα ελεύθερος να δει, να μεταρρυθμίσει, να δημιουργήσει. Ήταν η τύχη μου, και αντιλαμβανόμουνα πώς θα μπορούσαν να περάσουν αιώνες προτού να ξανασυμπέσει να ταιριάξουν τόσο ευτυχισμένα ένα λειτούργημα, μια ιδιοσυγκρασία, ένας κόσμος. Και τότε κατάλαβα πόσο προνομιούχος είναι ένας άνθρωπος που είναι νέος, που είναι μόνος, πολύ λίγο παντρεμένος, δίχως παιδιά, δίχως σχεδόν προγόνους, ο Οδυσσέας χωρίς άλλη Ιθάκη από εκείνη που έχει μέσα του. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σου κάνω μιαν ομολογία που δεν την έχω κάνει σε κανέναν. Ποτέ μου δεν είχα το συναίσθημα ότι ανήκω απόλυτα σε κάποιο μέρος, ούτε και σε αυτή την πολυαγαπημένη μου Αθήνα, ούτε στη Ρώμη καν. Ξένος παντού, δεν ένιωθα ιδιαίτερα αποξενωμένος από κανέναν τόπο.» (σ. 149)

«Κατάληγα να το βρίσκω φυσικό, αν όχι δίκαιο, ότι έπρεπε να χαθούμε. Τα γράμματά μας εξασθενούνε. Οι τέχνες μας αποκοιμιούνται. Ο Παγκράτης δεν είναι Όμηρος. Ο Αρριανός δεν είναι Ξενοφώντας. Όταν προσπάθησα ν’ αποθανατίσω στην πέτρα τη μορφή του Αντίνοου, δε βρήκα Πραξιτέλη. Οι επιστήμες μας βαδίζουνε σημειωτόν από την εποχή του Αριστοτέλη και του Αρχιμήδη. Η πρόοδος της τεχνολογίας μας δε θ’ αντέξει στις φθορές ενός μακροχρόνιου πολέμου. Η φιληδονία μας μάς κάνει ν’ αηδιάζουμε την ευτυχία. Τα ημερότερα ήθη, οι πιο προοδευτικές ιδέες αυτού του τελευταίου αιώνα, είναι έργα μιας ελάχιστης μειοψηφίας ωραίων πνευμάτων. Η μάζα παραμένει αγράμματη, άγρια όταν μπορεί, οπωσδήποτε εγωίστρια και στενόμυαλη, και όλα δείχνουνε πως θα μείνει πάντα τέτοια. Πάρα πολλοί αχόρταγοι έμποροι και τελώνες, πάρα πολλοί δύσπιστοι συγκλητικοί, πάρα πολλοί κτηνώδεις κεντυρίωνες έχουν εκθέσει προκαταβολικά το έργο μας.» (σ. 284)

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Αδριανού Απομνημονεύματα,
μτφ. Χατζηνικολή Ιωάννα,
Εκδ. Χατζηνικολή, 8η έκδοση.
Διάβασε ολόκληρο το απόσπασμα Γιουρσενάρ · Αδριανού Απομνημονεύματα

Εμφανίζονται 1–3 από 3 καταχωρίσεις