ΑΡΧΙΚΗ

Γαλλική Επανάσταση 1789

Η γαλλική κοινωνία του 18ου αιώνα ήταν οργανωμένη σε τρεις τάξεις: τον κλήρο (0,5% του πληθυσμού), τους ευγενείς (1,5% του πληθυσμού) και την τρίτη τάξη (98% του πληθυσμού), που την αποτελούσαν οι αστοί, οι αγρότες και οι εργάτες. Ο κλήρος και οι ευγενείς είχαν προνόμια, ενώ η τρίτη τάξη είχε μόνο υποχρεώσεις (πλήρωνε το σύνολο των φόρων ενώ οι άλλες τάξεις δεν φορολογούνταν). Η κατάσταση αυτή γεννούσε δυσφορία, τόσο στην αστική τάξη, η οποία, αν και δέσποζε στην οικονομία, ήταν αποκλεισμένη από τη λήψη των πολιτικών αποφάσεων όσο και στον απλό λαό, καθώς από τα μέσα του 18ου αιώνα, οι συνθήκες ζωής επιδεινώνονταν διαρκώς και πολύς κόσμος πέθαινε αβοήθητος από την πείνα, το κρύο και τις αρρώστιες. Κατά τον φοβερό χειμώνα του 1788-1789, η πείνα οδήγησε τον λαό σε λεηλασίες πλούσιων σπιτιών και κρατικών αποθηκών, η κατάσταση αυτή έκανε τον βασιλιά Λουδοβίκο ΙΣΤ’ να συγκαλέσει συνέλευση των τάξεων στο ανάκτορο των Βερσαλλιών (5 Μαΐου 1789). Εκεί, οι αντιπρόσωποι της τρίτης τάξης απαίτησαν μεταρρυθμίσεις, αλλά ο βασιλιάς ζήτησε να επιβληθούν νέοι φόροι στην τρίτη τάξη, οι αντιπρόσωποι της οποίας αντέδρασαν και αυτοανακηρύχθηκαν Εθνική συνέλευση. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να τους αναγνωρίσει και διέταξε να κλείσει η αίθουσα όπου συνεδρίαζαν. Τότε εκείνοι συγκεντρώθηκαν σε μια άλλη αίθουσα και ορκίστηκαν ότι θα συντάξουν σύνταγμα (20 Ιουνίου 1789). Ο βασιλιάς προσποιήθηκε πως αποδέχεται τις αποφάσεις τους και την ίδια ώρα συγκέντρωνε κρυφά στρατό για να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση. Όταν έγιναν γνωστές οι παρασκηνιακές κινήσεις του βασιλιά, οργισμένοι πολίτες οπλίστηκαν για να υπερασπιστούν την Εθνοσυνέλευση: στις 14 Ιουλίου 1789 ο λαός του Παρισιού κατέλαβε τη Βαστίλη τόπο φυλάκισης και βασανιστηρίων, μισητό σύμβολο της απολυταρχίας. Την ίδια ώρα πολλές περιοχές στην ύπαιθρο της Γαλλίας επαναστατούσαν, σε αυτό το κλίμα, η Συντακτική συνέλευση ψήφισε τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη (26 Αυγούστου 1789), βασισμένη στις αρχές του Διαφωτισμού. Ο βασιλιάς και μετά την κατάληψη των ανακτόρων των Βερσαλλιών από τον επαναστατημένο λαό (5 Οκτωβρίου 1789), αποδέχθηκε αναγκαστικά αυτές τις αποφάσεις. Η Συντακτική συνέλευση ψήφισε, το 1791, το πρώτο σύνταγμα της Γαλλίας εγκαθιδρύοντας το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας. Το έθνος ανακηρύχτηκε κυρίαρχο και ως νομοθετικό σώμα ορίστηκε η Νομοθετική συνέλευση (Βουλή), που θα προέκυπτε από εκλογές. Δικαίωμα ψήφου, όμως, αναγνωρίστηκε μόνο σε όσους κατείχαν περιουσία και πλήρωναν φόρους. Η εκτελεστική εξουσία ανατέθηκε στον βασιλιά και σε έξι υπουργούς. Η δικαστική εξουσία αφαιρέθηκε από τον βασιλιά και κηρύχθηκε ανεξάρτητη. Παράλληλα, τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα ώθησαν στην εθνικοποίηση της περιουσίας του κλήρου που χρησιμοποιήθηκε ως εγγύηση για την έκδοση χαρτονομίσματος. Οι κληρικοί ορίστηκαν λειτουργοί του κράτους που όφειλαν υπακοή, πρώτα απ’ όλα, στην πολιτεία. Οι παραπάνω ρυθμίσεις δεν έγιναν αποδεκτές ούτε από την εκκλησία ούτε από τον βασιλιά, ο οποίος επιχείρησε να διαφύγει από τη Γαλλία αλλά έγινε αντιληπτός και αναγκάστηκε να επιστρέψει. Στο επόμενο διάστημα ο βασιλιάς και ορισμένοι αριστοκράτες σχεδίασαν, σε συνεννόηση με τους βασιλείς της Αυστρίας και της Πρωσίας, επέμβαση εναντίον του επαναστατικού καθεστώτος. Οι Γιρονδίνοι (μία από τις φατρίες στις οποίες είχαν χωριστεί οι επαναστάτες), που εκτιμούσαν ότι μια πολεμική σύγκρουση θα συσπείρωνε τον λαό γύρω από το επαναστατικό καθεστώς, ώθησαν στην κήρυξη πολέμου εναντίον της Αυστρίας και της Πρωσίας (20 Απριλίου 1792). Οι πρώτες αποτυχίες του γαλλικού στρατού, η ύποπτη, υπονομευτική στάση του βασιλιά και η πείνα ώθησαν τα λαϊκά στρώματα σε επαναστατική δράση. Ο λαός του Παρισιού κατέλαβε τα ανάκτορα του Κεραμεικού (10 Αυγούστου 1792), η βασιλική οικογένεια τέθηκε υπό περιορισμό και η εκτελεστική εξουσία ανατέθηκε σε συμβούλιο με επικεφαλής τον Δαντόν. Οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Η Νομοθετική συνέλευση αναγνώρισε σε όλους τους άνδρες πολιτικά δικαιώματα (θέσπιση της καθολικής ψηφοφορίας), δήμευσε τις περιουσίες των αριστοκρατών που είχαν διαφύγει στο εξωτερικό, θέσπισε τον διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Μετά από εκλογές με καθολική ψηφοφορία, αναδείχτηκε η Συμβατική συνέλευση, η οποία εγκαθίδρυσε το πολίτευμα της αβασίλευτης δημοκρατίας.

Αποφασίστηκε η συνέχιση του πολέμου για να καταληφθούν εδάφη που θεωρούνταν γαλλικά, μια απόφαση που συσπείρωσε εναντίον της Γαλλίας πολλά ευρωπαϊκά κράτη και επιδείνωσε την οικονομική κατάσταση ιδίως για τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, με συνέπεια να ξεσπάσουν σε διάφορες περιοχές της Γαλλίας αντεπαναστατικές εξεγέρσεις. Και τότε η Συμβατική, μετά από πιεστικές προτάσεις των Ορεινών, (της πιο φανατισμένης ομάδας των επαναστατών), σύστησε την Επιτροπή Γενικής Ασφάλειας με στόχο την βίαιη καταστολή των αντεπαναστατικών ενεργειών. Οι Γιρονδίνοι (πιο μετριοπαθής ομάδα) αντέδρασαν, αλλά η Συμβατική, μετά από ενέργειες των Ορεινών, διέταξε τη σύλληψη των ηγετών τους (Ιούνιος 1793). Έτσι οι Γιρονδίνοι εκμηδενίστηκαν και οι απόλυτοι κυρίαρχοι πλέον Ορεινοί, με επικεφαλής τον Ροβεσπιέρο, σχημάτισαν μια νέα, ριζοσπαστικά επαναστατική κυβέρνηση. Αναδιοργάνωσαν τον στρατό, κάνοντάς τον ένα ισχυρό όπλο απέναντι στους εχθρούς της επανάστασης, τόσο τους εξωτερικούς όσο και τους εσωτερικούς και παράλληλα, στο όνομα της προστασίας της επανάστασης, εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες 40.000 περίπου άνθρωποι που θεωρήθηκαν ύποπτοι για αντεπαναστατική δράση (περίοδος της Τρομοκρατίας). Παρά την κάποια βελτίωση που σημειώθηκε στο βιοτικό επίπεδο κυρίως των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τα ακραία μέτρα προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ο Ροβεσπιέρος ο οποίος είχε διατάξει χιλιάδες εκτελέσεις, βρέθηκε στο στόχαστρο και τελικά η Συμβατική αποφάσισε να τον εκτελέσει μαζί με 20 συνεργάτες του (28 Ιουλίου 1794). Ο έλεγχος της Συμβατικής πέρασε στα χέρια των μετριοπαθών και τα περισσότερα από τα ριζοσπαστικά μέτρα των Ορεινών καταργήθηκαν, η επανάσταση επέστρεψε στις αρχικές θέσεις της. Ψηφίστηκε νέο σύνταγμα σύμφωνα με το οποίο η άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας ανατέθηκε σ’ ένα πενταμελές συμβούλιο, το Διευθυντήριο. Αυτό, προκειμένου να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση, αναζήτησε τη στήριξη των στρατηγών που είχαν αναδειχθεί στα χρόνια της επανάστασης. Τελικά, στις 9 Νοεμβρίου 1799 ο Ναπολέων Βοναπάρτης, αναμφισβήτητα ο πιο λαοφιλής, ο πιο ικανός, αλλά και ο πιο φιλόδοξος από τους Γάλλους στρατηγούς, κατέλαβε την εξουσία, με τη συγκατάθεση του Διευθυντηρίου. Και τότε ανέτειλε η εποχή του Ναπολέοντα.