Η λέξη παστρικιά σήμαινε καθαρή, νοικοκυρεμένη και περιποιημένη γυναίκα, προέρχεται από το «παστρικός», δηλαδή καθαρός, περιποιημένος. Αργότερα απέκτησε σκωπτική και μειωτική σημασία και χρησιμοποιήθηκε για τις γυναίκες ελευθέρων ηθών. Η λέξη σήμερα θεωρείται παρωχημένη και προσβλητική.
Η γιαγιά μου ήταν πολύ παστρικιά γυναίκα· το σπίτι της έλαμπε πάντα από καθαριότητα. ------------------------------ Κάνει τη σεμνή τώρα που γέρασε, αλλά όλοι ξέρουμε τι παστρικιά που ήταν στα νιάτα της
Η φράση έγινε ιδιαίτερα γνωστή στην Ελλάδα μετά το 1922. Οι ντόπιοι χρησιμοποιούσαν ειρωνικά τον όρο «παστρικές» για τις προσφυγοπούλες από τη Σμύρνη, επειδή εκείνες συνήθιζαν να πλένονται καθημερινά και να περιποιούνται τον εαυτό τους πολύ περισσότερο από τις γυναίκες στην ελλαδική επαρχία. Οι κακοπροαίρετοι ξεκίνησαν να θεωρούν οτι οι γυναίκες που περιποιούνται υπερβολικά τον εαυτό τους είναι ελευθέρων ηθών.